«Μηδείς εν τη μοναδική πολιτεία, υπέρ φύσιν τινά ακούων ή ορών, εξ αγνωσίας εις απιστίαν περιπέσοι· όπου γάρ ενδημήσει ο υπέρ φύσιν Θεός, υπέρ φύσιν λοιπόν τα πλείστα των ανθρώπων γίνονται».

α. Κατά την επί γης βιοτήν του

«Η Αικατερίνη Χάλα, κάτοικος Νικαίας, Βορ. Ηπείρου 7, χάρις εις την πολλήν της ευλάβεια και φιλανθρωπική της δράσι είχε αποκτήσει από τον Άγιο Γέροντα ως ευλογία ένα καλογερικό σκουφάκι του.

Το 1964 η πενταετής εγγονούλα της, Αγάπη, αρρώστησε σοβαρά με όγκο στο κεφάλι. Είχε εμέτους και φοβερούς πονοκεφάλους. Από τας εξετάσεις που έγιναν στο Νοσοκομείο Παίδων, όπου ήτο Δ/ντής ο κ. Κομνηνός, εγνωμάτευσαν οι ιατροί, ότι πρέπει να γίνη έπέμβασις.

Στο Νοσοκομείο όπου ευρίσκετο, την επεσκέφθη η γιαγιά της κ. Χάλα και της έβαλε κάτω από το μαξιλάρι το σκουφάκι του Γέροντα, παρακαλώντας τον νοερώς να μεσιτεύση για την υγεία του παιδιού που υπέφερε τρομερά.

Το βράδυ εκείνο η Αγάπη βλέπει στον ύπνο της τον Γέροντα και αφού την χάϊδεψε στο κεφαλάκι της, της είπε, μή φοβάσαι Αγάπη, θα γίνης καλά. Το επόμενο βράδυ επανελήφθη το ίδιο όνειρο, το οποίον διηγήθη στη μητέρα της και τη γιαγιά της με πολλή χαρά, διότι η υγεία της είχε αρχίσει να καλλιτερεύη κατά πολύ, και έβλεπε ότι ήταν πλέον καλά.

Κι’ ενώ επρόκειτο να γίνη η επέμβασις εκ μέρους των ιατρών, η κ. Χάλα παρεκάλεσε να πάρουν το παιδί στο σπίτι, γιατί μεσολαβούσε η Μεγάλη Πέμπτη και διεκόπησαν αι εγχειρήσεις, διά να περάση το Πάσχα.

Το παιδί έγινε τελείως καλά πλέον μετά το Πάσχα αλλά οι γονείς του παρεκάλεσαν τον ιατρό κ. Κομνηνό να τους επιτρέψη να ταξιδεύσουν στην Αγγλία, για να μάθουν, τι έγινε ο όγκος, εφ’ όσον δεν είχε πλέον πόνους και κρίσεις.

Οι εξετάσεις στην Αγγλία έδειξαν, ότι ο όγκος είχε απορροφηθή και είχαν μείνει κατάπληκτοι με την θαυματουργικήν θεραπείαν του παιδιού. Έγραψαν μάλιστα σ ένα ιατρικό περιοδικό της Αγγλίας την περίπτωση αυτή, που τους είχε καταπλήξει· και μέχρι τώρα που η Αγάπη είναι τελείως καλά, εσπούδασε μάλιστα, ζητούν πληροφορίες από την Αγγλία.

Ο κ. Κομνηνός, νευροχειρουργός, επισκέπτεται κάθε χρόνο την κ. Αγάπη, η οποία αισθάνεται βαθειά ευγνωμοσύνη στον Κύριο και τον θεράποντά Του Γέροντα Αμφιλόχιο για το θαύμα που της έκαμαν.

Πάτμος, Ιανουάριος 1988

***

Η Αικατερίνη Χάλα εγνώριζε και το εξής περιστατικό σχετικά με το προορατικό του Γέροντος, το οποίον συνέβη στη Σάμο και της το διηγήθηκε μία εξαδέλφη της εκ Σάμου.

Μία κόρη ιερέως εις την Σάμον είχε μεγάλο πόθο να γίνη μοναχή, εύρισκε όμως εμπόδιο από το σπίτι της.

Όταν λοιπόν την εποχή εκείνη ο Γέροντας επήγε στην Σάμο, του διηγήθη σχετικά για τον μεγάλο πόθο, που ειχε αυτή η κόρη για τον Μοναχισμό. Ο Γέροντας πήγε αμέσως στο σπίτι του ιερέως και η κόρη εξομολογήθηκε. Μετά την εξομολόγησιν είπε στον πατέρα της, ότι πρέπει οπωσδήποτε να καρή μοναχή για να χαρή λίγο, επειδή σε ένα μήνα θα πέθαινε.

