ΣΤ' Κυριακής Λουκά: Θεός Ισχυρός, Εξουσιαστής, Άρχων Ειρήνης, Πατήρ του μέλλοντος αιώνος. Ο Κύριος αφήνει την Γαλιλαία για να πάει στην ανατολική ακτή της λίμνης της, στα σύνορα του Ισραήλ. Εκεί, όπου οι ντόπιοι κάτοικοι, αν και ήταν Εβραίοι, είχαν επηρεαστεί από τον ειδωλολατρικό τρόπο ζωής. Εκεί, όπου τα δαιμόνια είχαν μεγαλύτερη εξουσία εξ αιτίας της αποστασίας των ανθρώπων.

Στη χώρα των Γαδαρηνών πηγαίνει σήμερα, λοιπόν, ο Ιησούς. Εισερχόμενος ο Κύριος στην πόλη αυτή, συναντήθηκε μ’ έναν άνθρωπο πλημμυρισμένο από δαιμονικές δυνάμεις, ο οποίος, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του Χριστού τον Υιό του Θεού, ρώτησε:

τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς[1].

Ο άνθρωπος αυτός ήταν κυριευμένος από πλήθος δαιμονικών δυνάμεων, περιθωριοποιημένος από την κοινωνία, λόγω του ότι αποτελούσε φόβο και τρόπο για τον λαό. Εκεί δίπλα ήταν ένα κοπάδι από χοίρους και ο διάβολος παρακάλεσε τον Χριστό να μην τον βασανίσει, αλλά να επιτρέψει να εισέλθει στους χοίρους, όπερ και εγένετο. Ο Χριστός θεράπευσε τον άνθρωπο και οι δαίμονες βγήκαν από αυτόν, εισέβαλαν στους χοίρους και έπεσαν στον γκρεμό. Μέσα από την περιγραφή αντιλαμβανόμαστε, πως ο Κύριος, ως Μεσσίας, έχει την απόλυτη εξουσία και επί των υπερφυσικών δυνάμεων.

Τρία μεγάλα νοήματα κρύβονται πίσω από το δαιμονικό λόγο, τα οποία καλό είναι να τα προσέξουμε:

  1. Μεταξύ του Ιησού και του διαβόλου δεν υπάρχει τίποτε κοινό,
  2. Ο μισόκαλος διάβολος μπροστά στην παρουσία του Χριστού κάνει μία θεολογικώτατη ομολογία πίστεως και
  3. Η συνάντηση του Χριστού με το διάβολο είναι πάντοτε οδυνηρή και τρομακτική για τον δεύτερο.

«Τί ἐμοί καί σοί», λέει ο διάβολος στον Κύριο. Τί κοινό υπάρχει ανάμεσα σε μένα και σε σένα; Μεγάλη αλήθεια λέει ο διάβολος. Αν και εφευρέτης του ψεύδους, σε αυτό το σημείο της περικοπής λέει αλήθειες. Η πρώτη μεγάλη αλήθεια είναι αυτή ακριβώς. Ανάμεσα στον Χριστό και στον διάβολο δεν υπάρχει τίποτε κοινό, όπως δεν υπάρχει τίποτε κοινό ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Όπως δεν υπάρχει τίποτε κοινό ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Όπως δεν υπάρχει τίποτε κοινό ανάμεσα στην αγάπη και στο μίσος. Ο Χριστός μας αγαπάει και σώζει τον άνθρωπο.

Ο διάβολος μισεί θανάσιμα τον άνθρωπο και ζητάει «ὡς λέων ὠρυόμενος» να τον κατασπαράξει και να τον ωθήσει στον βόρβορο της αμαρτίας. Ο Χριστός αγιάζει τον άνθρωπο, του δίνει χαρά και ελευθερία. Ο διάβολος μολύνει τον άνθρωπο, του δίνει απέραντη θλίψη και μοναξιά και τον σκλαβώνει στα αδυσώπητα δεσμά της αμαρτίας και των παθών.

