Περισσότεροι από 600 φοιτητές από τα Ποντιφικά Πανεπιστήμια της Ρώμης έχουν συμμετάσχει, τα τελευταία είκοσι χρόνια, στο Πρόγραμμα Εκμάθησης Ελληνικής Γλώσσας και Γνωριμίας με τον Ελληνορθόδοξο Πολιτισμό της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Πολλοί από αυτούς σήμερα διακονούν ως κληρικοί της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ενώ αρκετοί υπηρετούν σε θέσεις αυξημένης ευθύνης στο Βατικανό, γεγονός που αναδεικνύει τη διαχρονική αξία μιας πρωτοβουλίας η οποία, με αφετηρία τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, οικοδομεί σχέσεις εμπιστοσύνης και αμοιβαίας γνωριμίας.
Το φετινό πρόγραμμα, με το οποίο συμπληρώνονται είκοσι χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας, πραγματοποιείται από τις 4 Ιουλίου έως τις 2 Αυγούστου και φιλοξενεί 25 φοιτητές από 21 διαφορετικές χώρες (Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Βραζιλία, Λίβανος, Περού, Ινδία, Ισραήλ, Εκουαδόρ, Νιγηρία, Καμερούν, Ουκρανία, Μάλτα, Ρουμανία, Αργεντινή, Ινδονησία, Τιμόρ Εστ, Τανζανία, Γκάνα, Ρωσία, Τόγκο), οι οποίοι φοιτούν στα Ποντιφικά Πανεπιστήμια της Ρώμης.
Για έναν μήνα οι συμμετέχοντες έχουν την ευκαιρία όχι μόνο να διδαχθούν την ελληνική γλώσσα, αλλά και να γνωρίσουν από κοντά την ιστορία, τον πολιτισμό και τη ζωντανή παράδοση της Ελλάδος και της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Το πρόγραμμα αποτελεί πρωτοβουλία του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Φαναρίου κ. Αγαθαγγέλου, Γενικού Διευθυντού, ο οποίος πριν από δύο δεκαετίες οραματίστηκε μία δράση που θα έδινε σε νέους θεολόγους από όλο τον κόσμο τη δυνατότητα να προσεγγίσουν τη γλώσσα των Πατέρων της Εκκλησίας και να γνωρίσουν βιωματικά τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό.
Είκοσι χρόνια μετά, με την ευλογία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερωνύμου Β΄, το όραμα αυτό εξακολουθεί να αποδίδει καρπούς, καθώς οι δεσμοί που δημιουργούνται μέσα από το πρόγραμμα διατηρούνται στον χρόνο και συνοδεύουν τους συμμετέχοντες στη μετέπειτα εκκλησιαστική και ποιμαντική τους διακονία.
Κεντρικός άξονας του προγράμματος είναι η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Παράλληλα, οι φοιτητές πραγματοποιούν επισκέψεις σε Ιερές Μονές, Ιερές Μητροπόλεις, αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία, ώστε η γνωριμία τους με την Ελλάδα να αποκτά ιστορικό, πολιτιστικό και πνευματικό βάθος.
Η γλώσσα διδάσκεται όχι ως ένα απλό γνωστικό αντικείμενο, αλλά ως το κλειδί για την κατανόηση της ορθόδοξης θεολογικής παραδόσεως, της ιστορίας και του πολιτισμού του Ελληνισμού.
Αναφερόμενος στη συμπλήρωση είκοσι ετών από την έναρξη του προγράμματος, ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου κ. Αγαθάγγελος υπογραμμίζει ότι η Αποστολική Διακονία συνεχίζει αυτή την προσπάθεια με την ίδια αφοσίωση, παρά τις δυσκολίες που κατά καιρούς παρουσιάζονται.
«Συνεχίζουμε αυτή την προσπάθεια με πολλή αγάπη, γιατί το πρόγραμμα αυτό είναι, πάνω απ’ όλα, μία άσκηση στην αγάπη.
Μέσα από την προσωπική γνωριμία, τη φιλοξενία και την κοινή εμπειρία οικοδομούνται σχέσεις εμπιστοσύνης, ενισχύεται η επικοινωνία και καλλιεργείται η συνεργασία μεταξύ ανθρώπων και Εκκλησιών», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Η πορεία του προγράμματος κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες αποδεικνύει ότι η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία μιας πολύ βαθύτερης γνωριμίας.
Για εκατοντάδες νέους θεολόγους από ολόκληρο τον κόσμο, η παραμονή τους στην Ελλάδα δεν περιορίστηκε στην εκμάθηση μιας γλώσσας, αλλά εξελίχθηκε σε μία εμπειρία επαφής με την ορθόδοξη πνευματικότητα, την ελληνική φιλοξενία και τη διαχρονική πολιτιστική κληρονομιά του τόπου.
Το γεγονός ότι πολλοί από τους αποφοίτους του προγράμματος υπηρετούν σήμερα ως κληρικοί, ενώ αρκετοί κατέχουν σημαντικές θέσεις στο Βατικανό, αποτελεί την πιο ουσιαστική επιβεβαίωση της αξίας και της απήχησης αυτής της πρωτοβουλίας.
Είκοσι χρόνια μετά την έναρξή του, το Πρόγραμμα Εκμάθησης Ελληνικής Γλώσσας και Γνωριμίας με τον Ελληνορθόδοξο Πολιτισμό εξακολουθεί να επιβεβαιώνει ότι η ελληνική γλώσσα αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από ένα μέσο επικοινωνίας.
Είναι φορέας της θεολογικής παραδόσεως, του πολιτισμού και της ιστορικής μνήμης του Ελληνισμού.
Και όταν η διδασκαλία της συνδυάζεται με τη φιλοξενία, τη γνωριμία με τους ανθρώπους και τη βιωματική εμπειρία της ζωής της Εκκλησίας, μετατρέπεται σε μία γέφυρα ουσιαστικής επικοινωνίας, οι καρποί της οποίας διαρκούν πολύ πέρα από τη λήξη ενός θερινού προγράμματος.




































