Τον Μάιο του 1979 επισκέφτηκα για πρώτη μου φορά το Άγ. Όρος. Λίγο ως προσκυνητής και λίγο από περιέργεια. Για το "περιβόλι της Παναγιάς" ήξερα λίγα πράγματα. Μέχρι που νόμιζα πως ήταν αλλού, ίσως νάταν το όρος των Ελαιών ή πιο πιθανόν το θεοβάδιστο όρος Σινά.
Ένας καλός φίλος που τόχε επισκεφθεί μου 'δωσε ένα καλό και ισχυρό κίνητρο. Οι διηγήσεις του για τα όσα έζησε, πολύ περιγραφικές, τα μάτια του έλαμπαν λες και βρισκόταν ολόκληρος σε μια έκσταση, όση ώρα ξαναζούσε όσα είχε ζήσει. Με συνεπήρε.!. Την επομένη κιόλας φρόντισα να μάθω λίγα διαδικαστικά που θάταν απαραίτητα,,, περισσότερα για το τί είναι πράγματι το Άγ. Όρος,,,,και ξεκίνησα.

Μόνος,,, για να μην έχω καμιά επιρροή, ότι δω κι ότι ζήσω να το επεξεργαστώ και να το αφομοιώσω, όχι με τον νού, αλλά με την καρδιά. Ο νους έχει σύνορα, η καρδιά δεν έχει.!.
Να ‘μαι λοιπόν στην Ουρανούπολη – καραβάκι (μόνο για επιβάτες) – (οι σημερινές παντόφλες δεν υπήρχαν τότε) – Δάφνη – και μ’ ένα γέρικο αλλά ατρόμητο λεωφορείο, με την μακρυά μούρη μπροστά, στις Καρυές.
Προσκύνημα και περισυλλογή στο “Άξιον Εστί” στο Πρωτάτο καί μετά παραλαβή του Διαμονητηρίου από το διπλανό κτίριο της Ι. Επιστασίας. (τότε εκδιδόταν εκεί και όχι στην Ουρανούπολη και ήταν επταήμερο και όχι τετραήμερο όπως τώρα).
Πρώτη ολιγόλεπτη επίσκεψη για προσκύνημα στο κοντινό “Κουτλουμούσι” με το αξιοθαύμαστο ξυλόγλυπτο τέμπλο και μετά κατηφόρησα “ποδαράτο” για την πρώτη διανυκτέρευση στην μονή Ιβήρων. (Το 79 δεν υπήρχαν τα μεταφορικά “βανάκια” ούτε οι χωματόδρομοι, μόνο τα γραφικά μονοπάτια με τις καθοδηγητικές ταμπελίτσες).
Σε τί παράδεισο βρέθηκα ξαφνικά.!. Ρυάκια με το μελωδικό κελάρισμα του νερού, πυκνά δένδρα με φυλλωσιές σ’ όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, ανθισμένα αγριολούλουδα, καλντερίμια, αυτοσχέδιες γεφυρούλες και το καλλίφωνο τιτίβισμα των αναρίθμητων πουλιών. Περπατούσα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα για να μην χάσω ούτε μιά από τις θεικές τους νότες.
Πολλές φορές ξεστράτιζα επίτηδες από το μονοπάτι,,,,χωρίς να σκιάζομαι για το αναπάντεχο,,, ήθελα να γίνω ένα με την ανέγγικτη φύση και το απλό καλντερίμι μαρτυρούσε ανθρώπινη παρέμβαση. Ξαφνικά βρέθηκα στην “Παναγούδα”. Την περιεργάστηκα περιμετρικά, χωρίς να ξέρω τι ακριβώς είναι, δεν είχα ξανακούσει τίποτα γι’ αυτήν. Και ‘κει που νόμιζα πως ήταν ένα απλό ερημόσπιτο, είδα σε μια γωνιά γονατιστό με τους αγκώνες πάνω σ’ ένα κούτσουρο, έναν μικροκαμωμένο κι αδύνατο μοναχό. Οι ακτίνες του ήδη απογευματινού ήλιου διαπερνούσαν τις φυλλωσιές των γύρω δένδρων και τρεμόπαιζαν πάνω στο καθημερινό του ράσο. Φορές-φορές τα ηλιοπαιχνιδίσματα νόμιζες πως τον εξαΰλωναν, τον έκαναν πότε ολόφωτο και πότε αόρατο εντελώς. Θεέ μου,,,σε τι οπτασία με αξίωσες.!. Παρέμεινα έτσι ώρα πολλή, ακίνητος και εκστασιασμένος, να παρατηρώ και να μήν χορταίνω. Δεν ξέρω πως με αντιλήφθηκε χωρίς να με κοιτάξει, δεν κουνιόμουν καθόλου, δεν έκανα κανένα θόρυβο, ακόμα και την ανάσα μου την είχα περιορίσει. Γύρισε αργά το κεφάλι του ολόισια και μόνο προς το μέρος μου κι όταν η ματιά του συναντήθηκε με την δική μου, παρά την σχετική μας απόσταση, δεν είχα και δεν έχω ξαναδεί καθαρότερα και φωτεινότερα μάτια. Λες και ήταν δυό μικροί ήλιοι που έλαμπαν άπλετα χωρίς να σε καίνε. Το βλέμμα του δεν ήταν αυστηρό και ξαφνιασμένο, ήταν ήρεμο και στοργικό γεμάτο καλοσύνη και αγάπη. Ταράχτηκα λίγο κι έκανα ασυναίσθητα μισό βηματάκι πίσω. Δεν μου μίλησε, δεν μου είπε τίποτα, με κοίταξε για πολύ λίγο και μετά ξαναέσκυψε το κεφάλι.
