(…) Η πατερική έννοια της εικόνας κατανοείται συχνά μέσα στα όρια του πλατωνισμού.

Με το μύθο δηλαδή την εικόνα ο φιλόσοφος ζητάει μια καινούργια θέα της ιδέας, με την εικονική του σταθερότητα και το εικονικό του νόημα ο μύθος βοηθάει την ψυχή να πετάξει, της μεγαλώνει τον έρωτα για την ιδέα.

Ένα είδωλο της αλήθειας είναι ο μύθος και όσο κι αν αποπλανεύεται η ψυχή με την εικόνα, η αλήθεια η ίδια πραγματικά δεν υπάρχει μέσα στην εικόνα, θα πει ο Θεοδωρακόπουλος (Εισαγωγή στον Πλάτωνα.) H εικονουργία του Πλάτωνα αποτελεί την ύλη της ανάμνησης, της συνάφειας της ψυχής με τον σταθερό κόσμο των ιδεών. Αν κρατάμε αδιάκοπα στο νου μας, πόσο στενά δεμένη είναι η ψυχή με την ιδέα, τότε θα νιώσουμε, ότι η ανάμνηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια έκφραση, ίσως η πιο τέλεια από κάθε άλλη, για να εκδηλωθεί η αντικειμενικότητα της ιδέας και να χωρισθεί το απόλυτο από το σχετικό.

Εκείνο που έχει την ανάμνηση, η ψυχή, είναι το σχετικό, αυτό κινείται και αλλάζει, έχει και χάνει τη γνώση, και πάλι την ξαναφέρνει στην κατοχή του και την χάνει ξανά. Ενώ το αντικείμενο της γνώσης, η ιδέα, που οι αχτίνες της καθώς φθάνουν μέσα μας θερμαίνουν τη θύμηση, αυτό είναι το απόλυτο.(…) Τη διαλεκτική τούτη σχέση που δένει την ψυχή με την ιδέα, θέλει να δηλώσει ο Πλάτων με την ανάμνηση. Όλη η γνώση, η μάθηση, η φρονημάδα και η τέχνη είναι ανάμνηση, δηλαδή μ’ αυτά η ψυχή ξανάρχεται σε κάτι δικό της, στο αρχικό αγάπημά της. (Εισαγωγή…, στο ίδιο.) Η εικονοπλασία λοιπόν στον Πλάτωνα είναι σταθερή αισθητική μορφή της ψυχής, που εργάσθηκε πριν για την αλήθεια, είναι γλώσσα συμβόλων που μιλούν μόνα τους και το φως τους χύνεται άμεσα μέσα στην ψυχή μας. Είναι τόσο σύμφυτα με το νόημα του μύθου (εικόνας), θα πει ο Θεοδωρακόπουλος, που είτε τα ερμηνεύσεις είτε όχι, σε συγκινούν. Για τον σεβασμιότατο Περγάμου «η αυθεντική παράδοση των ελλήνων πατέρων ποτέ δεν δέχτηκε την πλατωνική αντίληψη -την οποία υιοθέτησε μεταξύ άλλων ο άγιος Αυγουστίνος- σύμφωνα με την οποία η τελειότητα ανήκει στην αρχέγονη, originel, κατάσταση των πραγμάτων» (στο ίδιο.) και κατά συνέπεια η εικόνα λειτουργεί ως ανάμνηση αυτής της αρχέγονης πραγματικότητας.

Για τους Ελληνες Πατέρες η εικόνα μετέχει στην πραγματικότητα και την αλήθεια. Όταν υπερασπίζονταν την εικόνα έναντι των εικονομάχων την θεμελείωναν στην σάρκωση, σ’ ένα γεγονός που είχε σχέση με την ιστορία και την κτίση. (Αναλυτικώτερα για το θέμα αυτό βλέπε τις μελέτες των Φλωρόφσκυ, Χριστιανισμός και πολιτισμός, κεφ. 4ο Η εικονοκλαστική έριδα. Λ. Ουσπένσκυ, Η θεολογία της εικόνας, κεφ. 8ο Η εικονομαχική διδασκαλία και η ορθόδοξη απάντηση.)

*

(…) Στην προσπάθεια να ερμηνεύσει την τεχνοτροπική ιστορική κίνηση της εικόνας ή του εικονίσματος ένας σύγχρονος θεολόγος ταυτίζει την εικόνα-αντικείμενο, όπως και το Ευαγγέλιο με την Αλήθεια. «Έτσι η τεχνιτή εικόνα, λέει, είναι Αλήθεια και γλώσσα, όπως ακριβώς και το Ευαγγέλιο. Και ως αλήθεια είναι γεγονός άγιο, άτρεπτο, αναλοίωτο, υπεριστορικό, ενώ ως γλώσσα είναι πραγματικότητα συμβατική και άρα τρεπτή και συνδεδεμένη και με το ιστορικό γίγνεσθαι. Όπως το Ευαγγέλιο είναι ένα, παρά την τετράμορφη καταγραφή του και παρά την μετάφρασή του σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, έτσι και η εικόνα είναι μία παρά την ποικιλία των ζωγραφικών τρόπων με τους οποίους αποδίδεται». (Γ. Κόρδη, Το ορθόδοξο εικόνισμα. περ. Σύναξη, τευχ. 67, Ιουλ.-Σεπτ. 1998). Βάσει του πλατωνικού προτύπου που προαναφέραμε, το απόλυτο δηλαδή το αντικείμενο της γνώσης, η ιδέα ταυτίζεται εδώ με την Αλήθεια της εικόνας, το πρόσωπο του Χριστού, ενώ το σχετικό που κινείται και αλλάζει, η ψυχή κατά τον Πλάτωνα ταυτίζεται εδώ με την εικονογραφική τεχνοτροπία.