Έγινε λοιπόν η κουρά της αμέσως από τον Γέροντα και επήρε το όνομα Ταβιθά, το οποίον μνημονεύεται μέχρι τώρα στην αγία Πρόθεσι της Ι. Μονής Ευαγγελισμού.

Μετά δε τον θάνατον της μοναχής Ταβιθά έδωσε το όνομα αυτό σε μια από τις μοναχές του Ευαγγελισμού. Έτσι χάρις εις το μεγάλο πόθο της και την υπομονήν της, έλαβε αμέσως τον μισθόν της από τον Κύριον.

***

Ο άρχιμανδρίτης Παύλος Νικηταράς εις το βιβλίον του “Ο Γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής” αναφέρει: «Αξίζει να προσθέσω ένα γεγονός που δείχνει πως εδέχετο μυστικές κλήσεις για την σωτηρία των άλλων και που θυμίζει τον μεγάλο Απόστολο των Εθνών που ήκουσε την φωνήν του Μακεδόνος “διαβάς βοήθησον ημίν”.

»Ο αείμνηστος Γέροντας, ενώ εύρίσκετο στο κελλί του στην Μονή της Πάτμου, ακούει κάποια Ελένη από την Ικαρία να τον καλή να σπεύση να την σώση. Δεν χάνει καιρό, κατεβαίνει στο λημάνι τού νησιού και ως εκ θαύματος ευρίσκει ιστιοφόρο που έφευγε για την Ικαρία. Θαλασσοδαρμένος φθάνει στο προορισμό του και αμέσως ερωτά αν υπάρχει κάποια Ελένη χήρα και πληροφορείται, ότι προ ημερών εχασε τον «άνδρα της· αμέσως ρώτησε να μάθη τον δρόμον που ωδηγούσε στο σπίτι της χήρας γυναικός. Δεν εζήτησε να αναπαύση το κουρασμένο σαρκίο του, αλλά σπεύδει χωρίς καθυστέρηση, γιατί η φωνη της Ελένης τον ενοχλεί.

Εκεί που βάδιζε, βλέπει μια έξαλλη γυναίκα να τρέχη απελπισμένη, την φωνάζει με το όνομα της και της λέγει.

—Ελένη, που πηγαίνεις, για σένα ήλθα.

Και η πονεμένη γυναίκα συνέρχεται, βλέπει τον πνευματικό, σκέπτετα αυτό που θα έκαμνε και εξομολογείται, ότι την στιγμή εκείνη επήγαινε να πνιγή στην θάλασσα.

Η γυναίκα εσώθη, το θαύμα έγινε, όπως η ίδια μου το εξιστόρησε».

***

Ο ίδιος αναφέρει ότι: «Ένα άλλο πνευματικό του τέκνο, η κ. Μ.Κ μου διηγήθη ότι τον Νοέμβριο του 1954 επισκέφθηκε τον Γέροντα στην Πάτμο και την φιλοξενησε στο ι. Κοινόβιο του Ευαγγελισμού. Επί δύο ημέρες παρέμεινε στον πύργο του Μοναστηριού. Την τρίτη ημέρα ο αείμνηστος έπεμενε να μη κοιμηθεί πλέον στο μέρος αυτό, πράγμα που έγινε. Την νύκτα εκείνη έπεσε ακριβώς στο κρεββάτι κεραυνός. Μπορεί να θεωρηθή τυχαίο γεγονός η σωτηρία ενός ανθρώπου με την επίμονη του πνευματικού πατρός;»

***

«Χαρακτηριστική είναι και η ευρύτερον γνωστή θαυματουργική θεραπεία του τετραπληγικού πρώην αξιωματικού της Πολεμικής αεροπορίας κ. Σταύρου Καλκανδή η οποία περιγράφεται στη βιογραφία του Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου «ο Γέρων Φίλοθεος Ζερβάκος ο ουρανοδρόμος οδοιπόρος» (Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 638-647).

Είναι όμως χαρακτηριστικότατο το ότι πρόρρηση του θαύματος της θεραπείας του κ. Στ. Καλκανδή είχε κάνει προ δύο ετών και ο άλλος μέγας Γέρων και Πνευματικός της Πάτμου Αμφιλόχιος Μακρής.

Βρισκόταν ο Γέροντας στην Αθήνα και εξομολογούσε. Το έμαθε ο κ. Καλκανδής και παρεκάλεσε να τον μεταφέρουν με το καροτσάκι του για να εξομολογηθή, μολονότι δεν τον εγνώριζε. Όταν έφυγε, ο Γέροντας του είπε:

—Στο καλό, παιδί μου, και γρήγορα να’ρθής στην Πάτμο να προσκύνησεις στο Σπήλαιο της Αποκαλύψεως.

