Ο Στυλιανός Ανδριώτης γεννήθηκε και έζησε όλη τη ζωή του στους Πύργους-Θερμής της Λέσβου από γονείς Αϊβαλιώτες, πρόσφυγες του ’22.

Ήταν εγγονός του Μουσικοδιδασκάλου καί πρωτοψάλτη της Κάτω Παναγιάς του Αϊβαλιού, Δημητρίου Μπακλά. Ζώντας σε χριστιανικό περιβάλλον, αξιώθηκε σε νεαρή ηλικία και έκτοτε αδιαλείπτως να πλαισιώσει το αναλόγιο της ενορίας του χωριού του, που δεν εγκατέλειψε επί επτά δεκαετίες, δεικνύοντας μεγίστη αγάπη προς την ψαλτική. Λαμπρύνοντας με την χαρισματική και αγγελική φωνή του τις εορτές και τις μνήμες των Αγίων της Ορθοδοξίας. Αν και είχε τελειώσει μόνο το Δημοτικό σχολείο, κατόρθωσε να εντρυφήσει πρακτικά την ψαλτική τέχνη, κυρίως από τον εκ Παμφίλων Αγιορείτη Ιερομόναχο π. Παχώμιο Σούγιουλτζη και τον πρωτοψάλτη του χωριού Αθανάσιο Βουλέλλη, τον άνθρωπο που ανακάλυψε τον 12ετή Στέλιο, καθώς τον άκουγε να διακονεί σιγοψέλνοντας μέσα στο ιερό και τον «τράβηξε» κοντά του στο αναλόγιο. Κρυφή διδασκάλισσα είχε την Αϊβαλιώτισσα μητέρα του, την Παρασκευούλα, που του υποδείκνυε πως έψελναν στο Αϊβαλί τα 4 αδέρφια και ο πατέρας της που ήταν όλοι τους σπουδαίοι ιεροψάλτες.
Ο Στέλιος καθώς μεγάλωνε, εξελίχθηκε γρήγορα σε χαρισματούχο, καλλίφωνο και πολύ σπουδαίο Ιεροψάλτη, στους δυο εναλλάξ ανά Κυριακή λειτουργούντες ενοριακούς ναούς των Πύργων Θερμής, την Παναγία Τρουλωτή και τον Άγιο Νικόλαο, αρνούμενος να πάει ψάλτης σε μεγαλύτερες ενορίες που τον ζητούσαν, επειδή δεν ήθελε να αφήσει την Παναγία και τον Άγιο Νικόλαο που αγαπούσε από μικρός.
Στο ψαλτήρι ήταν αρχοντικός και συνάμα απλοϊκός. Όταν έψελνε η υπέροχη φωνή του έβγαζε θεσπέσιους καί μελίρρυτους ήχους. Τον προσομοίωζαν με αηδόνι. Σ’ εκείνον τον ακούραστο και ταπεινό ψάλτη της Ορθοδοξίας, έβρισκε εφαρμογή το αγιογραφικό «Ψαλλῶ τῶ Θεῶ μου ἔως ὑπάρχω…». Όταν έψελνε Δοξαστικά ήταν απολαυστικός, καθώς και στα ιδιόμελα των Νυμφίων και τους Ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδας συγκινούσε τον κόσμο. Με σωστό χρόνο, αργό και μελωδικό ρυθμό, καθήλωνε τους προσκυνητές. Όταν στην Θεία Λειτουργία έψελνε το «Ἄξιον ἐστίν…» του άρεσε εκείνο που του είχε μάθει η μητέρα του σε ήχο α΄ όπως το έψελνε ο παππούς του στο Αϊβαλί. Το ύφος και η ψαλτική παιδεία του Στέλιου Ανδριώτη είχε επίσης φλέβα Αγιορείτικη που την διδάχθηκε από τον πατήρ Παχώμιο τον Ξηροποταμηνό. Ερχόταν κόσμος πολύς από πολλά μέρη, ακόμα και εκτός Λέσβου, γιατί ήθελαν να τον ακούσουν, επειδή τους άρεσε ο τρόπος που έψελνε με την κατανυκτική και γλυκιά του μελωδία. Του έλεγαν εγκωμιαστικά λόγια που εκείνος απέφευγε ταπεινά, θεωρώντας ότι η παρουσία του Χριστού ήταν αυτή που ομόρφαινε τα πάντα. Κάποιοι τον επευφημούσαν λέγοντας ότι έχουν γυρίσει πολλές Εκκλησίες σ’ όλη την Ελλάδα αλλά δεν έχουν ακούσει να ψέλνουν τόσο όμορφα.