Σε καμμία περίπτωση δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε την Αλήθεια, έτσι όπως την κατανοούμε μέσα στην Εκκλησία αντικειμενικά, δια της εικόνος ή του Ευαγγελίου. «Όταν ο Πιλάτος έθεσε στον Χριστό την ερώτηση: τι εστίν αλήθεια; ο Χριστός δεν απάντησε μ’ άλλον τρόπο από τη σιωπή. Και ο Πιλάτος ούτε την απάντηση δεν περίμενε και βγήκε ξέροντας πως μπορούσε να δώσει κανείς ένα πλήθος απαντήσεις από τις οποίες καμμιά δεν θα ίσχυε. Γιατί η Εκκλησία μόνον κατέχει την απάντηση στο ερώτημα του Πιλάτου. Εν μέσω των Αποστόλων Του μίλησε ο Χριστός και είπε στους μαθητές Του: εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή. Η αλήθεια απαντά στην ερώτηση, όχι τι είναι, αλλά ποιος είναι η αλήθεια», θα πει ο Ουσπένσκυ στην Θεολογία της εικόνας. Έτσι ταυτίζοντας την Αλήθεια της Εκκλησίας με την εικόνα της ή τις γραπτές μαρτυρίες περί αυτής-το Ευαγγέλιο, τότε χάνουμε την ίδια την Αλήθεια, που είναι ένα Πρόσωπο, μία σχέση. Η ενεργή παρουσία του Χριστού αντικειμενοποιείται και χάνεται κάθε δυνατότητα σχέσης, δηλαδή χάνεται ο Χριστός ως Πρόσωπο και γίνεται μία ιδέα, μία αντικειμενική αλήθεια. Τον ‘δεχόμαστε’ και τον ‘αναπαριστάνουμε’ όπως και οι μη πιστοί, ως ένα ιστορικό πρόσωπο όμοια με τον Σωκράτη, τον Ιούλιο Καίσαρα ή τον Ιουστινιανό.

Ο χριστιανισμός όμως δεν εδραιώθηκε πάνω στο Ευαγγέλιο ούτε πάνω στην εικόνα. Προϋπήρξε αυτών η Εκκλησία ως λατρευτική κοινότητα και στην συνέχεια δημιουργήθηκαν τα αντικειμενικά αυτά στοιχεία, ως μαρτυρία της προσωπικής σχέσης μιας κοινότητας με το συγκεκριμένο Πρόσωπο. Η ίδια η ιστορία της εικονογραφίας μας τα διδάσκει αυτά τα πράγματα. Αν ίσχυε η θέση του παραπάνω θεολόγου, τότε η ορθόδοξη εικόνα της Πεντηκοστής (οι 12 Απόστολοι με κορυφαίους τον Πέτρο και Παύλο και στο κάτω μέρος την μορφή ανδρός ως ο κόσμος) που σαφώς αντιβαίνει το ανάλογο χωρίο των Πράξεων γιατί ο απόστολος Παύλος δεν ανήκει κάν στους πιστούς, δεν θα μπορούσε ποτέ να ταυτιστεί με την Αλήθεια της Εκκλησίας, θα αποτελούσε μιαν αυθαιρεσία. Ωστόσο η σύνθεση αυτή που διασώθηκε έως εμάς σε μία εικόνα της Μονής του Σινά, επεκράτησε τουλάχιστον από τον 7ο αιώνα (Σωτηρίου) ή τον 9ο -10ο (Γαλάβαρης) και καθιερώθηκε στην συνείδηση της Εκκλησίας ως η κατεξοχήν εκκλησιολογική εικόνα, ως η κατεξοχήν λειτουργική εικόνα της ίδιας της Εκκλησίας.

