Καθώς, ʺθανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής της αιωνίου απαρχής· και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιονʺ[1], όλοι εμείς, τα φωτόμορφα τέκνα της άσπιλης και άμωμης Νύμφης Του Εκκλησίας, προσερχόμαστε ʺλαμπαδηφόροι τω προιόντι Χριστώ εκ του μνήματος ως νυμφίωʺ[2] και συνεορτάζουμε ʺταίς φιλεόρτοις τάξεσι, πάσχα Χριστού το σωτήριονʺ[3].

Την Ε´ Κυριακή μετά από το Πάσχα, μέσα στην χαρά ʺτης κλητής και αγίας ημέραςʺ[4], οι χριστιανοί καλούμαστε να ξαναζήσουμε εμπειρικά την ιερή συνάντηση του Κυρίου με την Σαμαρείτιδα, όπως μας την παραδίδει ο Μαθητής της αγάπης στο Ευαγγέλιό του. Εκείνη, ʺακούσασα της φωνήςʺ[5] ʺτου σωτήρος του κόσμουʺ[6], η οποία έρχεται από ʺτην πόλιν της Σαμαρείας λεγομένην Συχάρʺ[7], σπεύδει και ζητεί να ʺπίη εκ του ύδατοςʺ[8], το οποίο ʺγενήσεται εν αυτή πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιονʺ[9].

Ένα από τα ωραιότερα ευαγγελικά γεγονότα είναι η συνάντηση του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα γυναίκα, η οποία τόσο αριστοτεχνικά περιγράφεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Ε’ Κυριακής του Πεντηκοσταρίου[10].

Στον διαμειφθέντα διάλογο, στον οποίον περικλείεται ο,τι πιο ωραίο σε τεχνική παράσταση και ο,τι πιο υπέροχο σε έκφραση αιώνιων αληθειών, αποκαλύπτεται ολόκληρη η απαράβλητη αξία και η υπεροχή του πνεύματος, το οποίο ζωοποιεί, απέναντι στο γράμμα· της ουσίας απέναντι στον άγονο τύπο· της αθάνατης ψυχής απέναντι στη θνητή σάρκα.

Στον διάλογο αυτόν αποκαλύπτεται όλη η ευρύτητα του Χριστιανισμού, σε αντίθεση με την στενότητα και το ανελεύθερο πνεύμα των θρησκευτικών πεποιθήσεων της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής.
Από το ʺφρέαρ του Ιακώβʺ[11], ή μάλλον από το βαθύ φρέαρ αυτού του διαλόγου, ας προσπαθήσουμε να αντλήσουμε λίγες μόνον σταγόνες, για να δροσιστούν αγιασματικά και να ανακουφιστούν πνευματικά τα αισθητήριά μας.

Πρόκειται, για ένα πραγματικά θαυμάσιο διάλογο, του οποίου θέμα και κίνητρο είναι η θεία χάρη· διάλογο, όπου η θεία αγαθότητα -για μια ακόμη φορά- θριάμβευσε πάνω σε ένα πλάσμα του Δημιουργού, που βρισκόταν στο κοινωνικό περιθώριο της κλειστής κοινωνίας της Σαμαρείας.
Ο ερημικός εκείνος τόπος, ο οποίος έκτοτε έχει το όνομα της Σαμαρείτιδας, μεταβάλλεται σε διαρκή άμβωνα του υψηλότερου χριστιανικού κηρύγματος. Το δροσερό νάμα της πηγής, κατά τον αμίμητο διδακτικό τρόπο του Ιησού, δίνει το ωραιότερο σύμβολο στο ʺύδωρ το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιονʺ[12] και η φυσική δίψα στα ευγενέστερα ιδανικά της ψυχής του ανθρώπου.

Ο Χριστός ανυψώνει σταδιακά τον νού και την καρδιά της συνομιλήτριάς Του από τις υλικές ανάγκες της καθημερινότητας στις υψηλότερες κορυφές της πνευματικής ζωής, με μία μοναδική διδαχή· ʺπνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δεί προσκυνείνʺ[13].

Και με βλέμμα προφητικό και με τόνο θριαμβευτικό προλέγει την πνευματική κυριαρχία της διδασκαλίας Του στις ανθρώπινες καρδιές. Η λατρεία της νέας πίστεως, η καθαρή λατρεία του ουρανίου Πατέρα, ούτε πατρίδα γνωρίζει, ούτε τοπικά όρια, ούτε καθορισμένες εποχές, ούτε φυλετικά προνόμια, ούτε εθνικές περγαμηνές.
Ο Κύριος, χωρίς να αποκηρύσσει τις συνηθισμένες λειτουργικές πράξεις και τελετές, στις οποίες αντικατοπτρίζεται η λάμψη των αιωνίων αληθειών του Ιουδαισμού, κατακρίνει την στενότητα της αντιλήψεως κάθε εποχής, η οποία τείνει να υποκαταστήσει τον τύπο από την ουσία, το σύμβολο από την πραγματικότητα, την σκιά από το σώμα, την πράξη από τη διάθεση, την εκδήλωση από το φρόνημα, την εξωτερική τελετουργία από την εσωτερική λατρεία.