Ένας Λέσβιος πολιτικός, που είχε διατελέσει και Υπουργός, γνώριζε προσωπικά τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ.Χριστόδουλο. Όταν κάποτε εκείνος τον ρώτησε που θα κάνει Πάσχα, του είπε με περηφάνεια ότι θα ερχόταν σ` ένα χωριό της Μυτιλήνης γιατί είναι ένας ψάλτης που τον κάνει και κλαίει όταν ψέλνει. Πράγματι, ο πολιτικός αυτός ερχόταν πολλές φορές στους Πύργους Θερμής και όταν ο Στέλιος Ανδριώτης έψελνε τη Μεγάλη Παρασκευή το Δοξαστικό «Σε τόν ἀναβαλόμενον…» συγκινιόντουσαν όλοι, ειδικά στο σημείο που λέγει: «Πῶς σέ κηδεῦσω Θεέ μου…». Μετά την περιφορά του Επιταφίου από τον Άγιο Νικόλα στην Παναγία, έψελνε το ιδιόμελο του πλαγίου α΄ «Τον ήλιον κρύψαντα…», στο οποίο ο Ιωσήφ ζητάει από τον Πιλάτο το Σώμα του Χριστού για να το ενταφιάσει, επαναλαμβάνοντας την φράση «δός μοι τούτον τον ξένον». Κάθε φορά που έψελνε την φράση αυτή, την έβγαζε από την καρδιά του, σαν να παρακαλούσε και εκείνος με παράπονο: «δός μοι τούτον τον ξένον». Με την ψαλμωδία του στις Ακολουθίες, προσέδιδε ένα εξαιρετικό και θεϊκό μελώδημα που άρεσε στον κόσμο, δημιουργούσε κατάνυξη, ακουμπούσε τις καρδιές των πιστών, που προσηλωνόντουσαν στα ιερά γράμματα.
Το χάρισμα της ψαλτικής τέχνης το μετέδωσε και σε άλλους, ακόμα και σε ιερείς, οι οποίοι έμαθαν κοντά του να ψέλνουν. Κάποτε, πήγαινε δίπλα του στο ψαλτήρι ένας νεαρός που ήθελε να μάθει να ψέλνει. Μία ημέρα η μητέρα του πήγε καί προσπάθησε να φιλήσει το χέρι του Στέλιου, που όμως δεν της το επέτρεψε, ζητώντας του να μάθει στο γιό της να ψέλνει γιατί ήθελε να τον δεί παπά, κάτι που έγινε τα επόμενα χρόνια καί ο νεαρός αξιώθηκε να γίνει Ιερωμένος καί να υπηρετεί σε ενορία της Κορίνθου. Μετά από χρόνια ήρθε ως προσκυνητής στο χωριό, φτασμένος ιερέας πιά καί μετέβη στην Παναγία Τρουλωτή για να προσκυνήσει. Την ώρα εκείνη εψάλετο η Θεία Λειτουργία επί της αποδόσεως της Εορτής Κοιμήσεως της Θεοτόκου καί εκλήθη να συλλειτουργήσει. Όταν ο Στέλιος Ανδριώτης είπε τον Απόστολο καί κατευθύνθηκε προς το Άγιο Βήμα για να ασπασθεί το χέρι του ιερέα – μαθητή του, εκείνος δεν του το επέτρεψε, αλλά συγκινημένος αγκάλιασε τον πρώτο δάσκαλό του καί τον ασπάσθηκε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των εκκλησιαζομένων.
Τις Κυριακές του γ΄ ήχου, επέλεγε πάντοτε να ψάλλει και τον 5ο κατά σειρά απ’ τους Αίνους, όπου περιγράφεται ίσως η πιο συγκινητική σκηνή της Αγίας Γραφής (Ιωαν.κ΄11-17) όπου περιγράφεται ο διάλογος του Αναστημένου Ιησού με την Μαρία Μαγδαληνή: «γύναι, τι κλαίεις;… λέγει αυτοίς: ότι ήραν τον Κύριόν μου και ουκ οίδα που έθηκαν αυτόν». Ακριβώς στο σημείο που το εκπληκτικό αυτό τροπάριο λέγει με παράπονο διά στόματος Μαρίας της Μαγδαληνής προς τους Αγγέλους για ποιόν λόγο κλαίει: «κλαίω φησίν, ότι ήραν τον Κύριόν μου του τάφου και ουκ οίδα που έθηκαν Αυτόν…», εκεί ο Στέλιος Ανδριώτης πάντα λυγούσε, συγκινιόταν, η φωνή του σπούσε. Έπαιρνε βαθιά ανάσα και έβγαζε κλαίοντας την αριστουργηματική αυτή ψαλμωδία, δείχνοντας ότι ζούσε αυτό που έψελνε.
Με την ίδια συγκίνηση το βράδυ των Βαΐων στο πρώτο Νύμφιο έψελνε το: «αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα υμών, και Θεόν μου Θεόν υμών». Αυτό που ένοιωθε ο ακούων, ήταν ότι δεν μπορούσε να αποδοθούν αυτά τα άσματα καλύτερα καί τόσο τέλεια, γιατί αυτή η γλυκιά, συγκινητική απόδοση άγγιζε τις ψυχές των πιστών.