—Μα… πως να έλθω σε τέτοια κατάσταση που είμαι, Γέροντα;

—Με τα πόδια σου θα’ρθής. Πήγαινε τώρα…

Και έγινε το θαύμα, πραγματοποιήθηκε και το προσκύνημα, όπως το είπαν οι δυο σύγχρονοι Γέροντες-Άγιοι!

Ναί! “Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού”»!* (Ψαλμ. ξζ΄, 36).

β) Μετά την οσίαν Κοίμησιν αυτού

«Δεν ξέρω πόσες ακριβώς ημέρες από την εκδημίαν του Γέροντά μας, η αδελφή Χριστοδούλη με την αδελφή Χριστονύμφη ανέβηκαν στο δωμάτιό του για να προσκυνήσουν, αλλά τους απηγόρευσαν. Σε λίγο όμως να! σημαίνει το καμπανάκι του Γέροντα. Νόμισαν τότε, πως το σήμαναν οι δύο αδελφές για ν’ ανεβούν οι άλλες, κι’ αμέσως έτρεξαν στον Πύργο.

Όλες τους όμως έμειναν εκστατικές, γιατί το καμπανάκι δεν το είχε κτυπήσει καμμία αδελφή.

Ιερομόναχος Αμφιλόχιος Τσούκος.»

Πάτμος 16-6-1970

***

«Λέγομαι Νίκη Τραχανίδου, κόρη του Εμμανουήλ Γαμπιεράκη από τον Κάμπο της Πάτμου και ήλθα από τον Πειραιά, που μένω, στην Πάτμο. Η πρώτη μου δουλειά, ήταν να πάω να προσκυνήσω τον τάφον του μακαριστού Γέροντος Αμφιλοχίου. Από το καντήλι του Τάφου του πήρα λαδάκι και τόφερα στον Πειραιά.

Μια ημέρα συνάντησα μια γνωστή μου κυρία και μου είπε, ότι ετοιμαζόταν να κάνη εγχείρηση στο πόδι, διότι κινδύνευε. Της είπα να ελθη να την αλείψω από το λάδι του τάφου του Γέροντα.

Ήλθε σπίτι μου, κάναμε παράκληση στην Παναγία, την άλειψα με λαδάκι στο πονεμένο πόδι και σε όλο το σώμα. Κατόπιν τούτου ήλθε ο Γέροντας στον ύπνο μου και μου είπε, ότι θα γίνη καλά και θάρθη στην Πάτμο, να προσκύνηση τον τάφο του, και να ομολογήση το θαύμα. Η ανωτέρω κυρία έγινε καλά, απόφυγε την εγχείρηση και ήλθε στην Πάτμο να εκπληρώση την υποχρέωσή της. Αυτό έγινε γνωστό στην Αδελφότητα.»

***

«Τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1980 η ταπεινή δούλη, που ακούω στο όνομα Άννα, δέχθηκα την παρακάτω ευλογία από τον Γέροντα.

Είχα πριστή σε όλο μου το σώμα· και είχα την τύχη να γνωρίσω την κυρία Νίκη Τραχανίδου από την Πάτμο, η οποία είχα λαδάκι από το κανδήλι του τάφου του Γέροντα Αμφιλοχίου.

Με αυτό μου άλειψε όλο το σώμα και μετά ένα τέταρτο της ώρας, χωρίς άλλη ανθρώπινη επέμβασι ξεπρίστηκα εντελώς.

Ευχαριστώ το Θεό, διότι με αξίωσε αυτής της θαυμαστής θεραπείας.

Άννα Ανδρίκογλου.»

Εν Πάτμω τη 14-5-1981

γ) Μετά την εκταφήν των σεπτών λειψάνων αυτού

Η μοναχή Ι. αφηγείται:

«Το καλοκαίρι του έτους 1969, πριν κοιμηθή ο μακαριστός μας Γέροντας, ευρισκομένη στο Μοναστήρι μας, ανέβηκα ένα απόγευμα στον Πύργο του. Τον βρήκα καθήμενον στην καρέκλα του, με το κομπόσχοινο στο χέρι, ασφαλώς να δίνη και να παίρνη μηνύματα από τον Ουρανό.

Με δέχθηκε με χαρά και πολλή πατρική άγάπη και άκουε τα προβλήματα που με απασχολούσαν στην εκπλήρωση των καθηκόντων μου στο Ίδρυμα. Με αγάπη κι’ ενδιαφέρον μου μιλούσε για τα παιδιά μας και προπαντός για τον Σεβασμιώτατό μας. «Τον σκέπτομαι πολύ» μου έλεγε. «Κάνεις υψηλόν έργο, που ανακουφίζεις στον αγώνα του ενα τέτοιο πρόσωπο».

