Κωνσταντίνος Β. Τερψίδης.

Η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος πολύ συχνά όχι μόνο αναφέρεται στις θεμελιώδεις αξίες, τα ανθρώπινα ιδεώδη και την απονομή δικαιοσύνης, αλλά ο ίδιος εμπράκτως τα εφαρμόζει χωρίς ποτέ να ξεχνάει τους εργάτες προς όφελος της Εκκλησίας και της κοινωνίας.

Κατόπιν εισηγήσεως του Σεβ. Μητροπολίτου Ελβετίας κ. Μαξίμου, ο Παναγιώτατος απένειμε στον π. Ιγνάτιο Παπαδέλλη το οφφίκιο του Πρωτοπρεβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου ως αναγνώριση της πιστότητός του στην Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία και το Οικουμενικό Πατριάρχειο, του έργου του για τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική παιδεία, καθώς και την προσφορά του στον συνάνθρωπο.

Η οικογένεια του τιμωμένου κληρικού επέλεξε την 12η Ιουλίου, ημέρα Κυριακή, να γίνει η τελετή απονομής του πατριαρχικού οφφικίου στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου Ζυρίχης. Μετά την Θ. Λειτουργία ο Θεοφιλ. Επίσκοπος Τυάνων κ. Φανούριος, Πρωτοσυγκελλεύων της Ι. Μητροπόλεως Ελβετίας, εκπροσωπών τον απουσιάζοντα σε θερινή άδεια Μητροπολίτη Ελβετίας κ. Μάξιμο, απένειμε το οφφίκιο στον π. Ιγνάτιο. Με τον Θεοφιλέστατο συλλειτούργησαν ο εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου π. Στέφανος, καθηγητής Δογματικής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, και ο παρεπιδημών π. Σταύρος εκ της Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος & Αλμυρού.

Η τελετή ήταν πολύ εντυπωσιακή και το εκκλησίασμα, κατά την διάρκειά της, ανεφώνησε με ενθουσιασμό το «Άξιος, Άξιος, Άξιος». Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας και της τελετής οι προσκεκλημένοι και όλο το εκκλησίασμα μετέβησαν εις την αίθουσα του ναού, όπου και παρετέθη δεξίωση, την οποία επιμελήθηκε μαζί με τα παιδιά η Πρεσβυτέρα κα Μαρίκα. Επίσης, η κα Κάτια Φώσκολου με τον σύζυγό της Μιχάλη, μαζί με τα Μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ζυρίχης, συνέβαλαν και συνετέλεσαν εις την επιτυχία της όλης εκδηλώσεως.

Μεταξύ των εξήντα και πλέον παρευρισκομένων και προσκεκλημένων στη δεξίωση ήταν ο επίτιμος Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στη Ζυρίχη κ. Δημήτριος Παπαδόπουλος με την σύζυγό του Χριστίνα, o Δρ Ιωάννης Πανουσόπουλος, χημικός με την σύζυγό του Νίκη, o Δρ Γεώργιος Γαλέος, οικονομολόγος με την σύζυγό του Ιουλία, αρχαιολόγον, Ιστορικό Τέχνης στο αρχαιολογικό Μουσείο της πόλεως Στ. Γκάλλεν, ο Δρ Δημήτριος Πατσαβούδης, ιατρός με την σύζυγό του Έλενα, o Δρ Μύρων Κυνηγόπουλος, ιατρός, διευθυντής της οφθαλμολογικής κλινικής «Πάλλας», o Δρ. Μιχαήλ Φουντουλάκης, χημικός, ερευνητής σε φαρμακευτική εταιρεία, η κα Σουλτάνα Σαββίδου, διακεκριμένη ζωγράφος, ο κ. Νικόλαος Λάββας, μηχανολόγος του Πολυτεχνείου Ζυρίχης, ο κ. Παύλος Αναγνώστου, καθηγητής βυζαντινής μουσικής κ.α.

Στην ομιλία του ο π. Ιγνάτιος Παπαδέλης ανέφερε, μεταξύ άλλων:

Θεοφιλέστατε άγιε Τυάνων κ. Φανούριε,
Σεβαστοί Πατέρες,

Η απονομή του Οφφικίου εις Πρωτοπρεσβύτερον του Οικουμενικού Θρόνου, μου δημιούργησε ορισμένα συναισθήματα τα οποία εβίωσα όλον αυτόν τον καιρόν. Και τα συναισθήματα αυτά είναι: Η χαρά, η τιμή, αλλά και η ευθύνη που αναλαμβάνω, να φέρω την τιμητική αυτή διάκριση, τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής μου, με ευλάβεια, σεβασμό, αξιοπρέπεια και την απαιτούμενη εκκλησιαστική τάξη. Ευχαριστώ, εκ «βαθέων» τον Οικουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαίο, με τον οποίο, όπως και εσείς γνωρίζετε, μας συνδέουν άρρηκτοι δεσμοί. Ευχαριστώ, επίσης, τον Σεβ. Μητροπολίτη Ελβετίας κ. Μάξιμο για την τιμητική γιά εμένα πρότασή του προς τον Πατριάρχη μας.

Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να φέρω επαξίως τον τιμητικόν αυτόν τίτλο εις τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής μου με σεβασμό, ταπεινότητα, υπευθυνότητα και αξιοπρέπεια. Επιτρέψετε να μεταφέρω την τιμητική αυτή διάκριση στην πρώην Ενορία μου και να μοιραστώ μαζί με τους παλαιούς ενορίτες μου την τιμητική αυτή διάκριση και πρωτίστως με την πρεσβυτέρα Μαρίκα, που συμπορευτήκαμε μαζί και οι δύο, στις δύσκολες περιστάσεις, και στις πολύ ευαίσθητες πτυχές της Ενορίας μας, αντιμετωπίζοντας ανυπέρβλητες οικονομικές και άλλες δυσκολίες, απογοητεύσεις κ.λπ.

Ξεκινήσαμε εκ του μηδενός. Πουθενά δεν είχαμε να στηριχθούμε. Ξεκινήσαμε, όμως, με ένα όραμα και ένα όνειρο να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για την ίδρυση αυτής της Ενορίας και την απόκτηση ενός ναού, που θα ανήκει εις όλους τους πιστούς της Ανατολικής Ελβετίας και Λιχτενστάιν. Έπρεπε το όραμά αυτό να το μετατρέψουμε σε πραγματικότητα. Έπρεπε το όραμά αυτό να λάβει «σάρκα και οστά». Μόνος μου ήταν αδύνατο να το πετύχω όλα αυτά. Ναι ήταν αδύνατο και ανθρωπίνως ακατόρθωτο… Είχα τοποθετηθεί από την Μητρόπολη Ελβετίας, που την ίδια εποχή είχε και εκείνη ιδρυθεί, να ιδρύσω την Ενορία. Γι’ αυτό στην αρχή σιγά-σιγά, πολύ διστακτικά, κάναμε την αρχή οι δύο μας. Μετά ήρθαν πιστοί, άνθρωποι της Εκκλησίας, οικογενειάρχες, νέοι άνθρωποι και συστρατευθήκανε και αυτοί στον «αγώνα τον καλόν». Τα εκάστοτε εκκλησιαστικά συμβούλια και οι άνθρωποι, που υπηρετούσαν στην Εκκλησία, όλοι μαζί σαν μία γροθιά ξεκινήσαμε με μια πίστη και μια ελπίδα, ότι θα τα καταφέρουμε. Και ο στόχος μας πέτυχε πλήρως. Αποκτήσαμε τον κατάλληλον χώρον, που τον μετετρέψαμε σε λατρευτικό χώρο και χώρο συναντήσεως και θέσαμε τα θεμέλια της Ενορίας Ανατολικής Ελβετίας και Λιχτενστάιν, στην δικαιοδοσία της οποίας ανήκουν 6 Καντόνια και το Λιχτενστάιν… Και τώρα, που εφησυχάζω, κατά την εκκλησιαστικήν ορολογίαν, αναπολώ το παρελθόν, αναθεωρώ ορισμένα πράγματα και εξακολουθώ, αν και μακρυά, να ζω πιο κοντά στην ενορία μου νοερώς, έχοντας πάντοτε κατά νουν τον Κωνσταντίνον Τσάτσο: «Κάθε μέρα έχει τον εσπερινό της. Θυμάσαι τους ανθρώπους με τους οποίους κατά καιρούς συμβάδισες, τις αγάπες, τις φιλίες, τις συντροφιές. Να τους ευχαριστείς και να τους συγχωρείς».

Βιογραφικό π. Ιγνατίου Παπαδέλη

Ο π. Ιγνάτιος Παπαδέλλης γεννήθηκε στο Υψηλομέτωπο Μυτιλήνης, όπου παρακολούθησε τα εγκύκλια μαθήματα και στη συνέχεια τελείωσε το Γυμνάσιο Μυτιλήνης.

Από τα γυμνασιακά του χρόνια έδειξε το ενδιαφέρον του για την τοπική ιστορία του χωριού του και γενικά της Λέσβου καθώς και στη λογοτεχνία. Μερικά από τα άρθρα του, της εποχής εκείνης, στην τοπική εφημερίδα «Λεσβιακός Κήρυξ» είναι: «Ολίγα τινά περί των εκτός της παλαιοβασιλικής του Αγίου Δημητρίου Υψηλομετώπου ευρισκομένων χώρων», «Ο νεομάρτυς Κωνσταντίνος ο εξ Αγαρηνών (1819) και τα θαύματά του» (κατάγεται από το Υψηλομέτωπο) και «Η παλαιά Βασιλική των Παμμεγίστων Ταξιαρχών του χωριού μου».

1958 – 1962 Σπούδασε στην Θεολογική Σχολή Χάλκης – Κωνσταντινουπόλεως ορθόδοξη Θεολογία.

1962 – 1965 Στρατιωτική θητεία.