Δεν μου μίλησε.???. Κι όμως,, με την σιωπή του μου μίλησε πεντακάθαρα. Ήταν σαν να μούλεγε. “Σε παρακαλώ, μην με ενοχλείς τώρα, δεν βλέπεις πως προσεύχομαι”.???.
Το σεβάστηκα και γεμάτος με μια γλυκιά αμηχανία συνέχισα την πεζοπορία για την Ιβήρων.
Στα 100 μέτρα όμως κοντοστάθηκα, ήθελα να γυρίσω πίσω, να ξαναδώ – έστω κρυφά – την ίδια εικόνα που τόσο με είχε συνεπάρει. Δεν το τόλμησα,,,, αλλά στα 200 μέτρα η ίδια παρόρμηση, η ίδια στα 300 και στα 400,,,δεν το έκανα όμως, κάτι με κράταγε. Πώς μπορούσα να διακόψω την επικοινωνία του ανθρώπου με τον Δημιουργό.???.
Νωρίς το απόγευμα έφτασα στην Ιβήρων, τις δυό επόμενες επισκέφθηκα την Φιλοθέου και την Καρακάλου και τις δυο μεθεπόμενες την Σταυρονικήτα και την Παντοκράτορος. (ατέλειωτο περπάτημα για όσους ξέρουν, μα τα πόδια λες και είχανε φτερά).Την τελευταία μιάμιση μέρα την πέρασα στις Καρυές και στην Σκήτη του Αγ. Ανδρέα.
Οι εντυπώσεις και οι εικόνες απ’ όλες τις μονές – αυτά τα θαυμάσια αρχιτεκτονικά αριστουργήματα – (και παρ’ ότι τότε ήταν αρκετές “ιδιόρυθμες” και όχι “κοινοβιακές” όπως σήμερα) δυνατές και εξωπραγματικές, γεμάτες πνευματικότητα – στην καθημερινότητα, στις λειτουργίες, στην τράπεζα, στα διακονήματα στα σήμαντρα και στις καμπάνες – που σου δημιουργούσαν περισυλλογή και ενδοσκόπιση. Το μεγαλείο του Δημιουργού ήταν απλόχερα και παντού ολοφάνερο. Ήδη μια βαθειά μετάλλαξη θρησκευτικής πίστης είχε συμβεί μέσα μου ανεπαίσθητα.
Η πιο δυνατή όμως εικόνα, αυτή που μου έμεινε από την πρώτη μου επίσκεψη στο περιβόλι της Παναγιάς,,,, ακόμα και σήμερα είναι μέσα μου ζωντανή,,,, ήταν η εικόνα του προσευχόμενου μοναχού στην Παναγούδα. Πολλά χρόνια αργότερα, μετά από συνειρμούς και πληροφόρηση, συνειδητοποίησα πως ο μοναχός αυτός ήταν ο Αγ. Παίσιος, που μόλις πρόσφατα είχε εγκατασταθεί στην Παναγούδα.
Έχω πάει άλλες 8 φορές στο Αγ. Όρος, τις περισσότερες μετά που έφυγε από την πρόσκαιρη ζωή. Δεν με λυπεί που δεν τον ξανασυνάντησα,, που δεν μου μίλησε. Ξέρω πως έχω την ευλογία του και μόνο που με κοίταξε την πρώτη φορά.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.