Ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος είχε ακούσει ότι οι παλαιοί πατέρες του Μοναστηριού (της Ι. Μονής Στομίου Κονίτσης) κατέβαιναν στον γκρεμό για ησυχία και προσπάθησε και αυτός να κατέβη. Πήρε μια τριχιά, δέθηκε και έδεσε την άλλη άκρη σε ένα δένδρο.

Σε κάποιο σημείο βρήκε μια ίσια επιφάνεια, περίπου ένα τετραγωνικό, και πάτησε. Θέλησε να προσευχηθή εκεί.

Βρήκε μερικές πέτρες και τις έβαλε στην άκρη σαν τοιχάκι.

Μόλις άρχισε την προσευχή, έρχεται ο πειρασμός σαν σίφουνας, ένας αέρας δυνατός, και τον έσπρωχνε βίαια προς τον γκρεμό. Επικαλέστηκε τότε την Παναγία:

«Παναγία μου, σώσε με».

Αμέσως σταμάτησε ο σίφουνας και σώθηκε, αφού είχε φθάσει στο χείλος του γκρεμού και στηρίχθηκε το πόδι του στις πέτρες. Ο γκρεμός εκείνος είναι φοβερός, και μόνο να τον βλέπης σε πιάνει ίλιγγος.

Διηγήθηκε ο Γέροντας και κάποια άλλη δαιμονική επίθεση:

«Ήμουν στην Εκκλησία, έκανα προσευχή και κατά η ώρα δώδεκα τα μεσάνυχτα ακούω το μανταλάκι της πόρτας να παίζη κρίκι-κρικ συνέχεια. Πήγε η ώρα μία και δεν σταμάτησε. Ακούγονταν συγχρόνως φωνές και χτυπήματα. Στο Μοναστήρι δεν υπήρχε κανείς άλλος. Σκέφτηκα, αφού είναι ο διάβολος στην πόρτα, να μη βγω έξω, και μπήκα μέσα στο Ιερό και εκεί ξημέρωσα».

Από το βιβλίο: Ιερομονάχου Ισαάκ, ΒΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Στ’ έκδοσις, Άγιον Όρος 2008, σελ. 143.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.