Τα ανδραγαθήματα τα κάνουν αυτοί που έχουν παλληκαριά, μεγάλη καρδιά – όχι μεγάλο μπόι – και είναι αποφασισμένοι να θυσιασθούν. Και στον πόλεμο, όσοι έχουν παλληκαριά, επειδή έχουν καλοσύνη, δεν σκοτώνουν, γιατί η παλληκαριά δεν έχει βαρβαρότητα.

Ρίχνουν γύρω-γύρω από τον εχθρό και τον αναγκάζουν να παραδοθή. Ο καλός προτιμάει να σκοτωθή εκείνος παρά να σκοτώση. Και όταν κανείς έχη τέτοια διάθεση, δέχεται θεϊκές δυνάμεις.

Οι κακοί είναι φοβητσιάρηδες, άνανδροι, θρασύδειλοι· φοβούνται και τον εαυτό τους και τους άλλους, γι’ αυτό ρίχνουν συνέχεια από φόβο. Τότε με τον ανταρτοπόλεμο, όταν υπηρετούσα στον στρατό, είχαμε πάει μια φορά σε ένα χωριό. «Δεν είναι εδώ κανείς από τους συμμορίτες, μας είπαν· έχουν φύγει όλοι. Μόνο μια τρελλή γυναίκα έμεινε». Ένας λοιπόν την είδε από μακριά και έρριξε μια–δυό ριπές με το οπλοπολυβόλο! Η καημένη φώναξε «τι σας έκανα;», και ύστερα έπεσε κάτω.

– Από τον φόβο του το έκανε;
– Ναί, από τον φόβο του.

Ένας τέτοιος άνθρωπος θέλει την εύκολη λύση για τον εαυτό του. Για να είναι σίγουρος, λέει: «Καλύτερα να τον ξεκάνω τον εχθρό». Ο λιγώτερο φοβητσιάρης είναι και λιγώτερο κακός. Θα κοιτάξη να τον αχρηστέψη τον εχθρό, να του σπάση λ.χ. το πόδι, το χέρι· δεν θα τον ξεκάνη. Άλλο ανδρισμός, λεβεντιά, και άλλο κακότητα, εγκληματικότητα. Δεν είναι ανδρισμός να πιάνης τους εχθρούς, τους αιχμαλώτους, και να τους σφάζης.

Ανδρισμός θα πη να πιάσω τον εχθρό, να του σπάσω το ντουφέκι και μετά να τον αφήσω ελεύθερο. Ο πατέρας μου έτσι έκανε. Όταν έπιανε τους Τσέτες (1) που έκαναν επιδρομές στα Φάρασα, έπαιρνε τα ντουφέκια τους, τα έσπαζε και τους έλεγε: «Είστε γυναίκες· δεν είστε άνδρες». Ύστερα τους άφηνε ελεύθερους. Μια φορά ντύθηκε χανούμισσα, πήγε στο λημέρι τους και ζήτησε τον καπετάνιο.

Προηγουμένως είχε συνεννοηθή με τα παλληκάρια του, να επιτεθούν αμέσως μετά το σύνθημα που θα τους έδινε. Όταν οι Τσέτες τον πήγαν στον καπετάνιο, του είπε: «Διώξε τους άνδρες σου, για να μείνουμε μόνοι μας». Μόλις έμειναν οι δυό τους, του άρπαξε το ντουφέκι, το έσπασε και του είπε: «Τώρα εσύ είσαι γυναίκα· εγώ είμαι ο Εζνεπίδης ». Έδωσε τότε το σύνθημα, όρμησαν τα παλληκάρια του και έδιωξαν τους Τσέτες από το χωριό.

Για να κάνη κανείς προκοπή, πρέπει να έχη παλαβή φλέβα, με την καλή έννοια. Ανάλογα πως θα αξιοποιήση την παλαβή φλέβα, θα γίνη ή άγιος ή ήρωας. Αν όμως δεν βοηθηθή και παρασυρθή, μπορεί να γίνη εγκληματίας. Ένας που δεν έχει παλαβή φλέβα δεν μπορεί να γίνη ούτε άγιος ούτε ήρωας. Γι’ αυτό χρειάζεται να πάρη μπρός μέσα μας η μηχανή, να δουλέψη η καρδιά, η παλληκαριά. Η καρδιά πρέπει να παλαβώση.

Γνωρίζω πολλούς στρατιωτικούς που αποστρατεύθηκαν και είναι όλο σκασίλα. Μερικοί θέλουν να γίνη πόλεμος, για να ασχοληθούν – τόσο πολύ! – ενώ άλλος, μόλις τον καλούν για επιστράτευση, τρέμει η άλλος κάνει τον τρελλό, για να μην υπηρετήση. Πόσοι απόστρατοι μου λένε ότι θέλουν να πάνε επάνω στην Βοσνία να πολεμήσουν.

Δεν έχουν αξιοποιήσει την παλληκαριά τους στην πνευματική ζωή, γι’ αυτό, όταν ακούν για πόλεμο, χαίρονται να πάνε να πολεμήσουν. Αυτοί που έχουν τόση δύναμη, αν είχαν γνωρίσει την πνευματική ζωή, ξέρεις τι άσκηση, τι αγώνες θα έκαναν; Άγιοι θα ήταν.

Αγίου Παισίου Αγιορείτου, Λόγοι Β΄, «Πνευματική αφύπνιση», εκδ. Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Βασιλικά Θεσσαλονίκης 1999

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.