από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο- ΓΕΝΙΚΑ – ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Ο π. Ευμένιος γεννήθηκε το 1931 στην Εθιά Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Η Εθιά, είναι ένα ορεινό χωριό σε υψόμετρο 740μ. Είναι άγονος τόπος, γι΄αυτό κι οι κάτοικοί του μετοίκησαν σ΄ένα χαμηλότερο μέρος, στό χωριό Ροτάσι. Στην Εθιά υπάρχουν δύο εκκλησίες: Η κεντρική είναι αφιερωμένη στην Παναγιά και φυλάσσει θαυματουργό εικόνα της. Εκεί η Παναγία είχε εμφανισθεί σαν γυναίκα ντυμένη στα μαύρα κάποια μέρα, που ο πατήρ Ευμένιος, μικρό παιδί τότε, άναβε τα κανδήλια του ναού, και του είπε: “Έσύ μια μέρα θα γίνεις ιερέας”.

Στόν αύλιο χώρο του ναού αυτού, έμελλε να είναι κι ο τάφος, όπου αναπαύεται το σκήνωμα του Οσίου Γέροντα. Ο πατήρ Ευμένιος ήταν γόνος πολυμελούς και πάμπτωχης οικογένειας. Γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1931. Οι γονείς του, Γεώργιος και Σοφία Σαρειδάκη, ήταν άνθρωποι ευσεβείς και ενάρετοι. Είχαν οκτώ παιδιά, από τα οποία το τελευταίο ήταν ο πατήρ Ευμένιος, που στη βάπτισή του πήρε το όνομα Κωνσταντίνος. Ο μικρός Κωνσταντίνος ορφάνεψε από πατέρα σε ηλικία μόλις δύο ετών! Η χήρα μάνα του με τι δυνατότητες να θρέψει τόσα στόματα! Ξενοδούλευε για να τα φέρει βόλτα.

Έπειτα, με τη γερμανική κατοχή, χειροτέρευσαν τα πράγματα. Σε τέτοιο περιβάλλον, με πολλές στερήσεις μεγάλωσε ο Κωνσταντίνος. Παπούτσια πρωτοφόρεσε στα δώδεκά του χρόνια. Παρ΄ όλες όμως τις στερήσεις, την πείνα και την ανέχεια, το ήθος και η πίστη του μικρού αυτού παιδιού δεν αλλοιώθηκαν. Μάλιστα, ο ιερέας του χωριού τους ήθελε να του δίνει μια μικρή βοήθεια, επειδή πήγαινε και βοηθούσε στόν ναό.

Ο μικρός Κωνσταντίνος, όμως, του έλεγε: “Όχι, Παπα-Γιάννη, δεν παίρνουμε ποτέ χρήματα από την Εκκλησία1”. Όταν του έδιναν ψωμί για κάποια δουλειά που έκανε, ποτέ δεν το έτρωγε μόνος του, αλλά το πήγαινε στο σπίτι του και το έτρωγε με τ΄ αδέλφια του! Έγινε μοναχός σε ηλικία μόλις 17 χρονών, αγωνιζόμενος με αγάπη και προσευχή, ενώ δοκιμάστηκε από την ασθένεια της λέπρας και, ενώ ήταν ήδη ιερέας, δοκιμάστηκε ακόμη χειρότερα από δαιμονική επιρροή, με την οποία βασανίστηκε ψυχικά και σωματικά πριν ελευθερωθεί μετά από πολλές προσευχές, αγρυπνίες και εξορκισμούς σε μοναστήρια της Κρήτης.

