Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Ε´ Παλαιολόγος (1332 - 1391) αποφάσισε ότι ο μοναδικός τρόπος ριζικής αντιμετώπισης του κινδύνου των Τούρκων ήταν η στρατιωτική τους ήττα, αλλά η προσπάθειά του δεν είχε κανένα αποτέλεσμα.

Με ασυγκράτητη την επέλαση των Τούρκων και καμία ουσιαστική επιτυχία, το βυζαντινό κράτος έχει ήδη συρρικνωθεί σε ένα βασίλειο ήσσονος σημασίας με τραγική κατάληξη τον άλλοτε ένδοξο Βυζαντινό αυτοκράτορα να πολεμάει στο πλευρό των βάρβαρων Ασιατών εχθρών του υπό τις εντολές του Σουλτάνου τους, να είναι χαρακτηριστικό δείγμα του βάθους της παρακμής.

Τραγική Οικονομική Κατάσταση

Έχοντας να πληρώνει κάθε χρόνο υπέρογκα ποσά ως φόρο υποτέλειας στους Τούρκους, ο τραγικός βασιλέας των Ρωμαίων, ο Ιωάννης Ε´, έφτασε στο σημείο να πλειστηριάζει ακόμη και Άγια λείψανα για να συγκεντρώνει τα απαιτούμενα ποσά ενώ το ότι δεν έκοψε χρυσά (ολόκληρα) υπέρπυρα φανερώνει και την τραγική του οικονομική κατάσταση.

Βυζαντινό εγκόλπιο με λείψανο του Ιωάννου Χρυσοστόμου

Βυζαντινό εγκόλπιο με λείψανο του Ιωάννου Χρυσοστόμου

Το 1359, ένας Ιταλός έμπορος από την Τοσκάνη με έδρα τη Βενετία, αλλά με εμπορικές δραστηριότητες στην Κωνσταντινούπολη, αγόρασε για λογαριασμό του «Νοσοκομείου» της Σιένας έναν αριθμό βυζαντινών κειμηλίων σε δημόσιο πλειστηριασμό για το ποσό των 3.000 φιορινίων.

Η αγορά επικυρώθηκε από έγγραφα που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη αλλά και τη Βενετία.
Τα βυζαντινά αυτά κειμήλια είναι πολύ μικρά, το μεγαλύτερο από αυτά δεν ξεπερνά τα 10 εκατοστά και πρόκειται κυρίως για εγκόλπια προορισμένα να φοριούνται από τον λαιμό που περιέχουν μικρολείψανα, ανάμεσα στα οποία είναι: αίμα Χριστού, τμήμα από τα σπάργανα και τον χιτώνα του Χριστού, τμήμα από καρφί της Σταύρωσης, τίμιο ξύλο, τμήμα από την εσθήτα, μαφόριο και ζώνη της Παναγίας, λείψανα αγίων, ανάμεσα στα οποία και των Παύλου, Πέτρου, Βαρθολομαίου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Τα εγκόλπια φέρουν επιγραφές στο πίσω μέρος τους με τα λείψανα που περιέχουν, ενώ μερικά από αυτά είναι σπάνια από τεχνοτροπικής άποψης και άλλα έχουν σχεδόν «υπνωτική» ομορφιά.

Τα εγκόλπια συνοδεύονται από φύλλα περγαμηνής που γράφτηκαν μάλλον από την Ελένη Καντακουζηνή, σύζυγο του Ιωάννη Ε´ Παλαιολόγου, που επιβεβαιώνει και αυθεντικοποιεί τα λείψανα.
Η άφιξη των λειψάνων στη Σιένα συγκέντρωσε ένα τεράστιο πλήθος πολιτών από την πόλη της Σιένας, αλλά και από τις γύρω περιοχές, ενώ για τις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν για την υποδοχή των λειψάνων, το Συμβούλιο της Σιένας ξόδεψε 1625 φιορίνια!

Ένα ειδικά διαμορφωμένο παρεκκλήσι χτίστηκε και ολοκληρώθηκε το 1370 για να στεγάσει τα λείψανα, ενώ καθιερώθηκε ειδική θρησκευτική τελετή στις 25 Μαρτίου για τον δημόσιο εορτασμό τους.

