Άγιος Εφραίμ: Χρειάστηκαν 524 ολόκληρα χρόνια από τον μαρτυρικό θάνατό του, ως την στιγμή που ο Παντογνώστης Θεός αποφάσισε να μας τον φανερώσει.

Άγιος Εφραίμ εορτή 5 Μαΐου: Η φανέρωση του Αγίου

Η εύρεση των Ιερών Λειψάνων

Με μια σειρά γεγονότων όπως οράματα, σημάδια του Θεού και εμφανίσεις του ίδιου του Αγίου, βρέθηκαν στις 3 Ιανουαρίου του 1950 τα Ιερά Λείψανα και έγινε σιγά – σιγά γνωστή η ζωή του. Έχουν περάσει πενήντα και πλέον χρόνια ως σήμερα, γεμάτα οράματα, εμφανίσεις και θαύματα του Αγίου. Χιλιάδες πιστοί κατακλύζουν κάθε χρόνο τη Νέα Μάκρη, ελπίζοντας σε ίαση ψυχική, σωματική και πνευματική.

Εκεί η Ηγουμένη Μακαρία και οι μοναχές της , με πολλή ευλάβεια δέχονται τους επισκέπτες στην Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου όπου φυλάσσονται τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Εφραίμ. Η Ηγουμένη ήταν αυτή που αξιώθηκε την τιμή να βρει το Άγιο σκήνωμα όταν ήταν ακόμα νεαρή μοναχή. Αυτή επίσης συγκέντρωσε όνειρα, οράματα, μαρτυρίες, μοναχών και κοσμικών και συνέθεσε κομμάτι – κομμάτι τον βίο του Αγίου Εφραίμ του Μεγαλομάρτυρα και θαυματουργού. Στηριγμένη στην πίστη της, νίκησε τους δισταγμούς της και τον φόβο μήπως τα γεγονότα που διηγηθεί και που βασίζονταν σε οράματα και αποκαλύψεις, θεωρηθούν υπερβολές από τον υλιστικό μας κόσμο.

Στα ερείπια της παλιάς Μονής

Η Θεία Πρόνοια είχε οδηγήσει τα βήματά της, το 1945, στα ερείπια του Μοναστηριού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Βλέποντας την ερήμωση και τα χαλάσματα, αποφάσισε να μείνει εκεί και να προσπαθήσει σιγά – σιγά να αναστηλώσει την παλιά Μονή. Έφτιαξε ένα κελί για να κοιμάται και πήρε και έναν εργάτη να την βοηθήσει να συμμαζέψουν.

Καθώς δούλευε, το μυαλό της ξεστράτιζε σε αλλοτινές εποχές που οι Άγιοι με το  αίμα τους έθρεφαν το δέντρο της Χριστιανοσύνης. Στη σκέψη της, με καημό νοσταλγούσε να ζούσε την παλιά εποχή και να έβλεπε από κοντά τους Αγίους και τα θαύματά τους. Ο Θεός λοιπόν που γνωρίζει τις σκέψεις των ανθρώπων, αποφάσισε να πραγματοποιήσει τις δικές της. Όπως δούλευε στο προαύλιο, ακούγεται μία απόκοσμη βαθιά φωνή να λέει:

– “Σκάψε εκεί και θα βρεις”.

Η Μοναχή φώναξε τον εργάτη και του ζήτησε να σκάψει σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο της αυλής. Υπήρχε εκεί ένας μισογκρεμισμένος τοίχος, ένα μέρος από τζάκι και μερικές θυρίδες σαν να ήταν κάποτε κελί Μοναχού. Εκείνος, με γκρίνια γιατί δεν ήξερε για ποιο λόγο έσκαβε, ξεκίνησε. Είχε περάσει το ενάμισι μέτρο όταν ξαφνικά σταμάτησε. Κάτι είχε βρει. Με πολλή προσοχή, φέρνει στην επιφάνεια ένα κρανίο, που εξέπεμπε γλυκιά ευωδία. Ο εργάτης τρομοκρατημένος από το εύρημα, απομακρύνθηκε από το σκάμμα. Η Μοναχή όμως, καταλαβαίνοντας πως βρήκαν το Λείψανο κάποιου Αγίου, γονάτισε ευλαβικά και το ασπάστηκε.

Τρέμοντας από συγκίνηση μπροστά στον κρυμμένο θησαυρό, έσκυψε και με γυμνά χέρια παραμέριζε το χώμα ώσπου φανερώθηκε ολόκληρο το σκήνωμα. Μπλεγμένο στα οστά ήταν ένα κομμάτι ύφασμα, σαν παλιό ράσο υφασμένο σε αργαλειό. Αμέσως κατάλαβε πως το Άγιο λείψανο ανήκε σε μοναχό. Είχε αρχίσει να πέφτει μία ψιχάλα γι’ αυτό πήρε προσεκτικά τα οστά και τα τοποθέτησε σε μία από τις θυρίδες που υπήρχαν.

Το βράδυ η μοναχή βρισκόταν στην παλιά Εκκλησία και διάβαζε τον Εσπερινό. Ξαφνικά ακούει βήματα, από την πλευρά που είχε βρεθεί ο τάφος, να διασχίζουν την αυλή και να κατευθύνονται στην Εκκλησία. Φόβος την κυρίευσε, βρισκόταν άλλωστε μόνη της στην ερημική περιοχή. Από την πλευρά της πόρτας ακούει μία φωνή να της λέει:

– “Μέχρι πότε θα με αφήσεις εκεί πέρα; Και ποιος μου έβαλε το κεφάλι έτσι…”

Στράφηκε προς την φωνή και τον είδε να στέκεται στην πόρτα. Ήταν ψηλός, αδύνατος, πολύ μελαχρινός,  με μικρά στρογγυλά μάτια που είχαν ρυτίδες στις άκρες, γενειάδα που έφτανε ως το στήθος του και φορούσε το ράσο των Μοναχών. Με το δεξί χέρι την ευλογούσε, ενώ από το αριστερό έβγαινε ένα φως απόκοσμο. Αγαλλίασε η ψυχή της μπροστά στη μορφή του και με θάρρος του απάντησε:

– “Συγχώρεσέ με. Μόλις ξημερώσει με το καλό θα τα φροντίσω όλα”.

Ο Άγιος χάθηκε και εκείνη συνέχισε ατάραχη τον Εσπερινό. Το πρωί, αμέσως μετά την Ακολουθία του όρθρου, η Μοναχή πήρε τα οστά, τα καθάρισε προσεκτικά από το χώμα, τα έβαλε σε μία θυρίδα στο Ιερό της Εκκλησίας και τους άναψε κι ένα καντηλάκι. Την ίδια νύχτα είδε στο όνειρό της τον ίδιο Μοναχό. Κρατούσε στην αγκαλιά του μια εικόνα του, ίσαμε το ύψος του, φτιαγμένη όλη από ασήμι. Δίπλα του βρισκόταν ένα μανουάλι. Η Μοναχή πλησίασε, άναψε μία λαμπάδα και άκουσε τη φωνή του:

– “Σ’ ευχαριστώ πολύ. Το όνομα μου είναι Εφραίμ”.

Μια άλλη μέρα που η Μοναχή είχε τελειώσει τον Εσπερινό και έφευγε από την Εκκλησία, άκουσε έναν γλυκό ήχο από κομπολόι. Θεώρησε πως ήταν ο Μοναχός, γύρισε πίσω στο Ιερό, άναψε ένα κεράκι και προσκύνησε τα Άγια Λείψανα που ευωδίαζαν, νοιώθοντας πολύ μικρή μπροστά στο μεγαλείο του Θεού.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 1 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.