Μεταξύ των Είκοσι Αγίων Αναργύρων εξέχουσα θέση καταλαμβάνει ο Αγιος Σαμψών ο Ξενοδόχος, του οποίου τη μνήμη η Εκκλησία μας τιμά στις 27 Ιουνίου. Η ιστορία του είναι συνδεμένη στενά με τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α’ τον Μέγα, αλλά και με την κοινωνική πολιτική και τη φιλανθρωπία των χρόνων του Βυζαντίου.
Είναι όμως αναγκαίο να διευκρινιστεί τι ήταν το αξίωμα του Ξενοδόχου και πως εντάσσεται στην κοινωνική πολιτική της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Η κοινωνική πολιτική στη μεσαιωνική μας αυτοκρατορία ασκήθηκε από το κράτος, συνεπικουρούμενο από την Εκκλησία, τα μοναστήρια και εύπορους ιδιώτες, πολλοί εκ των οποίων την εποχή εκείνη επιδίδονταν σε έργα φιλανθρωπίας. Οπως υπογραμμίζει σε σχετικό κείμενό της η αρχαιολόγος βυζαντινολόγος Αφέντρα Μουτζάλη, η οργανωμένη φιλανθρωπία είχε ως κύριο μέλημα την περίθαλψη των ασθενών, των φτωχών και γενικά των εμπερίστατων ανθρώπων, που αδυνατούσαν να αυτοσυντηρηθούν λόγω της ένδειάς τους. Αυτό φαίνεται καθαρά από την οργάνωση των νοσοκομείων, το επίπεδο της Ιατρικής και τη λειτουργία των κοινωφελών ιδρυμάτων.
Ετσι, στα μεγάλα αστικά και μοναστικά κέντρα της αυτοκρατορίας ιδρύονται «ξενώνες» για τη φιλοξενία και τη νοσηλεία ασθενών, οι οποίοι κατά κανόνα προέρχονταν από τα μεσαία και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Οι άνθρωποι αυτοί εύρισκαν περίθαλψη και φιλοξενία σε κάθε μικρό ή μεγάλο μοναστήρι, αλλά και σε όλες τις πόλεις του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, γιατί σε όλες υπήρχαν νοσοκομεία που φρόντιζαν για την θεραπεία και την παροχή βοήθειας στους ασθενείς, ανεξαρτήτως φύλου, επαγγέλματος, ηλικίας ή εθνότητας. Επομένως, οι ξενώνες και τα νοσοκομεία αποτελούσαν βασικό στοιχείο του κοινωνικού βίου στο βυζαντινό κράτος και εξασφάλιζαν την υγειονομική περίθαλψη των ασθενών, τόσο των κατοίκων των πόλεων όσο και των ξένων.
Οπως προκύπτει από τις πηγές, την επίβλεψη της θεραπείας των ασθενών είχαν οι αρχίατροι των νοσοκομείων, με τη βοήθεια των «υπουργών», του υπαλληλικού προσωπικού, των νοσηλευτών για να το πούμε με σύγχρονη ορολογία (υπουργός σημαίνει υπηρέτης). Η διοίκηση των ξενών ανατίθετο στους «Ξενοδόχους», που αποτελούσαν σημαντικό αξίωμα την εποχή εκείνη και συνήθως ήταν μοναχοί ή μέλη του Κλήρου. Οπως αναφέρει η Αφέντρα Μουτζάλη, στους ξενώνες του 7ου αιώνα, που είναι πιο βελτιωμένοι ακόμα σε σχέση με τους προγενέστερους, υπάρχουν χειρουργοί, οφθαλμίατροι, γυναικολόγοι, μαίες, γιατροί και νοσοκόμοι.
Στις πηγές της Βυζαντινής Ιστορίας, ιδιαίτερα στα νομικά κείμενα, τα Τυπικά των μονών, υπάρχουν αξιοσημείωτες πληροφορίες για τη σύσταση, την εσωτερική οργάνωση, τους κανονισμούς, το προσωπικό και γενικά τη λειτουργία των ευαγών ιδρυμάτων στο Βυζάντιο, όπου άνδρες και γυναίκες είχαν τα δυνατότητα να ασκήσουν το ιατρικό επάγγελμα. Ιδρύματα για πτωχούς γέρους, λεπρούς, τυφλούς, ορφανά, χήρες, πρόσφυγες, ναυαγούς και οδοιπόρους υπήρχαν σε όλα τα σημεία της αυτοκρατορίας, στις πόλεις, στην ύπαιθρο και -κυρίως- μέσα στα μοναστήρια. Κάθε πόλη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είχε -ανάλογα με τις ανάγκες του πληθυσμού- τα απαραίτητα ευαγή ιδρύματα και τους γιατρούς της.