Που Βρίσκονται Σήμερα;

Σήμερα τα βυζαντινά αυτά κειμήλια με τα Άγια λείψανα βρίσκονται στο Μουσείο της Σιένας, Santa Maria della Scala που είναι εκείνο το «Νοσοκομείο» της Σιένας που αγόρασε τον 14ο αιώνα τα λείψανα και σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα της οικονομικής δυσχέρειας του Βυζαντίου εκείνης της περιόδου είναι αυτό της Άννα της Σαβοΐας, αυτοκράτειρας του Βυζαντίου και μητέρα του Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο.
Η έκταση της οικονομικής δυσχέρειας που αντιμετώπιζε, την ανάγκασε να υποθηκεύσει τα κόσμια της βασιλείας (iocalia imperii), που αποτελούνταν από πολύτιμες πέτρες και μαργαριτάρια, στους Βενετούς, αντί του δυσανάλογα μικρού για την αξία τους ποσού των 30 χιλιάδων δουκάτων.
Το δάνειο έπρεπε να εξοφληθεί εντός τριών ετών με αναλογία 10 χιλιάδων δουκάτων το χρόνο και 5% επιτόκιο.
Στα μέσα του 14ου αιώνα το χρυσό δουκάτο ισοδυναμούσε με δύο υποτιμημένα βυζαντινά υπέρπυρα, άρα έπρεπε να συγκεντρώσει η Άννα 20 χιλιάδες υπέρπυρα το χρόνο.
Δεν κατόρθωσε να επιστρέψει ποτέ τα χρήματα, ούτε να πάρει βέβαια πίσω τα κοσμήματά της.

Οικονομική και Στρατιωτική Βοήθεια

Η επαπειλούμενη λοιπόν κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ώθησε πολλούς αυτοκράτορες του Βυζαντίου, από τη δυναστεία των Παλαιολόγων, να ζητήσουν οικονομική και στρατιωτική βοήθεια από τα βασίλεια της Δύσης.

Λειψανοθήκη του 12ου αιώνα με τεμάχιο Τιμίου Σταυρού

Λειψανοθήκη του 12ου αιώνα με τεμάχιο Τιμίου Σταυρού

Έτσι κατά τη διάρκεια της γνωστής περιοδείας του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου στη Δύση, γιού και διαδόχου του Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου, ο ίδιος προσπάθησε να συγκεντρώσει οικονομική και στρατιωτική βοήθεια κατά των Τούρκων, ακόμα και ενεχυριάζοντας, πουλώντας ή και δωρίζοντας άγια λείψανα και ιερά κειμήλια, ανάμεσα στα οποία ήταν τεμάχια του Τιμίου Σταυρού, τεμάχια του χιτώνα του Χριστού, αυτόν που άγγιξε η αιμορροούσα γυναίκα και θεραπεύτηκε, τεμάχια του σπόγγου από τα Πάθη του Χριστού, λείψανα αποστόλων και άλλων αγίων.
Η αποστολή δεν ευοδώθηκε, αλλά το αποτέλεσμα ήταν ότι πολλά λείψανα μεταφέρθηκαν έτσι στη Δύση και κατά κάποιο τρόπο διασώθηκαν από το μένος και την λεηλασία των Τούρκων.

Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, διατήρησε μην μπορώντας να κάνει αλλιώς βέβαια, το καθεστώς της υποτέλειας στους Τούρκους που είχε εγκαινιάσει ο πατέρας του, Ιωάννης Ε´ Παλαιολόγος.

Έτσι, κλήθηκε να υπηρετήσει στο πλευρό του Βαγιαζήτ σε στρατιωτικές επιχειρήσεις των Τούρκων, αργότερα όμως, μετά από κάποιες εκρήξεις αστάθειας του Σουλτάνου, αποφάσισε να διακόψει κάθε υπηρεσία στους Τούρκους και έξαλλος ο Βαγιαζήτ απάντησε με άμεση πολιορκία της Πόλης το 1394, η οποία έμελλε να κρατήσει με κυμαινόμενη ένταση, για πολλά χρόνια.