1965 – 1967 Με υποτροφία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων παρέμεινε επί μίαν διετίαν εις την Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης, στο ορθόδοξο ελληνικό μοναστήρι του Σινά, όπου ασχολήθηκε συστηματικά με την καταλογογράφηση των παλαιών βιβλίων και χειρογράφων, την τακτοποίηση του Αρχείου και τη δημιουργία ενός νέου τμήματος, του τμήματος των επιστολών από το 1600 κ. εξ., ανερχομένων εις 3.500 περίπου.

Κατά την παραμονή του εκεί συνέγραψε τη μελέτη: «Οι υπάρχουσες στην Ιερά Μονή του Σινά επιγραφές» και «το Θεοβάδιστο όρος Σινά και το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης» (δημοσιευμένα). Πρόσφατα δε και υπό έκδοση: «Αναμνήσεις από την παραμονή μου στο Σινά. Γνωστά και άγνωστα. Συζητήσεις, γνωριμίες, διαπιστώσεις, εμπειρίες, στοχασμοί και πνευματική ζωή».

1967 – 1969 Με υποτροφία της καθολικής εκκλησίας παρακολούθησε, επί μία διετία, στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, μαθήματα Βυζαντινής αρχαιολογίας και τέχνης, κοντά στο γνωστό Βυζαντινολόγο καθηγητή H. Hunger. Παράλληλα δε ασχολήθηκε συστηματικά και με τα Αρχεία, μεγάλης σπουδαιότητος για τον ελληνισμό της Βιέννης, των ελληνικών κοινοτήτων του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Τριάδος Βιέννης, με την έγκριση και άδεια του Μητροπολίτου Αυστρίας Χρυσοστόμου Τσίτερ. Εις το περιοδικό της Μητροπόλεως Αυστρίας «Στάχυς» εδημοσιεύθησαν άρθρα του, αφορώντα εις τα αρχεία των δύο κοινοτήτων. Ενδεικτικά αναφέρω μερικά: «Ανέκδοτα κατάστιχα και τινά έτερα έγγραφα, αφορώντα εις τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου» και «Κανονισμός των εργασιών της Ελληνικής Κοινότητος Αγίας Τριάδος Βιέννης».

Κατά την ενασχόλησή του εις τα Αρχεία των δύο κοινοτήτων συνέλεξε υλικό ανέκδοτο το οποίον χρησιμοποιήθηκε διά την συγγραφή της επιστημονικής μελέτης, η οποία αναθεωρημένη είναι έτοιμη υπό έκδοση. Αποτελεί μία εργασία πολυετούς κόπου και μόχθου. Ο τίτλος είναι: «Ιδρυσις και σύστασις των δύο Ελληνικών Κοινοτήτων και του εν Βιέννη Ελληνικού Σχολείου. Ανέκδοτα κείμενα εκ του Κώδικος των Πρακτικών των συνεδριάσεων 1795 – 1925».

Από το 1970 ευρίσκεται στη Ζυρίχη Ελβετίας, όπου εστάλη από τη Μητρόπολη Αυστρίας Χρυσόστομο, προσληφθείς υπό του τότε Γενικού Προξένου της Ελλάδος κ. Κέρτσου στο Προξενείο και παράλληλα του ανέθεσαν τα καθήκοντα της ιδρύσεως και λειτουργίας ελληνικών σχολείων μητρικής γλώσσας εκτός Ζυρίχης, υπό την εποπτεία του ελληνικού προξενείου. Από τότε δε λειτούργησαν ελληνικά σχολεία σε διάφορες πόλεις της γερμανόφωνης Ελβετίας και κυρίως στην Ανατολική Ελβετία, όπου και ο ίδιος δίδαξε επί σειράν ετών την ελληνική γλώσσα και ιστορία.

Το 1973 ήρθε ο διορισμός του, ως βοηθού εις την έδραν της Δογματικής του καθηγητού κ. Ρωμανίδη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αλλά λόγω της δικτατορίας δεν απεδέχθη τον διορισμόν αυτόν.

Το 1976 ίδρυσε το ιδιωτικό ελληνικό γυμνάσιο στη Ζυρίχη, από το οποίο αποφοίτησαν ελληνόπουλα, τα οποία σήμερα είναι διακεκριμένοι επιστήμονες. Το 1978 το γυμνάσιο αυτό απετέλεσε τη συνέχεια του κρατικού γυμνασίου που άρχισε να λειτουργεί με απόσπαση καθηγητών από την Ελλάδα. Και την ίδια χρονιά έγινε και ο διορισμός του στην Ελλάδα και στη συνέχεια η απόσπασή του στα σχολεία του εξωτερικού, στην Ελβετία. Από τότε αρχίζει μία νέα εκπαιδευτική δραστηριότητα με καρποφόρα αποτελέσματα.

Το 1982 χειροτονείται από τον Μητροπολίτη Ελβετίας κ. Δαμασκηνό και τοποθετείται ως πρώτος ιερέας στην νεοϊδρυθείσα Ενορία Ανατολικής Ελβετίας και Λιχτενστάιν με έδρα το Στ. Γκάλεν.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.