Για μια στιγμή, ενώ συζητούσαμε ανέβηκε κάποια αδελφή του ραφείου. «Γέροντα, του λέει, σας έφερα ένα σκουφάκι να φορέσετε». Με χαρά εκείνος την ευχαρίστησε κι’ εκείνη πήρε ευλογία κι’ έφυγε. Όταν μείναμε μόνοι, φόρεσε το σκουφάκι της αδελφής και το παλιό που έβγαλε μου το έδωσε λέγοντάς μου:

«Πάρ’ το, να το έχης για ευλογία». Του φίλησα το χέρι και το πήρα κατασυγκινημένη. Μου φαινόταν απίστευτο! Κρατούσα στα χέρια μου ενα θησαυρό! Φεύγοντας, μετά από ώρα για το κελλί μου, συναπεκόμιζα και το ανεκτίμητο απόκτημά μου. Ήταν κάτι απ’ εκείνον, που η αγάπη του μου πρόσφερε, της αναξίας. Ένιωσα την ψυχή μου πλημμυρισμένη από ευγνωμοσύνη.

Πέρασαν από τότε δέκα χρόνια. Τον Αύγουστο του 1980, ενα βράδυ ο αδελφός της νύφης μου κ. Θ.Κ. με την σύζυγό του, έξω από το σπίτι τους, καθώς βγαίνανε άπ’ το ταξί, τους ξέφυγε απ’ τα χέρια ο μικρός τους Μιχαλάκης, ηλικίας τότε 4 χρόνων και τρέχοντας να περάση στην αντίθετη μεριά, εκσφενδονίζεται από ένα φορτηγό στο χαντάκι του δρόμου και πάνω στις ρίζες των δένδρων.

Το παιδί σχεδόν άπνουν, στην αγκαλιά του παππού του, ιατρού Μ.Κ., μεταφέρεται στο Νοσοκομείο και από κεί επειγόντως αεροπορικώς μέσω Κώ στο ΚΑΤ Αθηνών. Ο αγώνας γίνεται μεταξύ ζωής και θανάτου. Οι πρώτες ημέρες πέρασαν και το παιδί εξακολουθεί να ζή μέν, αλλά ως φυτό.

Εμένα όμως η σκέψη μου ήτο προσκολλημένη στο σκουφάκι του μακαριστού μας Γέροντος. Σχεδόν με βεβαιότητα πίστευα, ότι σκόπιμα μου εδόθη και ότι έπρεπε οπωσδήποτε να φθάση ως το παιδί.

Επερίμενα όμως ευκαιρία για ασφαλή μεταφορά.

Εν τω μεταξύ, τον Σεπτέμβριο έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του και με τρόπο θαυμαστό έφθασε στα χέρια μου ένα μικρό τεμάχιο λειψάνου της ηγιασμένης Κάρας του. Ο θησαυρός μου πιά ήτο πλήρης. Η πεποίθησή μου εδραιώθηκε. Οπωσδήποτε θα ήρχοντο αποτελέσματα. Πράγματι, επιστρέφουσα στην Κάλυμνο με το άγιο Λείψανο στα χέρια μου, έμαθα ότι αναχωρούσε η μοναχή Ισιδώρα για ιατρικές εξετάσεις στην Αθήνα.

Σ’ εκείνην παρέδωσα το σκουφάκι, το άγιο Λείψανο μαζί και νεράκι αγιασμένο από την πλύσιν των ιερών οστών και τα μετέφερε.

Η ίδια, το απόγευμα της ημέρας που έφθασε με συνοδό την νύμφη μου Μ.Κ. επήγαν στο ΚΑΤ και σε ατμόσφαιρα πολύ συγκινητική, με την μητέρα γονατιστή μπροστά στο κρεβάτι του μικρού της εδόθη η βοήθεια. Η αδελφή έβαλε στο κεφαλάκι του παιδιού το σκουφάκι, το εσταύρωσε με το αγ. Λείψανο, και το εναπόθεσε πάνω του και στη συνέχεια το άλειψε και με το νεράκι και προσευχήθηκε.

Η αδελφή έφυγε αργότερα συναποκομίζοντας και όσα ιερά είχε μεταφέρει. Η χάρις όμως έμεινε και έφερε θαυμαστά αποτελέσματα:

Το πρωί το παιδί ειχε την πρώτη επαφή με το περιβάλλον του. Άνοιξε τα μάτια του και φώναξε «μαμά!» Το θαύμα είχε γίνει»..

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.