Την ίδια περίπου εποχή, η Δύση κινητοποίησε στρατεύματα που έφταναν τις 100.000 στρατιώτες κατά των Τούρκων.
Η ήττα όμως των νέων Σταυροφόρων στη Νικόπολη το 1396, σήμανε και το τέλος των ουσιωδών προσπαθειών της Δύσης.
Ο Μανουήλ πάντως, συνέχισε τις διπλωματικές του προσπάθειες, ερχόμενος σε επαφή με το Λουδοβίκο της Γαλλίας, ο οποίος τον προσκάλεσε για επίσημη επίσκεψη.
Γρήγορα φρόντισε να συμφιλιωθεί με τον παλαιό του αντίπαλο Ιωάννη Ζ’, τον οποίο άφησε στη θέση του στη Βασιλεύουσα, και αφού μετέφερε την οικογένειά του στον ασφαλή περίγυρο του Μυστρά, ξεκίνησε για το Παρίσι το 1399.

Οι τελετές για την υποδοχή του Μανουήλ, ήταν σε πλήρη αντίθεση με τις αντίστοιχες που είχαν γίνει κατά την περιοδεία του πατέρα του το 1370.
Ο Ιωάννης Ε’ είχε πάει σα ζητιάνος, ενώ ο Μανουήλ ως περήφανος άρχοντας.
Το πέρασμα του Μανουήλ από τις διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, έχει καταγραφεί από τους Δυτικούς χρονογράφους της εποχής, τους οποίους εντυπωσίασε η ευγενής μορφή, η βαθιά λόγια μόρφωση και οι αυτοκρατορικοί τρόποι του Μανουήλ, ο οποίος «αλλάζοντας άλογα, δεν καταδεχόταν να πατήσει στο χώμα».
Ήταν στα μάτια τους ο Αυτοκράτορας της Ανατολής, ο οποίος αγωνιζόταν «ως στρατιώτης του Χριστού στις επάλξεις των μαχών κατά των απίστων βαρβάρων» (J.J.Norwich).

Οι διπλωματικές προσπάθειες του Μανουήλ βρήκαν ανταπόκριση σε λόγια και κάποιες οικονομικές ενισχύσεις, από τη Βενετία, Γαλλία, Αγγλία, Αραγονία και Πορτογαλία.
Οι άρχοντες της Δύσης δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν στην ανάληψη μεγάλης κλίμακας στρατιωτικής πρωτοβουλίας, ίσως και Σταυροφορίας, που ήταν ο μόνος τρόπος να διασωθεί το Βυζάντιο από τους Τούρκους.
Η περιοδεία όμως είχε ήδη συμπληρώσει δύο χρόνια, όταν έφτασαν τα νέα της καταστροφής του Σουλτάνου Βαγιαζήτ από τον Ταμερλάνο στη μάχη της Άγκυρας και το μαρτυρικό θάνατο του Βαγιαζήτ το 1401.

Μετά από αυτό, ο Μανουήλ επέστρεψε στη Βασιλεύουσα όπου και πέθανε το 1425, αφού πρώτα εκάρη μοναχός, κατά την υστεροβυζαντινή αυτοκρατορική παράδοση, με το όνομα Ματθαίος.
Η μορφή του ξεχωρίζει στο στερέωμα των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων τόσο για τις ικανότητές του, διπλωματικές, διοικητικές και στρατιωτικές, όσο και για αυτή καθεαυτή την προσωπικότητά του.
Μπορούσε να ηγηθεί των στρατευμάτων του σε μάχη το ίδιο εύκολα, όσο μπορούσε να συζητήσει και να αναλύσει με τους εκλεκτότερους λόγιους της εποχής του τα λεπτότερα θεολογικά ζητήματα.

Ο Μανουήλ Β’ έδωσε μία ανάσα επιβίωσης και παράταση ζωής στο Βυζάντιο, χωρίς βέβαια να κατορθώσει να αναστρέψει το αναπόφευκτο της πτώσης, γεγονός που είναι βέβαιο ότι είχε από νωρίς συνειδητοποιήσει.

Κατά τη διάρκεια της περιοδείας του στη Δύση, ο Μανουήλ προσπάθησε να συγκεντρώσει οικονομική και στρατιωτική βοήθεια κατά των Τούρκων, ακόμα και ενεχυριάζοντας, πουλώντας ή δωρίζοντας άγια λείψανα.