Ο Αγιος Σαμψών γεννήθηκε στη Ρώμη το 511 μ.Χ. Η οικονομική ευμάρεια της οικογένειάς του τού επέτρεψε να λάβει ευρύτατη παιδεία. Είχε έφεση κυρίως στην ιατρική επιστήμη, την οποία αγάπησε για το φιλάνθρωπο και ψυχωφελές περιεχόμενό της. Και δεν την ασκούσε για βιοπορισμό, αλλά ως κοινωνικό λειτούργημα, για να βοηθά τους φτωχούς και να θεραπεύει με τη χάρη του Θεού τους ασθενείς. Μετά τον θάνατο των γονέων του μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του ιατρού. Η φήμη του ως ανάργυρου ιατρού απλώθηκε και έξω από την Ρώμη, και πλήθος ασθενών συνέρρεε στο σπίτι του για να θεραπευτεί.
Μη επιθυμώντας τη δόξα των ανθρώπων, έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, όπου συνέχισε να ασκεί αμισθί την Ιατρική, επιδιδόμενος συγχρόνως στην προσευχή και τη μελέτη των Θείων Γραφών. Ομως και εκεί η φήμη του δεν άργησε να εξαπλωθεί.
Ο Πατριάρχης Αγιος Μηνάς, μαθαίνοντας για το έργο του Σαμψών, τον κάλεσε για να τον γνωρίσει προσωπικά και διακρίνοντας τις αρετές και τα χαρίσματά του τον χειροτόνησε ιερέα. Από το νέο του διακόνημα ο Αγιος Σαμψών επιδόθηκε με ακόμα μεγαλύτερο ζήλο στη σωματική και ψυχική θεραπεία των ασθενών. Η φήμη του ως ανάργυρου, ιαματικού και φιλάνθρωπου ιερέα και ιατρού απλώθηκε σε όλη την Πόλη. Και, όπως σημειώνει ο βιογράφος του, το μεγαλύτερο μέρος των θεραπειών το πραγματοποιούσε θαυματουργικά, με τη συνέργεια της Θείας Χάριτος, ενώ τις ιατρικές του γνώσεις τις μετερχόταν ως «προκάλυμμα της Χάριτος, διά ταπεινοφροσύνης υπερβολήν».
Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός κατά την περίοδο εκείνη προσβλήθηκε από μια επώδυνη νόσο στην υπογάστρια περιοχή, με αποτέλεσμα να πρηστεί όλη και επιπλέον να συνοδεύεται από ανυπόφορους πόνους. Οι καλύτεροι γιατροί της Κωνσταντινουπόλεως προσπάθησαν να τον θεραπεύσουν, μετερχόμενοι κάθε ιατρικό μέσο της εποχής τους, αλλά όλες οι προσπάθειες απέβησαν μάταιες.
Βλέποντας ότι η επιστήμη των ανθρώπων δεν μπορούσε να του προσφέρει καμιά βοήθεια, κατέφυγε στον Θεό και τον ικέτευσε θερμά να του χαρίσει την θεραπεία του. Και ο Θεός εισάκουσε την προσευχή του.
Κάποιο βράδυ είδε στον ύπνο του να περνά μπροστά του πλήθος γιατρών, περιβεβλημένων με ιερατικές στολές. Και πλησίασε τον βασιλιά ένας νέος με ολόλαμπρη στολή, ο οποίος υπέδειξε έναν ανάμεσά τους, με ταπεινό σχήμα, σεβάσμιο στην εμφάνιση και του είπε να παρατηρήσει καλά τον άνθρωπο εκείνον, γιατί μόνον εκείνος θα μπορούσε να τον γιατρέψει, κανένας άλλος.
Οταν ξύπνησε, ο αυτοκράτορας προσκάλεσε όλους τους γιατρούς στο παλάτι και τους παρατηρούσε έναν έναν προσεκτικά, αναζητώντας εκείνον που του είχε υποδείξει ο άγγελος. Ομως σε κανενός το πρόσωπο δεν μπόρεσε να τον αναγνωρίσει. Κάποιος γιατρός όμως, που γνώριζε τον Σαμψών και την αρετή του, ήταν βέβαιος ότι εκείνον είχε υποδείξει στον αυτοκράτορα ο άγγελος και αναφέρθηκε σε αυτόν στον βασιλιά. Πράγματι, όταν έφτασε ο Σαμψών στο παλάτι, αμέσως ο Ιουστινιανός αναγνώρισε στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που του είχε υποδείξει ο άγγελος.
