Η προσωρινή αναστολή του ενδεχομένου σοβαρής ελληνοτουρκικής κρίσης, όπως αυτή προέκυψε μετά το σοκ των σεισμών αλλά και την ακόλουθη ενεργητική προσπάθεια προσέγγισης Αγκυρας και Αθήνας, δημιούργησε ένα αίσθημα ανακούφισης στις μεγάλες δυτικές πρωτεύουσες.

Καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η πιθανότητα ενός ρήγματος στο ΝΑΤΟ, σε περίπτωση επεισοδίου στο Αιγαίο, ήταν κάτι περισσότερο από ορατή, σε Ουάσιγκτον, Βερολίνο και Παρίσι τα «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο μεταφράζονται σε «ένα πρόβλημα λιγότερο».

Δεδομένης της πολύ ξεκάθαρης στάσης της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Ουκρανικό, ειδικά στην Ουάσιγκτον υπάρχει μια σχετική ανησυχία σχετικά με το αν οι εκλογές οδηγήσουν σε μια διάδοχη κατάσταση που θα μπορούσε να επηρεάσει το στίγμα της Αθήνας στο συγκεκριμένο μέτωπο. Βέβαια, με δεδομένες τις άριστες σχέσεις και των κυβερνήσεων του Αλέξη Τσίπρα με τον αμερικανικό παράγοντα, αλλά και την καλή επαφή που διατηρεί με αυτόν και ο Νίκος Ανδρουλάκης, σημαντική στροφή σε αυτό το ζήτημα δεν πρέπει να θεωρείται πολύ πιθανή.

Σε γενικές γραμμές, πάντως, η στάση της Ουάσιγκτον έναντι της πιθανότητας επανεκλογής του κ. Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία είναι σαφώς ευνοϊκή. Η συνεργασία τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια έχει αποδώσει καρπούς. Ο δεσμός Ελλάδας και ΗΠΑ θεωρείται διασφαλισμένος από την αμερικανική οπτική γωνία, με βάση τα δεδομένα των προηγούμενων χρόνων. Επί των ημερών του κ. Τσίπρα στη πρωθυπουργία εγκαινιάστηκε ο στρατηγικός διάλογος Ελλάδας – ΗΠΑ, ενώ η Αθήνα κατόρθωσε να κλείσει με τη συμφωνία των Πρεσπών τη μακροχρόνια ονοματολογική διαφορά με τα Σκόπια, κερδίζοντας αρκετούς πόντους στην Ουάσιγκτον. Ο κ. Ανδρουλάκης με σχεδόν εννέα χρόνια στην Ευρωβουλή είναι γνωστός για τις απόψεις του περί της ανάγκης μεγαλύτερου βαθμού ανεξαρτησίας της Ε.Ε. από τις ΗΠΑ, ωστόσο ούτε και από τη κατεύθυνση του ΠΑΣΟΚ αναμένεται κάποια συγκλονιστική διαφοροποίηση.

Οι εταίροι της Αθήνας σε Ουάσιγκτον, Βρυξέλλες, Παρίσι και Βερολίνο μπορεί να θεωρούν τα μέτωπα Ουκρανίας και ελληνοτουρκικών σχετικά ελεγχόμενα για το επόμενο χρονικό διάστημα, το ίδιο, ωστόσο, δεν μπορεί να ειπωθεί για την ίδια την εκλογική διαδικασία. Είναι τακτικές οι επαφές με εκπροσώπους των κομμάτων και χαρακτηριστική η προσπάθεια των διπλωματών που υπηρετούν στην Αθήνα να αντιληφθούν πόσο πιθανό είναι το ενδεχόμενο παρατεταμένης πολιτικής αναταραχής ή κυβερνητικής αστάθειας, σε περίπτωση που οι –ορατές– εκλογικές διαδικασίες, οι οποίες ακολουθούν, δεν οδηγήσουν σε αποτέλεσμα που να παράγει σταθερότητα. Απαντες, εν ολίγοις, απορούν για το πώς μπορεί να συγκροτηθεί κυβέρνηση σε περίπτωση που οι πρώτες και –κυρίως– οι δεύτερες εκλογές του Ιουλίου δεν οδηγήσουν σε σχήμα.