Απορίας άξιον ήταν πως ένας απλοϊκός ψαράς, που έτρεχε τα πρωϊνά των Κυριακών από όποιο μέρος του νησιού και αν τύγχανε να δουλεύουν ώστε να μη λείψει και να είναι παρόν στη Θεία Μυσταγωγία, με τα λίγα γράμματα του Δημοτικού που ήξερε, μπορούσε και αφομοίωνε εύκολα και αλάνθαστα τα αρχαία γράμματα των Εκκλησιαστικών βιβλίων. Πολλές φορές, ακόμα και ο ίδιος δεν καταλάβαινε πως γίνεται χωρίς να ξέρει γράμματα να βγάζει τις ακολουθίες τόσο άνετα. Στο αναλόγιο ήταν ακούραστος μέχρι τα γεράματά του, αφού μπορούσε να βγάλει ακόμα και μόνος του μεγάλες ακολουθίες. Άμα ψέλνανε πρωτάρηδες, τους βοηθούσε δείχνοντας, παρακολουθώντας και διορθώνοντάς τους με διάκριση. Με τον τρόπο που έψελνε, δίδασκε ταυτόχρονα τον ζήλο, την αντοχή και την Χριστιανική παιδεία που πρέπει να έχει κανείς στο ψαλτήρι και γενικότερα στην προσευχή. Η ψαλτική ήταν η μεγάλη του αγάπη. Ένα μεγάλο μέρος της καρδιάς του ανήκε σ` αυτήν.
Μία λαϊκή ποιήτρια του χωριού, η Δήμητρα, συνέγραψε το παρακάτω ποίημα για τον Στέλιο:
«Χαράματα την Κυριακή, ξυπνώ για να προλάβω,
τις πρωϊνές μου τις δουλειές, στην Εκκλησιά να πάω.
Η θέση μου είναι πάντοτε, απέναντι στους ψάλτες,
γιατί έχω εξάδελφο, που μοιάζει τους Μπακλάδες.
Έχει φωνή πανέμορφη, την Εκκλησιά στολίζει,
η Παναγιά καί ο Χριστός, χρόνους να τον χαρίζει.
Στέλιο τον ονομάζουνε, με την καλή καρδιά του,
καί οι ξένοι όπου τον ακούν, θαυμάζουν την λαλιά του.
Θεέ μου δίνε δύναμη, στο Στέλιο μας επάνω,
να βρίσκετε στην Εκκλησιά ως τα γεράματά του»!
Κάποιες κοπέλες του χωριού που είχαν παντρευτεί και είχαν φύγει σε άλλα μέρη της χώρας, όταν ερχόντουσαν το καλοκαίρι για διακοπές, πήγαιναν στην Εκκλησία για να ακούσουν το όμορφο ψάλσιμό του και την ημέρα που ήταν για να φύγουν έκλαιγαν επειδή θα τις έλειπε η γλυκιά φωνή του.
Με τον επί 36 χρόνια εφημέριο της ενορίας π. Μιχαήλ Βουλγαρέλλη είχαν μία αξιέπαινη και αγαστή συνεργασία άξια παραδειγματισμού, όπου δέσποζε η αγάπη και ο αναμεταξύ τους σεβασμός.
Λίγες ημέρες πριν κλείσει τα 90 χρόνια της ζωής του, έψαλε μία ημέρα στο μοναστήρι του Αγίου Ραφαήλ. Μετά την απόλυση τον πλησίασε ένας άγνωστος Θεσσαλονικιός προσκυνητής και του λέει: «Είσαι ωραίος… Ακούς τι σου λέω; Έχω πάει παντού. Αυτό το πράγμα (εννοούσε την ψαλμωδία του) δεν υπάρχει πουθενά….».
Όταν καθόταν στην αυλή του σπιτιού του και αναπαυόταν, έκλεινε τα μάτια του και έπιανε σιγανά να ψέλνει. Τα πουλιά αρχινούσαν κι’ αυτά να κελαηδούν ξέφρενα σα να ισοκρατούσαν. Συμμετείχαν και αυτά στη μυστηριακή ψαλμωδία!!!
Εκοιμήθη στις 2 Σεπτεμβρίου του 2021. Την ημέρα αυτή πήγε ο ιερέας του χωριού ο παπά Μιχάλης και τον κοινώνησε. Μόλις έφυγε ο παπάς, ο Στυλιανός ρώτησε τους παρευρισκόμενους αν άκουγαν και εκείνοι (τους Αγγέλους) που έψελναν την Τιμιωτέρα των Χερουβίμ…
Οι ουράνιες δυνάμεις θα συνόδευαν την ψυχή του Στυλιανού στην Βασιλεία του Θεού!

Αιωνία η μνήμη του!

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.