ΛΕΠΡΑ: Η λέπρα τον έφερε στο Νοσοκομείο Λοιμωδών στην Αγία Βαρβάρα Αθηνών. Εκεί θεραπεύτηκε αλλά αποφάσισε να παραμείνει στο Νοσοκομείο ως ιερέας, για να βοηθήσει ανακουφίζοντας τους συνανθρώπους του, λειτουργώντας παράλληλα στο νοσοκομειακό ναό των αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού. Εκεί θα αρχίσει το υποδειγματικό ποιμαντικό του έργο. Η ανυπόκριτη αγάπη του και ο ασκητικός του αγώνας έφεραν σ’ αυτόν τη χάρη του Θεού και ο ταπεινός λευίτης έφτασε σε τέτοιο ύψος αγιότητας, που διατηρούσε όσο μπορούσε κρυφό, ώστε αξιώθηκε να λάβει προορατικό χάρισμα, να ζήσει υψηλά πνευματικά βιώματα και να βοηθήσει πολλούς ανθρώπους, όχι μόνο με τις συμβουλές και την προσευχή του αλλά και με την αγιασμένη παρουσία του. Ο Γέροντας αγαπούσε όλο τον κόσμο, ενώ ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ήταν το τρανταχτό γέλιο του, αλλά και τα δάκρυα! Συχνά, έβγαινε από το Ιερό, κατά τη λειτουργία, με τα γένια του βρεγμένα από δάκρυα, αφού προσευχόταν για όλους τους πονεμένους και δυστυχισμένους συνανθρώπους μας! Πολλά πνευματικά του τέκνα διηγούνται ότι ο π. Ευμένιος γελούσε με τους αγίους, με την Θεοτόκο, με τους αγγέλους, και μετέδιδε τη χαρά των αγίων και των αγγέλων, γι’ αυτό, όταν τον επισκέπτονταν, μπορεί να ήταν στενοχωρημένοι ή κουρασμένοι ψυχικά, αλλά φεύγαν… “πετώντας”. Ο π. Ευμένιος χαμογελούσε συχνά και κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, μπορεί την ώρα που διάβαζε το ιερό ευαγγέλιο ή όταν εθυμίαζε κατά τον Όρθρο την Θεοτόκο στην “Τιμιωτέρα”, ή την ώρα των παρακλήσεων. Από το βιογράφο του2 διαβάζουμε: “Όποιος τον πλησίαζε, έβλεπε έναν ιερέα, έναν καλόγερο, με έντονη χαρά στο πρόσωπό του. Αυτή η χαρά, συχνά, εκφραζόταν με πολλά γέλια, που αναμιγνύονταν με τα λόγια του ή ξεχύνονταν από τις άκρες των κλειστών χειλιών του, όταν έμενε σιωπηλός.

Το καταλάβαινες ότι ήταν γέλια ενός χαριτωμένου ανθρώπου, μιας καρδιάς ξέχειλης από αληθινή, θεία γαλήνη και χαρά, που χυνόταν έξω και δρόσιζε, ξενίζοντας τους άλλους. Ήταν εμφανές ότι ο γέροντας προσπαθούσε να συγκρατηθεί από ταπείνωση, να μη φανεί αυτή η αγία ιδιαιτερότητα, μα δεν το κατάφερνε πάντοτε. Όποτε τον επισκεπτόμουν έπαιρνα αυτό το δώρο, τη χαρά δηλαδή και τα «αλλιώτικα» γέλια του, που κυλούσαν ως την δική μου καρδιά.

Όταν φορούσε την ιερατική του στολή και έβγαινε στην Ωραία Πύλη για το «Ειρήνη πάσι» ή θυμίαζε την Παναγία μας στο τέμπλο, το πρόσωπό του, συγκρινόμενα με τα απαστράπτοντα άμφια, έλαμπε περισσότερο. Ιδιαίτερα μπροστά στην Θεοτόκο, στην Τιμιωτέρα ή στους Χαιρετισμούς, την χαιρετούσε πραγματικά πλημμυρισμένος χαρά και γελούσε μόνος αυτός, σαν να του είπε η Θεοτόκος μιαν ευχάριστη είδηση.”

Ο Άγιος Πορφύριος έλεγε για τον Γέροντα Ευμένιο: “Να πηγαίνετε να παίρνετε την ευχή του Γέροντα Ευμένιου, γιατί είναι ο κρυμμένος Άγιος των ημερών μας. Σαν τον Γέροντα Ευμένιο βρίσκει κανείς κάθε διακόσια χρόνια”. Στο Λοιμωδών γνώρισε τον λεπρό άγιο μοναχό Νικηφόρο που, τυφλός ων από την ασθένειά του, έγινε πνευματικός πατέρας πολλών χριστιανών και δάσκαλος του Γέροντα Ευμένιου.

H ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ: Η μυστική, ασκητική ζωή του αγίου Γέροντα δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Όμως στο εξαιρετικό βιβλίο του Σίμωνος Μοναχού π. Ευμένιος – Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, Διαβάζουμε τι διηγείται ο μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος: “Ένα πολύ σημαντικό περιστατικό, που θυμούμαι από τον γέροντα Ευμένιο, είναι μία προσευχή του έκανε:»Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους ανθρώπους». «Κι εχάρη ο Θεός», μου έλεγε. «Και μετά είπα: «Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους καθολικούς.

Και όλους τους προτεστάντες, Χριστέ μου, θέλω να σώσεις». Κι εχάρη ο Θεός. «Θέλω να σώσεις και όσους ανήκουν σε όλες τις θρησκείες, και τους αθέους ακόμα θέλω να σώσεις». Κι εχάρη πολύ ο Θεός. Και του είπα: «Χριστέ μου, θέλω να σώσεις όλους τους απ’ αιώνες κεκοιμημένους από Αδάμ μέχρι τώρα». Κι εχάρη ο Θεός πολύ. Και είπα: «Θεέ μου, θέλω να σώσεις και τον Ιούδα». Και στο τέλος είπα: «Θέλω να σώσεις και τον διάβολο». Κι ελυπήθη ο Θεός». Του λέω: «Γιατί λυπήθηκε ο Θεός;». «Διότι θέλει ο Θεός και δεν θέλουν αυτοί» μου απάντησε, «δεν υπάρχει ίχνος καλής θελήσεως σωτηρίας στον διάβολο». «Καλά» του είπα, «πώς κατάλαβες εσύ πότε ο Θεός χαιρόταν και πότε ελυπήθη;». Και μου λέει: «Άμα η καρδιά σου γίνει ένα με την καρδία του Χριστού, αισθάνεσαι αυτά που αισθάνεται»! Καταλαβαίνουμε μ΄αυτά σε τι ύψος θείας Χάριτος είχε φτάσει.

Η ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΟΑΙΩΝΙΟ ΕΧΘΡΟ: Το χτύπημα του διαβόλου ήρθε όταν, μετά από σειρά δαιμονικών οραμάτων με άγρια θηρία, ο Γέροντας, ενόσω ήταν ακόμη, αν και πιστός γεμάτος αγάπη, άπειρος, όμως, νέος ιερέας, έπαψε να έχει πειρασμούς και ένιωσε ότι «νίκησε το διάβολο» και τον γελοιοποίησε.

Η στιγμή εκείνη ήταν μια πτώση σε παγίδα του εχθρού. Ο εχθρός τον χτύπησε καθώς κατέβαινε τη σκάλα του Λοιμωδών, αρχικά στο πρόσωπο και στη συνέχεια στην ψυχή. Για την περίοδο εκείνη ο Γέροντας είχε πει: «Ήταν ο καιρός που τα δάκρυά μου έκαιγαν το πρόσωπό μου. Ζεματιστά δάκρυα«.

Η ταλαιπωρία του έπαψε μετά από νηστείες, αγρυπνίες και πολλές επισκέψεις, με τη συντροφιά πιστών φίλων, στα μοναστήρια της Κρήτης. Στην Παναγία του Κουδουμά, κατά τον άγιο Γέροντα, δόθηκε η τελική νίκη κατά του εχθρού, μια νίκη της Παναγίας για χάρη του.

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ: Α΄: Κάποια ημέρα, που λειτουργούσε ο πατήρ Ευμένιος στους Α. Αναργύρους, είχε πολύ κόσμο και πολλά παιδιά. Την ώρα τοῦ Χερουβικού, βγήκε στην Ωραία Πύλη να συγχωρεθεί από το εκκλησίασμα. Εκείνη τη στιγμή, είδε να κάθονται μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, στό τέμπλο, μερικά παιδάκια. “Σας έχω πεί ότι δε θέλω, την ώρα της Θείας Λειτουργίας, παιδιά να κάθονται εδώ μπροστά”, τους λέει.

