Η Εκκλησία μας τιμά στις 16 Σεπτεμβρίου την Αγία Μεγαλομάρτυρα Ευφημία, μια νεαρή γυναίκα που αψήφησε την πανίσχυρη ρωμαϊκή εξουσία, υπέμεινε βασανιστήρια και με το μαρτύριό της έγινε αιώνιο σύμβολο θάρρους και αφοσίωσης στον Χριστό. Η Ευφημία δεν ήταν μόνο μια μάρτυρας· έγινε η φωνή της Ορθοδοξίας, ακόμη και μετά τον θάνατό της, όταν το λείψανό της απέδειξε θαυματουργικά την αλήθεια της πίστεως στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο.
Η Αγία Ευφημία καταγόταν από τη Χαλκηδόνα, μια πόλη που έσφυζε από ειδωλολατρικά έθιμα. Όταν οι άρχοντες οργάνωσαν μεγάλη γιορτή με θυσίες στα είδωλα, όλοι κλήθηκαν να συμμετάσχουν. Η Ευφημία, νέα στην ηλικία, αλλά ώριμη στην πίστη, αρνήθηκε. Δεν ήταν μια απλή άρνηση· ήταν μια επανάσταση καρδιάς: «Δεν λατρεύω τα κτίσματα, αλλά τον Δημιουργό».
Για τους ειδωλολάτρες αυτή η στάση ήταν ύβρις. Για την Εκκλησία όμως ήταν η αρχή της δόξας της Αγίας.
Η Ευφημία συνελήφθη και οδηγήθηκε σε βασανιστήρια που ξεπερνούσαν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Οι δήμιοι χρησιμοποίησαν σιδερένια όργανα, τη φυλάκισαν, την υπέβαλαν σε πόνους φρικτούς. Εκείνη όμως στεκόταν με βλέμμα στραμμένο στον ουρανό, προσευχόμενη στον Χριστό.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι Χριστιανοί την αποκαλούν «Μεγαλομάρτυρα». Διότι δεν μαρτύρησε μόνο με το σώμα, αλλά και με το μεγαλείο της ψυχής της. Όταν παρέδωσε το πνεύμα της, δεν έσβησε· φωτίστηκε αιώνια.
Αιώνες μετά, η Αγία Ευφημία συνέχισε να μιλά. Στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 451 μ.Χ., οι Πατέρες της Εκκλησίας έβαλαν στο λείψανό της δύο ομολογίες: μία ορθόδοξη και μία αιρετική. Μετά από προσευχή, άνοιξαν τη λάρνακα: η ορθόδοξη ομολογία βρέθηκε στα χέρια της, ενώ η αιρετική πεταμένη κάτω από τα πόδια της.
Αυτό το θαύμα δεν ήταν τυχαίο. Ήταν το μήνυμα ότι η Ευφημία, η νεαρή κοπέλα που μαρτύρησε στη Χαλκηδόνα, συνέχιζε να υπερασπίζεται την αλήθεια της Εκκλησίας, ακόμη και μετά τον θάνατό της.




