Περιγραφή αυτής της απέλπιδας προσπάθειας κάνει ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο COLUMBIA των ΗΠΑ, Holger A.Klein στο άρθρο του: Eastern Objects and Western Desires: Relics and Reliquaries between Byzantium and the West (Αντικείμενα της Ανατολής και Επιθυμίες της Δύσης: Λείψανα και Λειψανοθήκες ανάμεσα στο Βυζάντιο και τη Δύση), που δημοσιεύθηκε στο Dumbarton Oaks Papers, Vol.58. (2004), pp. 283 – 314.

Στο παραπάνω άρθρο του ο Holger A. Klein αναφέρει:

“Όσον αφορά τους διανεμητές λειψάνων, και εδώ θα ήθελα να περιοριστώ στην αυτοκρατορική σφαίρα, οι Βυζαντινοί ηγεμόνες σύντομα αντιμετώπισαν τις ίδιες δυσκολίες (ενν. οικονομικές) όπως οι Λατίνοι πριν από αυτούς (ενν. οι Λατίνοι ηγεμόνες της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης).
Μετά που η αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας, το 1343, είχε εκχωρήσει ενυπογράφως τα κοσμήματα του βυζαντινού στέμματος στη Δημοκρατία της Βενετίας για 30.000 δουκάτα με σκοπό να εξοφλήσει τα χρέη της, η πώληση και ενεχυρίαση των λειψάνων έγινε για άλλη μια φορά η τελευταία λύση για να διασφαλιστεί η οικονομική και στρατιωτική επιβίωση της αυτοκρατορίας.

Στις 9 Δεκεμβρίου 1395, μετά από, περισσότερο του ενός χρόνου, εμπειρία πολιορκίας του από τους Τούρκους, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β’ ο Παλαιολόγος ήταν έτοιμος να προσφέρει το χιτώνα του Χριστού και άλλα λείψανα ως εξασφάλιση για ένα δάνειο που ήλπιζε να λάβει από την Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας.
Η Βενετία, όμως, όπως γνωρίζουμε από τα σωζόμενα έγγραφα, αρνήθηκε την προσφορά του αυτοκράτορα, υποστηρίζοντας ότι η μεταφορά αυτών των εξαίσιων και σεβαστών αντικειμένων θα μπορούσε να οδηγήσει σε βίαιες λαϊκές διαμαρτυρίες στην Κωνσταντινούπολη, μια ανησυχία, αληθινή ή όχι, που όμως ο βυζαντινός αυτοκράτορας ο ίδιος προφανώς δεν συμμεριζόταν.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν ο Μανουήλ Β’ ξεκίνησε το διάσημο ταξίδι του προς τη Δύση, πήρε μαζί του τα λείψανα που η Βενετία είχε προηγουμένως απορρίψει.
Μόλις εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, ο Μανουήλ άρχισε αμέσως να στέλνει πρεσβευτές με επιστολές και δώρα στις διάφορες αυλές της Ευρώπης, σε μια προσπάθεια να συγκεντρώσει οικονομική και στρατιωτική βοήθεια εναντίον των Τούρκων.

Πιθανώς, προκειμένου να δώσει στις εκκλήσεις του περισσότερο βάρος, ο Μανουήλ αποφάσισε να προσθέσει στις επιστολές του λείψανα ως δώρα.
Σύμφωνα με αυτές τις επιστολές, αλλά και άλλων αρχείων που έχουν διασωθεί, ο βασιλιάς Μαρτίνος I της Αραγονίας έλαβε ένα λείψανο του Αγίου Γεωργίου ήδη τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο του 1400, την αυθεντικότητα του οποίου, όμως, σε πρώτη φάση, δεν εμπιστευόταν.
Στις αρχές Οκτωβρίου, ο απεσταλμένος του Μανουήλ Αλέξιος Βρανάς εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ενώπιον του βασιλιά, μεταφέροντας ένα χρυσόβουλλο και ακόμα δύο κειμήλια, ένα κομμάτι από τον γαλαζωπό χιτώνα του Χριστού που είχε θεραπεύσει την αιμορροούσα γυναίκα και τον σπόγγο από τα Πάθη του Χριστού.

