Κατά τον 20ο αιώνα στην Τόχνη ζούσε ένας φιλήσυχος και θεοφοβούμενος άνθρωπος, ο οποίος παρουσίαζε κάποια διανοητική καθυστέρηση, γεγονός που του στερούσε την ικανότητα απασχόλησης σε κάποια βιοποριστική εργασία. Γι’ αυτό το λόγο, ο Δημήτρης του Βασιλάτζιη, όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν στο χωριό, αναγκαζόταν να καταφεύγει στην επαιτεία, για να εξασφαλίζει ένα κομμάτι ψωμί.

Οι συγχωριανοί του τον βοηθούσαν, ο καθένας στο μέτρο των δυνάμεων του, αλλά φαίνεται πως ο καλοκάγαθος Δημήτρης, με την επαιτεία την οποία ασκούσε, κυρίως σε γειτονικά της Τόχνης χωριά, ένιωθε ικανοποιημένος, γιατί με αυτό τον τρόπο είχε και μια καθημερινή απασχόληση.

Ένα πρωινό του έτους 1954, ο Δημήτρης ξεκίνησε από την Τόχνη με προορισμό τη γειτονική κοινότητα της Καλαβασού.

Όταν βγήκε έξω από το χωριό, είδε σε οπτασία την Παναγία, που τον συμβούλεψε να επιστρέψει στο χωριό του, γιατί εκείνη τη μέρα, όπως του ανέφερε η Παντοδέσποινα, θα εγκατέλειπε το μάταιο κόσμο.

Ο Δημήτρης υπάκουσε στη Μητέρα του Θεανθρώπου και έκανε στροφή, επιστρέφοντας στο χωριό του.

Σαν έφτασε στη μικρή πλατεία της Τόχνης, μπροστά από το ναό των Ισαποστόλων Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, συνάντησε αρκετούς συγχωριανούς του, οι οποίοι προμηθεύονταν νερό από τις βρύσες που βρίσκονταν εκεί.

Ο Δημήτρης διηγήθηκε στους παρευρισκόμενους την οπτασία του, αλλά εκείνοι δυστυχώς δεν τον πίστεψαν και τον περιγελούσαν.

Ακολούθως, συνέχισε το δρόμο για το σπίτι του και σαν έφτασε σε αυτό, πήρε ένα «σακκί» το οποίο άπλωσε στο πάτωμα.

Στη συνέχεια ξάπλωσε πάνω και αφού «σταύρωσε» νεκρικά τα χέρια και τα πόδια του, κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, κάποιοι από τους συγχωριανούς του που άκουσαν τη διήγησή του και οι οποίοι αργότερα δεν τον είδαν να κυκλοφορεί έξω από το σπίτι του, απορημένοι γι’αυτό, θέλησαν να τον επισκεφθούν.

Με την επίσκεψη τους έμειναν άναυδοι.

Ο αξιομακάριστος Δημήτρης του Βασιλάτζη, δεν βρισκόταν πια ανάμεσά τους. Μόνο τα λόγια του τρυπούσαν τ’ αυτιά των συγχωριανών του: «Πάω στο σπίτι μου, γιατί η Παναγία μου είπε, πως σήμερα θα πεθάνω.»

Πίστεψε ο θεομακάριστος στην Πάναγνη με όλη τη δύναμη της ψυχής του.

Οι συγχωριανοί του και όσοι πληροφορήθηκαν το τέλος του θανάτου του, γι΄ αρκετό καιρό έλεγαν, πως ο άνθρωπος τους ήταν πραγματικά δίκαιος.

(Διήγηση: Χριστόδουλος και Κωνσταντία Κωνσταντίνου από την Τόχνη).

ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 4.75 (4 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.