Έπειτα κατέβηκε, πήρε τα παιδιά από τό χέρι και τα οδήγησε στο πίσω μέρος του ναού. Έπειτα, μπήκε στο Ιερό και πήρε τα Άγια, για τή Μεγάλη Είσοδο. Ωστόσο, ένα από τά παιδάκια αυτά πήγε πάλι μπροστά, στη βορεινή όμως τώρα Πύλη, και, την ώρα που έβγαινε ο πατήρ Ευμένιος με τα Άγια, φωνάζει τό παιδάκι στη μητέρα του: «Μαμά, μαμά, ο Παππούλης πετάει, ο Παππούλης πετάει!»
Β΄ Ο πατήρ Ευμένιος θεράπευε κρυφά ή κάνοντας μικροσαλότητες! Η κυρία Ευαγγελία Προδρόμου, που υπέφερε από φρικτούς πόνους σε στομάχι και έντερο, ιδίως μόλις έτρωγε, έλεγε ότι πήγε κάποτε στον πατέρα Ευμένιο. Εκείνος την καλωσώρισε και, για να την κεράσει, της έδωσε μια πορτοκαλάδα. Του λέει τότε εκείνη: “Γέροντα, αδύνατον να πιώ τέτοιο πράγμα.

Έχω το έντερό μου και το στομάχι μου και θα με διαλύσει”. “Πιές, πιές”, επέμενε εκείνος και της το έδωσε, μάλιστα, στο στόμα. Εκείνη τό ήπιε και της έδωσε και δεύτερο ποτήρι. Κι επειδή τελείωσε η πορτοκαλάδα, της γέμισε το τρίτο ποτήρι με ένα αεριούχο άλλο αναψυκτικό. Αφού εκείνη τα ήπιε όλα, λέει στον πατέρα Ευμένιο: “Γέροντα, σε δύο λεπτά κλάψε με!”. “Πήγαινε, πήγαινε, δεν έχεις τίποτε”, της απάντησε εκείνος. Από τότε εκείνη έγινε τελείως καλά!

Γ΄ Κάποιο απόγευμα, ο πατήρ Ευμένιος αισθάνθηκε αφόρητο πόνο στό στομάχι του. Το πώς θεραπεύτηκε, το διηγήθηκε ο ίδιος στο βιογράφο του: “Δεν ήξερα τι να κάνω. Το στομάχι μου δε με είχε πονέσει ποτέ. Πήγα κι εγώ μέσα στο Ναό, μπροστά στην εικόνα των Αγίων Αναργύρων και άρχισα να σταυρώνω το στομάχι μου και να παρακαλώ τους Αγίους Αναργύρους να με κάνουν καλά. Σταυρωνόμουν για πάνω από τέσσερες ώρες. Μετά κάθισα λίγο να ξεκουραστώ, και με πήρε ο ύπνος. Βλέπω τότε τους Αγίους Αναργύρους με λευκές μπλούζες, σα γιατρούς, να μού κάνουν εγχείρηση. Μού έβγαλαν έξω το στομάχι και μου το έδειχναν. Αμέσως μετά ξύπνησα και ήμουν μια χαρά. Από τότε δε με ξαναπόνεσε καθόλου”.

Δ΄ : Η Γερόντισσα της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Βρανά, Θεοτίμη, διηγήθηκε ότι, όταν πήγαινε ο πατήρ Ευμένιος και τους λειτουργούσε, όλο γελούσε μέσα στο Ιερό. Η ίδια διηγείται: “Κάποια φορά, που θα είχαμε Λειτουργία, με ρώτησαν ποιος παπάς θα έρθει να λειτουργήσει και λέω: “Αυτός ο Παππούλης, που όλο γελάει μέσα στο Ιερό και γελάω κι εγώ”. Από εκείνη την φορά και μετά, όσες φορές ήρθε να μας λειτουργήσει ο πατήρ Ευμένιος, δεν ξαναγέλασε ποτέ. Κάποια φορά ήρθε και μας λειτούργησε πάλι. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας καθίσαμε στο μικρό μας Αρχονταρίκι. Κάποια στιγμή τον ρωτάω: “Γέροντα, κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, μέσα στον ναό, ένας Άγγελος μόνο υπάρχει;”. Δεν μου απάντησε, αλλά μόνον χαμογέλασε. Εγώ τον ρωτάω και δεύτερη και τρίτη φορά. Τίποτε. Μόνο χαμόγελο. Όποτε, την τέταρτη φορά, μου λέει: “Φρού-φρού oι Άγγελοι, φρού-φρού οι Άγγελοι. Πολλοί Άγγελοι, πολλοί Άγγελοι”. Και γελούσε.”