H πολυεπίπεδη συνεργασία με την Ελλάδα λογίζεται διασφαλισμένη από την αμερικανική οπτική γωνία.

Παρά το γεγονός ότι τόσο ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν όσο και ο καγκελάριος της Γερμανίας Ολαφ Σολτς αντιμετωπίζουν αρκετά σοβαρά προβλήματα στο εσωτερικό, ανάμεσα στην Αθήνα και στο Παρίσι και στο Βερολίνο, υπάρχουν ξεχωριστοί δίαυλοι, μέσα από τους οποίους συζητούνται όλα τα ενδεχόμενα.

Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές της «Κ», παρότι στις σημαντικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες παραμένει ξεκάθαρο πως στις εκλογές του Ιουλίου θα γίνει το «σκληρό παζάρι» για τη συγκρότηση κυβέρνησης, συζητείται και το σενάριο αποτυχίας, που θα οδηγήσει σε τρίτο εκλογικό γύρο. Οι εν Αθήναις Ευρωπαίοι διπλωμάτες ξεσκονίζουν την τελευταία ιστορική περίοδο που κάτι τέτοιο συνέβη (1989-90), όχι επειδή περιμένουν να επαναληφθεί ένα παρόμοιο σενάριο, αλλά κυρίως επειδή έχουν κατά νου τις τεκτονικές αλλαγές που παρήγαγαν στο εσωτερικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος οι διπλές εκλογές του 2012. Και, βεβαίως, διερωτώνται αν μια τέτοια παρατεταμένη αστάθεια μπορεί να οδηγήσει σε κάποια συνεννόηση ανάμεσα στα δύο πρώτα κόμματα, δίχως, βέβαια, να τρέφουν ψευδαισθήσεις για το αν κάτι τέτοιο είναι πραγματικά εφικτό.

Υπάρχει μια βασική διαφορά στον τρόπο που αντιμετωπίζουν η Ουάσιγκτον και οι Ευρωπαίοι την κατάσταση στην Ελλάδα. Στη περίπτωση των ΗΠΑ, το κρίσιμο είναι η κυβέρνηση που θα προκύψει να συνεχίσει γενικά τη στρατηγική κατεύθυνση που έχει η Ελλάδα στα ζητήματα γεωπολιτικής σημασίας (Ουκρανία, Ανατολική Μεσόγειος, Δυτικά Βαλκάνια) ανεξαρτήτως του χρώματός της. Ως εγγύηση συνέχειας αξιολογείται από την Ουάσιγκτον η τροποποίηση της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA), που επιτρέπει την επ’ αόριστον πολυετή ανανέωση της στάθμευσης των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στην Ελλάδα. Η διαπραγμάτευση ξεκίνησε επί ΣΥΡΙΖΑ και ολοκληρώθηκε επί Ν.Δ., με μικρές διαφορές επί της ουσίας του κειμένου, παρά τη σχετική δημόσια πολεμική ανάμεσα στα δύο κόμματα.

Αντιθέτως, σε Βρυξέλλες, Βερολίνο και Παρίσι, πέρα από το αν μπορεί να επιτευχθεί νέα σταθερή κυβέρνηση, γίνεται και συζήτηση για το μείγμα του συνασπισμού, εφόσον, βεβαίως, χρειαστεί να υπάρξει συνεργασία δύο ή και περισσοτέρων κομμάτων. Διερωτώνται, μεταξύ άλλων, πόσο σταθερή μπορεί να είναι μια κυβέρνηση Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, μιας και ο κ. Ανδρουλάκης το προηγούμενο χρονικό διάστημα είχε αναδείξει το ζήτημα των υποκλοπών εις βάρος του σε κυρίαρχο στοιχείο της καμπάνιας του. Επίσης, έχοντας το βλέμμα και προς το εσωτερικό, δηλαδή στην αστάθεια του τρικομματικού συνασπισμού στη Γερμανία και στην ουσιαστική αδυναμία του κ. Μακρόν να κυβερνήσει τη Γαλλία, ανησυχούν για το ενδεχόμενο της εισόδου στη Βουλή κομμάτων είτε της άκρας Δεξιάς είτε της άκρας Αριστεράς.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.