Είναι όμως γεγονός πως όλοι μας ερχόμαστε αντιμέτωποι καθημερινά με τις δαιμονικές ενέργειες του διαβόλου. Πολλές φορές μας επηρεάζει το νου, μπερδεύεται στη ζωή μας προτρέποντάς μας να κινούμαστε ενάντια στο θέλημα του Θεού. Και αυτό διότι μέσα από τα πάθη που βρίσκει στη σκέψη μας κινεί τους πονηρούς λογισμούς, οι οποίοι όταν συγκατατεθούμε γίνονται αμαρτωλές πράξεις οι οποίες μας απομακρύνουν από την ζεστή και πατρική αγκαλιά Του Θεού και μας απογυμνώνουν από την Χάρη Του.

Σε αυτή την πολλαπλή ευεργεσία του Κυρίου προς τον δαιμονισμένο αλλά και ευρύτερα σε όλη την περιοχή, μας εκπλήσσει αρνητικά ο τρόπος, με τον οποίο αντιμετωπίζουν το θαύμα οι κάτοικοι της περιοχής. Σύμφωνα με τον Ιερό Ευαγγελιστή, ο οποίος μας διηγείται με θλίψη, μόλις έγινε γνωστή η θαυμαστή απελευθέρωση από τα πονηρά πνεύματα του πρώην διαμονιζομένου, όχι μόνο δεν χάρηκε κανείς στην πόλη για την θεραπεία του, αλλά ζήτησαν από τον Χριστό να φύγει, διότι κυριεύθηκαν από μεγάλο φόβο για την τιμωρία που τους επιβλήθηκε «καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο[2]».

Η αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζουν την θεραπεία των συμπολιτών τους αντανακλά την θρησκευτική τους ψυχρότητα και την ουσιαστική σχέση και κοινωνία με τον Θεό. Η αδιαφορία τους αυτή για την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου, είχε ως αποτέλεσμα να ζουν προσκολλημμένοι στα υλικά αγαθά και να νοιάζονται για το οικονομικό τους συμφέρον.

Ο Κύριος λέει στον πρώην δαιμονισμένο:

διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός[3].

Δεν το λέει μόνο σ’ εκείνον. Αυτή την οδηγία την αφήνει ο Κύριος ως παρακαταθήκη σε όλους μας. Οφείλουμε να διηγούμαστε τις ενέργειες του Θεού στη ζωή μας. Το αμέτρητο έλεος και η απέραντη αγάπη Του δεν πρέπει να μένουν μυστικά και να θάπτονται στο χρονοντούλαπο της λησμοσύνης. Γι’ αυτό ας κρατάμε αυτή την σχέση με τον Χριστό ζωντανή μέσα από τα μυστήρια και τον πνευματικό αγώνα.

Αγαπητοί αδελφοί,

Μέσα από τη διήγηση της θεραπείας του δαιμονισμένου στη χώρα των Γαδαρηνών, βλέπουμε την αλλαγή που γίνεται στη ζωή του κάθε ανθρώπου όταν συναντήσει τον Σωτήρα και Λυτρωτή Χριστό. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να μείνει κοντά στο Χριστό, όπως ο σήμερα θεραπευμένος του Ευαγγελίου. Η ζωή του καθενός μας είναι γεμάτη πειρασμούς και δυσκολίες. Βάζοντας το Χριστό στη ζωή μας, έχουμε μια πορεία αναστάσιμη, που μας οδηγεί κοντά Του. Αυτή την πορεία να επιλέξουμε κι εμείς, ώστε να οδηγηθούμε κοντά Του.

Ιεροδιάκονος Ραφαήλ Χ. Μισιαούλης, θεολόγος

Διαβάστε το σχετικό Ευαγγέλιο Κυριακής 20 Οκτωβρίου 2019.

Παραπομπές – Επεξηγήσεις

[1] Λουκά 8,28.
[2] Λουκά 8,37.
[3] Λουκά 8,39.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.