Ε΄ : Ο μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος ιστορεί: “Όταν επισκεφθήκαμε το Λεπροκομείο Αθηνών, σ΄ όλη την διάρκεια της Ακολουθίας ο ιερέας ήταν εντός του Ιερού. Έτσι, δεν είχα την ευκαιρία να τον δώ. [….] Εμείς ψέλναμε έναν μακρύ Κανόνα. Σιγά-σιγά ο ναός των Α. Αναργύρων εγέμισε. Ήταν υπερπλήρης. Οπότε στην ενάτη ωδή “Ασπόρου συλλήψεως ο τόκος ανερμήνευτος, Μητρός ανάνδρου άσπορος η κύησις, Θεού γάρ η γέννησις, καινοποιεί τάς φύσεις διό σε πάσαι αι γενεαί, ως Θεού υμών Μητέρα, ορθοδόξως μεγαλύνομεν”, που λέει ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης, εμφανίζεται ένας παπάς, λουσμένος μέσα στην χαρά, στο γέλιο και στο φως.

Εξεπλάγην. Λέω: “Αυτός είναι ο πατήρ Ευμένιος;”. Ο Γέρων, όμως, κατάλαβε ότι εγώ ηλεκτρίστηκα εκείνη την ώρα, ότι κάτι έπαθα, που είδα όλο εκείνο το φως, εκείνη την χαρά. Μπορώ να πω, ότι το πιο σημαντικό πράγμα για μένα ήταν η χαρά, η οποία ήταν αποστασιοποιημένη, όχι μόνο στο στόμα, σε όλο του το σώμα, σε όλη την κίνηση, σε όλο του το πρόσωπο. Όλος ο άνθρωπος απέπνεε χαρά.

Η χαρά ήταν σωματική, δεν ήταν απλώς η έκφραση ενός χαμόγελου. Δηλαδή, το χέρι του που θυμιάτιζε, θυμιάτιζε χαρούμενα, το πρόσωπό του, τα μάτια του, όλα είχαν χαρά και φως. Αφού περατώθηκε η θυμίασις του ναού από αυτόν τον χαρούμενο και φωτοφόρο άνθρωπο και φτάσαμε στην Απόλυση, χαρούμενος βγήκε και είπε: “Εύχομαι τα άγια, γράμματα και τα άγια λόγια και οι ιεροί ψαλμοί του Μεγάλου Κανόνος του Αγίου Ανδρέου Κρήτης να σκέπουν, να οδηγούν και να φωτίζουν όλη την ζωή σας, καλά μου παιδιά. Σας ευχαριστώ.3”

ΣΤ΄ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟ ΧΑΡΙΣΜΑ: Ο βιογράφος του ρωτησε κάποτε τον π. Ευμένιο για το πώς ενεργεί το διορατικό χάρισμα. Ο άγιος του απάντησε: “Α, αυτό το κατέχω καλά, μπορώ να στο πω. Βλέπεις τι υπάρχει εδώ άπ’ έξω στην αυλή;”, ρωτάει το μοναχό Σίμωνα ο παππούλης. “Δεν βλέπω”, του απαντά εκείνος. “Τώρα”, του λέει, “περνάει μια γάτα με μια μεγάλη μαύρη βούλα εδώ στον λαιμό. Εμένα, βλέπεις, με έχει αξιώσει ο Θεός να βλέπω και πίσω από τον τοίχο”. Λίγο αργότερα, αμέσως μετά το διάλογο αυτό, εμφανίστηκε στην πόρτα μια γάτα με μαύρη βούλα στον λαιμό. Κι ο γέροντας άρχισε να γελά. Απ΄αυτό καταλαβαίνουμε ότι είχε το διορατικό χάρισμα, αλλά το έκρυβε, όσο μπορούσε, για να μην προκαλεί, και να μη θαυμάζεται.

ΣΤΙΣ ΣΚΗΝΕΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΝ: Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και την 23η Μαϊου 1999 παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο και τάφηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, στον τόπο που γεννήθηκε, στην Εθιά της Κρήτης. Ας έχουμε την ευχή του!

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (2 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.