Σηκώθηκε λοιπόν περιχαρής από το κρεβάτι, τον αγκάλιασε και τον ασπάστηκε. «Εσύ είσαι, πάτερ» του είπε «που εμφανίστηκες υπερφυώς στο όνειρό μου και μου δόθηκε η υπόσχεση ότι εσύ μπορείς να με απαλλάξεις από τη μάστιγά μου αυτή». Και ασπαζόταν ευλαβικά το χέρι του ένδακρυς, και έφερνε τα χέρια του Αγίου Σαμψών στο πρόσωπό του για να λάβει την ευλογία της Χάριτός του.
Ο Άγιος όμως, αισθάνθηκε άβολα για την τόση μεγάλη τιμή που του απέδιδε ο αυτοκράτωρ και τον παρακάλεσε να μην τον βάζει σε πειρασμό υπερηφάνειας με την τόση τιμή που του έδειχνε. Κατόπιν άπλωσε το χέρι του στο σημείο που υπήρχε το πρόβλημα και έβαλε κάποια αλοιφή, απλώς για να κρύψει το γεγονός ότι την θεραπεία την έδωσε η δύναμη της προσευχής του, γεγονός για το οποίο όμως δεν είχαν καμμιά αμφιβολία το όσοι έμαθαν. Ο αυτοκράτορας θεραπεύτηκε εντελώς, ευχαρίστησε τον Θεό και θέλησε να ανταμείψει τον μεγάλο του ευεργέτη, προσφέροντάς του απλόχερα μεγάλες ποσότητες χρυσού και ό, τι άλλο πολύτιμο είδος θα μπορούσε να ευχαριστήσει μια ανθρώπινη ύπαρξη.
Ο Άγιος ευχαρίστησε τον βασιλιά, αλλά του αντιπρότεινε, αντί για ο,τιδήποτε άλλο δώρο, να χτίσει ένα ξενώνα-νοσοκομείο για όσους είχαν ανάγκη. Και έτσι, του είπε, η μνήμη σου θα μείνει αιώνια και θα λάβεις από τον Θεό μισθό αναφαίρετο.
Αμέσως ο αυτοκράτορας διέταξε τους τεχνίτες που έχτιζαν την Αγία Σοφία κατά την περίοδο εκείνη, να χτίσουν και το νοσοκομείο που ζήτησε ο Σαμψών και να το κάνουν ευρύχωρο και περικαλλές, όπως το ήθελε ο Άγιος για να ανακουφίζονται οι εμπερίστατοι αδελφοί. Επιπλέον ο φιλόχριστος βασιλεύς δώρισε και πολλά κτήματα και προσέφερε και πολλές άλλες χορηγίες στον Άγιο Σαμψών.
Ο Άγιος διοίκησε με ιδιαίτερη επιμέλεια το «Ξενοδοχείον», από το οποίο και έλαβε την επωνυμία του Ξενοδόχου. Καθ’ όλη την διάρκεια του υπόλοιπου επίγειου βίου του, υπηρέτησε τους ασθενείς με κάθε στοργή και προθυμία, κατά την διατύπωση του βιογράφου του: «ἐπὶ πολλοῖς χρόνοις διαρκέσας ἐν ταῖς τῶ νκαμνόντων ἐπιμελείαις, καὶ πατρικῶς πάντων καὶ λίαν κηδεμονικῶς προμηθούμενος», παρέχοντάς τους όλα όσα είχαν ανάγκη.
ΠΡΟΓΕΥΤΗΚΕ ΤΑ ΑΓΑΘΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
Ό Άγιος Σαμψών, μετά από πολλούς χρόνους διακονίας και προσφοράς, ευαρεστώντας Θεό και ανθρώπους, αναχώρησε για την ουράνια Βασιλεία. Υποδέχτηκε το τέλος του με τη γαλήνη και την ιλαρότητα των φίλων του Θεού, που ήδη από τη ζωή αυτή προγεύονται τα αγαθά του Παραδείσου.
Το σώμα του ενταφιάστηκε στον ναό του Αγίου Μάρτυρος Μωκίου, ενός εκ των Είκοσι Αναργύρων. Όπως σχολιάζει ο βιογράφος του, είχαν συγγένεια όχι μόνο κατά το σώμα, αλλά κυρίως κατά την ψυχή και το ήθος.





