Από την αυλή της Αραγονίας, ο Αλέξιος Βρανάς συνέχισε προς την αυλή του βασιλιά Κάρολου ΙΙΙ της Ναβάρρας, όπου έφτασε κατά πάσα πιθανότητα στις αρχές του 1401 με άλλο ένα χρυσόβουλο, ένα τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού, και ένα κομμάτι από τον ίδιο χιτώνα του Χριστού που είχε ήδη λάβει ο βασιλιάς Μαρτίνος.
Σύμφωνα με μια παράδοση κάπως αβέβαια, ο Μανουήλ έστειλε ένα ακόμα χρυσόβουλο στο βασιλιά Ιωάννη I της Πορτογαλίας, στις 15 Ιουνίου του ίδιου έτους, αυτή τη φορά συνοδευόμενο από ένα ακόμα μεγαλύτερο αριθμό λειψάνων: ένα τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού, ένα κομμάτι από τον ίδιο αναφερόμενο παραπάνω χιτώνα του Χριστού, ένα κομμάτι από τον Τίμιο Σπόγγο, και ακόμη από λείψανα των Αγίων Πέτρου, Παύλου και Γεωργίου.
Κατά τη διάρκεια του ίδιου μήνα, τον Ιούνιο δηλαδή, ο απεσταλμένος του αυτοκράτορα Αλέξιος Βρανάς παρέδωσε γράμματα και ακόμη ένα κομμάτι του γαλαζωπού χιτώνα του Χριστού στον αντί – πάπα Βενέδικτο ΧΙΙΙ.

Ένα μήνα αργότερα, για να κρατήσει όλες τις επιλογές ανοικτές, ένα άλλο κομμάτι του χιτώνα του Χριστού εστάλη στον πάπα Βονιφάτιο IX.
Αν και είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς, προφανώς είχε απομείνει ακόμα αρκετός γαλαζωπός χιτώνας του Χριστού στον Μανουήλ για να στείλει ένα τελευταίο κομμάτι στην βασίλισσα Μαργαρίτα της Δανίας, τον Νοέμβριο του 1402, λίγο πριν την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη.

Πίνακας Κειμηλίων

Πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγεμόνες… …που έλαβαν τουλάχιστον
Βασιλιάς Μαρτίνος I της Αραγονίας Λείψανο του Αγίου Γεωργίου
Κομμάτι από τον γαλαζωπό χιτώνα του Χριστού
Τίμιο Σπόγγο
Διάφορα άλλα λείψανα με την αποστολή του Μανουήλ Χρυσολωρά
Λείψανο του Αγίου Λαυρεντίου
Βασιλιάς Κάρολος ΙΙΙ της Ναβάρρας Τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού
Κομμάτι από τον γαλαζωπό χιτώνα του Χριστού
Βασιλιάς Ιωάννης Ι της Πορτογαλίας Τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού
Κομμάτι από τον γαλαζωπό χιτώνα του Χριστού
Κομμάτι από τον Τίμιο Σπόγγο
Λείψανο του Αποστόλου Πέτρου
Λείψανο του Αποστόλου των Εθνών Παύλου
Λείψανο του Αγίου Γεωργίου
Αντι-πάπας Βενέδικτος ΧΙΙΙ Κομμάτι από τον γαλαζωπό χιτώνα του Χριστού
Πάπας Βονιφάτιος ΙΧ Κομμάτι από τον γαλαζωπό χιτώνα του Χριστού
Βασίλισσα Μαργαρίτα της Δανίας Κομμάτι από τον γαλαζωπό χιτώνα του Χριστού