(…) Η αντιγραφή όμως αποτελεί βασικό ιδίωμα της εκκλησιαστικής ζωγραφικής αλλά και της κοσμικής τέχνης, όπου η ύπαρξη του ανθρώπου συμμετέχει ολόκληρη. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω (6.12.1998) στην γιγαντοθόνη του Μεγάρου Μουσικής επ’ ευκαιρία της έκθεσης Ζωγραφική για το Θέατρο ένα παρόμοιο δείγμα. Ο Γιάννης Τσαρούχης ζωγράφιζε το πορτραίτο του Καρόλου Κουν, τον οποίο αγαπούσε και εκτιμούσε ιδιαίτερα. Πάνω σε μια μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία του είχε απλώσει ένα διαφανές χαρτί και αντέγραφε το περίγραμμα των χαρακτηριστικών του προσώπου. Στην συνέχεια μετέφερε το σχέδιο πάνω σε σκουρόχρωμο χαρτί και το γέμιζε με χρώματα. Το αποτέλεσμα όπως καταλαβαίνει κανείς δεν είχε καμμία σχέση με μια δουλική αντιγραφή, ένα φωτοτυπικό αντίγραφο. Ήταν ένα πορτραίτο του Τσαρούχη. Κάθε μεγάλη ζωγραφική στηρίζεται πάνω στην αντιγραφή. Η πρόσφατη έκθεση στο μουσείο Ορσέ-Παρίσι (φθινόπωρο 1998) με τίτλο Μιλλέ-Βαν Γκογκ σχολιάστηκε από την εφημερίδα Το βήμα (επιμ. Αναστ. Ζενάκου, 4.10.1998) με τα εξής λόγια: «…ο σχεδόν μυστικιστικός θαυμασμός για το έργο του Μιλέ έκανε τον Βαν Γκογκ, όταν αποφάσισε να αρχίσει να ζωγραφίζει, να ασκείται αντιγράφοντας γκραβούρες και διάφορους πίνακες του Μιλέ από φωτογραφίες. (…) Στις πρώτες προσπάθειες οι αντιγραφές του Βαν Γκογκ είναι αφελείς και ο δάσκαλος υπερτερεί σαφώς του μαθητή. Ο Σπορέας του Μιλέ λόγου χάρη δρασκελίζει το χωράφι θυμίζοντας τις φιγούρες του Ντύρερ ή του Μπρέγκελ του πρεσβύτερου ενώ οι προσπάθειες του μαθητή του είναι ακόμη αδέξιες στη μίμησή τους. Σιγά σιγά όμως, καθώς ο Βαν Γκογκ αποκτά το δικό του ύφος, οι πίνακές του παύουν να είναι απλές αντιγραφές είναι έργα αυτόνομα που επεξεργάζονται απλώς το ίδιο θέμα. Έτσι όταν, δύο χρόνια προτού πεθάνει, ο Βαν Γκογκ επανέρχεται στο θέμα του Σπορέα που βαδίζει μπροστά σε αυτόν τον κατακίτρινο καυτερό ήλιο θα γίνει ο πίνακας-σύμβολο πολλών ζωγράφων του 20ου αιώνα, από τον Νταλί ως τον Μπέικον».

Η άρνηση της αντιγραφής από την σύγχρονη αγιογραφία οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος, πιστεύουμε στην σύγχυση που προκάλεσε η διάσταση μεταξύ ζωής και ζωγραφικής του αγιογράφου, η έλλειψη παιδείας του. Για μια μεγάλη πλειοψηφία η ορθόδοξη εικόνα όπως μας παραδόθηκε, δεν αποτελεί πια σήμερα κριτήριο και τρόπο ζωής για τον ζωγράφο των εικόνων, πολύ λιγότερο αντικείμενο έρευνας και μελέτης. Για τον λόγο αυτό η εικονογραφία αντιμετωπίζεται με τρόπο μηχανιστικό. Προκειμένου να εισχωρήσουν ατομικά, δηλαδή θρησκευτικά στοιχεία στην εικόνα για να πούμε ότι η εικόνα είναι ζωντανή σήμερα, απομονώνουμε την εικαστική γλώσσα από την Αλήθεια της εικόνας. Ετσι, αν η Αλήθεια ταυτιζόμενη με το δογματικό μέρος της εικόνας μένει ακέραιη, αμετάβλητη, τότε η τεχνοτροπία ως η εικαστική γλώσσα κάθε εποχής μένει ελεύθερη, μεταβλητή, ένα πεδίο δράσης της υποκειμενικότητας. Μια «ανανεωμένη» τεχνοτροπία όμως δεν μπορεί να πετύχει το ζητούμενο μιας παρόμοιας αναζήτησης: δηλαδή να την απεγκλωβίσει από τα αδιέξοδα στα οποία έχει σήμερα περιέλθει. Αν δεν δώσουμε μια θεολογική ερμηνεία στην τεχνοτροπία, στην καθημερινή μας στάση απέναντι στον κόσμο, κάθε απόπειρα ανανέωσης θα είναι μια αλλοίωση, μια θρησκειοποίηση της εκκλησιαστικής ζωγραφικής και το αδιέξοδο θα παραμένει διαιωνιζόμενο….

Πηγή: Σπυρίδωνος Μαρίνη, Αγιογράφος-Συντηρητής έργων τέχνης, εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, (σσ. 39, 42, 44-45)

Νταλιάρης Γιώργος

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.