Η νύχτα έχει σκεπάσει την κτίση και ο κόσμος βυθίζεται στη σιωπή. Μια σιωπή που μέσα στο σκοτάδι μοιάζει να φυλάει όλα τα κρυμμένα συναισθήματα της ψυχής μας.
Ξαφνικά, μέσα από αυτή την ησυχία, ακούγεται μια φωνή που σπάει τη γαλήνη και συγκλονίζει το είναι μου:
«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται»
Είναι το κάλεσμα που περιμέναμε. Έφτασε η ώρα για τη μεγάλη συνάντηση με τον Νυμφίο της Εκκλησίας. Και καθώς ο ήχος της φωνής σβήνει, μένει μέσα μου ένα ερώτημα που ζητά απάντηση: Άραγε, είμαι έτοιμος για αυτήν τη συνάντηση;
Νιώθω πως αυτή η στιγμή δεν αφορά πια το πλήθος, αλλά είναι η δική μου, προσωπική στιγμή απέναντί Σου…
«Τον Νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον».
Εμπρός στο μεγαλείο που αντικρίζω, νιώθω πολύ μικρός. Κοιτάζω το ένδυμα της ψυχής μου και η καρδιά μου σφίγγεται… Συνειδητοποιώ πως δεν είναι κατάλληλο για να με δεχθείς στον Νυμφώνα Σου.
Σε Σένα απευθύνομαι με όλη μου την καρδιά, Νυμφίε Χριστέ:
«Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής» με το ανέσπερο φως της Θεότητάς Σου.
Φωτοδότα της ζωής μου, διάλυσε το σκοτάδι που με κρατά δέσμιο. Σώσε με από τα δίχτυα της ραθυμίας που με έχουν τυλίξει. Σε Εσένα μόνο, Ηγαπημένε Χριστέ μου, έχω εναποθέσει κάθε ελπίδα σωτηρίας.
Και καθώς αντικρίζω το ασύλληπτο μέγεθος της δικής Σου αγάπης, ψιθυρίζω: Ναι, Χριστέ μου… Αξίωσέ με, παρά τις αμέτρητες αδυναμίες μου, να συμπορευθώ μαζί Σου στον δρόμο προς το Πάθος, ως ελάχιστο δείγμα της δικής μου αγάπης.
Μόνο έτσι, με αυτή την ελπίδα, πέφτω ικετευτικά στα Άχραντα Πόδια Σου και ζητώ το Έλεός Σου, για να μπορέσω να γευθώ μαζί Σου και τη χαρά της Αναστάσεως.
αρχ. Βαρθολομαίος
Ηγούμενος Ι. Μ. Εσφιγμένου





