Αλλά ακόμα και τότε η διασπορά των λειψάνων δεν σταμάτησε.
Σε δύο επιστολές, με χρονολογία και των δύο τις 17 Αυγούστου 1405, ο βασιλιάς Μαρτίνος της Αραγονίας, ο οποίος είχε ήδη λάβει διάφορα λείψανα το 1400, απευθυνόταν στον πατριάρχη και στον αυτοκράτορα με αίτημα για περισσότερα λείψανα, τα οποία θα έπρεπε να εμπιστευθούν στον Pere de Quintanes, έναν έμπορο που λειτουργούσε ως απεσταλμένος του βασιλιά γι’ αυτό το θέμα.
Είναι μόνο μέσω της πολύς καθυστερημένης απάντησης του Μανουήλ, χρονολογημένης την 23η Οκτωβρίου του 1407, που γνωρίζουμε ποια ήταν η εξέλιξη στο αίτημα του βασιλιά.
Έχοντας συμβουλευτεί τον πατριάρχη καθώς και βαρόνους και άλλους ιθύνοντες της αυτοκρατορίας, ο Μανουήλ είχε αποφασίσει να στείλει στον Μαρτίνο διάφορα κειμήλια που σχετίζονταν με τα Πάθη του Χριστού, καθώς και ένα λείψανο του Αγίου Λαυρεντίου.

Ωστόσο, αντί να στείλει τα λείψανα στην Ισπανία με τον Pere de Quintanes – ο οποίος παρεμπιπτόντως πνίγηκε σε μια καταιγίδα κατά την επιστροφή του από την Κωνσταντινούπολη -, ο αυτοκράτορας είχε σκοπό να τα εμπιστευθεί σε μία πρεσβεία με επικεφαλής τον Μανουήλ Χρυσολωρά, ο οποίος πράγματι αναχώρησε από την πρωτεύουσα με μεγάλη καθυστέρηση στα τέλη Οκτωβρίου του 1407.
Τα λείψανα που ο Χρυσολωράς μετέφερε στην Ισπανία φαίνεται να είναι ανάμεσα από τα τελευταία που στάλθηκαν στη Δύση από κάποιον βυζαντινό ηγεμόνα πριν την κατάρρευση της αυτοκρατορίας…”.

Ιερά Κειμήλια σε Ιδιωτικές Συλλογές

δάχτυλο του Αγίου Νικολάου

Το δάχτυλο του Αγίου Νικολάου που φυλασσόταν στην Αγία Σοφία

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 αλλά και η εκχώρηση με πώληση, ενέχυρο ή και με την μορφή Δώρου από τους τελευταίους βυζαντινούς αυτοκράτορες προς τους διάφορους ευρωπαίους ηγεμόνες προκειμένου να εξασφαλίζουν οικονομικούς πόρους για μίσθωση στρατευμάτων ή να τους δελεάσουν να συστρατευτούν μαζί τους εναντίων της απειλής των Τούρκων, γέμισαν τα μουσεία, τις ιδιωτικές συλλογές αλλά και τους χώρους λατρείας της Καθολικής εκκλησίας, στην Ευρώπη, με άγια λείψανα αλλά και μοναδικά ιερά κειμήλια της πίστης μας, ανεκτίμητης αξίας.

Η παρακμή όμως του Βυζαντινού κράτους ήταν τέτοια όση και η αδιαφορία των ευρωπαίων ηγεμόνων που δεν μπόρεσαν τελικά να αντιστρέψουν την διαφαινόμενη πλέον κατάρρευσή του.

Τσαντίρης Νίκος

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.

1 Σχόλιο

Νεότερο
Καλύτερο Νεότερο Παλαιότερο
1
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

Τα ιερά λείψανα που έχουμε σε διάφορα προσκυνήματα, σε ναούς, σε μοναστήρια, στο άγιο όρος, στο οικουμενικό πατριαρχείο, κλπ (τα περισσότερα από τα οποία μας τα έχει δανείσει ή δωρίσει η παπική εκκλησία), προέρχονται λέει, από την πώληση τους από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, προς τους δυτικούς…
Για να εξασφαλίσουν χρήματα, ώστε να πληρώνει το Βυζάντιο -ως συρρικνωμένη πια χώρα και υποτελής τους τούρκους, τον φόρο, τα λύτρα, για να μην εισβάλουν αυτοί (οι τούρκοι), και στην Κωνσταντινούπολη!
Αλλά δυστυχώς, και της Παναγίας τα μάτια πούλησαν οι ορθόδοξοι στους αιρετικούς, και η Πόλη τελικά δεν σώθηκε.