Ο πατέρας μας – διηγείται μία μοναχή –, ο π. Γεώργιος Σιριβιανός (1919-2002), ήθελε να γίνη ιερέας από μικρός, αλλά συγχωριανοί που θεωρούσαν την ιερωσύνη βιοποριστικό επάγγελμα, τον εμπόδιζαν για να μη μειωθούν οι απολαβές του δικού τους ιερέα.

Σκέψη για να εγκαταλείψη το χωριό (Κυπερούντα της Κύπρου) ούτε κατά διάνοιαν. Τα χρόνια περνούσαν, και στα 70 του (1989) ο γέροντας Ιωσήφ Βατοπεδινός του πρότεινε να ιερωθή, για να εξυπηρετή ως ιερεύς το γυναικείο Μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στην Θήβα.

Παρά τον πολύν πόθον που είχε για την ιερωσύνη, λόγω της προχωρημένης ήδη ηλικίας του αμφέβαλλε αν αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Ο υιός του π. Μιχαήλ του πρότεινε τότε να το θέσουν υπό την κρίσιν των γερόντων π. Πορφυρίου και π. Ιακώβου και να κάνουν ό,τι αυτοί τους προτείνουν.

Έτσι μια καλοκαιρινή μέρα πρωί-πρωί φτάσανε στον γέροντα Πορφύριο. Η αυλή της Μονής ήταν γεμάτη κόσμο και λεωφορεία, λες και είχε πανήγυρη. Όλοι περίμεναν να πάρουν την ευχή του Γέροντα, αλλά δυστυχώς ήταν άρρωστος και δεν έβλεπε κανένα. Άρχισε ο κόσμος να φεύγη απογοητευμένος, αλλά ο π. Μιχαήλ είπε στον πατέρα να περιμένουν λίγο ακόμη.

Σε λίγο βγήκε μία γριούλα, η αδελφή του Γέροντα, και έψαχνε τους ιερείς από την Χαλκιδική. Επειδή μόνο ένα ιερέα έβλεπε (τον π. Μιχαήλ, που τότε υπηρετούσε ως εφημέριος σε ενορία της Χαλκιδικής) είπε: «Ο Γέροντας είπε να περάσουν οι παπάδες από την Χαλκιδική, αυτοί να πάρουν μόνον την ευχή, καμμιά κουβέντα».

Ο π. Μιχαήλ τότε πήρε τον πατέρα και πήγανε και τους έδωσε μόνον την ευχή του. Δεν ήταν καλά. Ας σημειωθή, όμως, ότι δεν ειδοποίησαν κανένα για την άφιξή τους, δεν τους ήξερε ο Γέροντας και λόγω του πλήθους και της ασθενείας του δεν έδωσαν κανένα σημείωμα.

Απ’ εκεί πήγαν στον γέροντα Ιάκωβο. Και εκείνος ήταν πολύ αδιάθετος, δεν δεχόταν κανένα, ενώ πλήθος πολύ τον περίμενε. Παρεκάλεσαν έναν υποτακτικό του π. Ιακώβου να τους κάνη την χάρη να τον ειδοποιήσουν, μήπως και τους δεχόταν. Στην επιμονή τους πείσθηκε, ειδοποίησε και ο Γέροντας είπε να πάνε μέσα μόνον αυτοί που ήλθαν από την Χαλκιδική.

Ασπάσθηκε ο π. Ιάκωβος τον π. Μιχαήλ και στην συνέχεια αγκάλιασε και ασπάστηκε τον πατέρα μας με τον ίδιο ιερατικό τρόπο λέγοντας: «Καλώς τον, τον αδελφό μου, τον ιερομόναχο. Ο Χριστός για σένα υπέγραψε την ιερωσύνη πριν 40-45 χρόνια. Ο Χριστός έδωσε την υπογραφή του, δεν την παίρνει πίσω. Θα πάρης την ιερωσύνη, αλλά ο πόλεμος του πονηρού δεν σταματά, θα συνεχίση και πρόσεξε να σταθούμε αντάξιοι της αποταγής μας, να τον πολεμούμε καθημερινώς».

Με το διορατικό του χάρισμα “είδε” από πολύ παλαιά το ιστορικό του προβλήματος και έδωσε απάντηση προτού αναφέρη ο πατέρας μας κάτι για το θέμα που τον απασχολούσε.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.