Και διακηρύσει ότι, ούτε το όρος Γαριζίν, το περιώνυμο τούτο προσκύνημα των Σαμαρειτών, ούτε ο ναός των Ιεροσολύμων, αυτό το παλλάδιο του Ιουδαισμού, μπορούν πλέον να εγείρουν εγωιστικές αξιώσεις πάνω στην αληθινή λατρεία. Κάθε τόπος μπορεί να χρησιμεύσει ως ναός, για την ελεύθερη έκφραση της λατρείας του ζωντανού Θεού, η διαρκής παρουσία του Οποίου αγιάζει τα πάντα.
Η αληθινή λατρεία του ουράνιου Πατέρα έχει πήξει το θυσιαστήριό της στην καρδιά του ανθρώπου και προσφέρεται οπουδήποτε και αν αυτός βρίσκεται· στο σκοτάδι της φυλακής, στη λάμψη των ανακτόρων, στην πενιχρότητα της κατακόμβης, στην ωραιότητα του ναού, στο βάθος της κοιλάδας, στην κορυφή του βουνού.

Και αυτό συμβαίνει, διότι τα κύρια χαρακτηριστικά στοιχεία της λατρείας του Θεού είναι η αγνότητα του φρονήματος, η καθαρότητα της καρδιάς, η ευγένεια του αισθήματος, τα υψηλά ιδεώδη, τα οποία με μία φράση ονομάζονται η εν Χριστώ ζωή.
Χωρίς αυτά δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ούτε λατρεία, ούτε προσευχή. Δεν μπορούν καν να υπάρξουν άνθρωποι, αλλά πείνα και δίψα και όρεξη, οι οποίες ζητούν διαρκώς την ικανοποίησή τους. Οι εξωτερικοί τύποι μάλιστα έχουν σημασία και αξία μόνον εφ’ όσον γίνονται θεραπευτικά μέσα των αναγκών της λατρείας και όχι άψυχα κακέκτυπά της.

Αυτά τα βασικά στοιχεία της λατρείας του ζωντανού Θεού κηρύσει και βιώνει η Εκκλησία του Χριστού, η οποία ʺοδόν ειρήνης ουκ έγνωʺ[14]. Ο δρόμος της δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Βάδισε πάνω σε αγκάθια και τριβόλια. Πορεύτηκε ένα δύσκολο ανηφορικό μονοπάτι, γεμάτο εμπόδια. Ο χιτώνας της είναι βαμμένος στο αίμα του μαρτυρίου. Η ιστορία της είναι ιστορία ʺβασάνοις συνεχομένηʺ[15], είναι ιστορία κακώσεων, αλλά και εγκαρτέρησης και αυτοθυσίας. Έχουμε πολλούς λόγους ευγνωμοσύνης για τον ευεργετικό ρόλο, τον οποίον διεδραμάτισε η Εκκλησία και μάλιστα το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο, ως μία πνευματική δύναμη, στην προστασία της θρησκευτικής, της φιλανθρωπικής, της εκπαιδευτικής και γενικά της κοινοτικής ζωής. Καθώς η φλόγα της λαμπάδας κινδυνεύει να σβήσει από τον άνεμο, αν δεν προστατευθεί από το φανάρι, έτσι και η φλόγα της συνείδησης του Γένους, αν δεν προστατεύεται από ένα πνευματικό Φανάρι, διατρέχει σοβαρούς κινδύνους, όταν πνέουν διαρκείς και ορμητικοί άνεμοι φανατισμού και μισαλλοδοξίας.

Η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, βασισμένη πάντοτε στις θεμελιώδεις αρχές του Ευαγγελίου, ήταν και παραμένει ένα πραγματικό Φανάρι, το οποίο διατηρεί άσβεστη τη φλόγα της υπόστασης του ευσεβούς Γένους των Ορθοδόξων. Μέσα στα τείχη του Διπλοφαναρίου καλλιεργείται το χριστιανικό ήθος, η ασκητική διάθεση, η λατρεία του ζωντανού Θεού και το μαρτυρικό φρόνημα της πίστης μας. Η Εκκλησία είναι για όλους εμάς η νέα κιβωτός της σωτηρίας, η οποία μας σώζει από τον κατακλυσμό της αμαρτίας και από τον καταποντισμό ενός μακροχρόνιου κυκλώνα, ο οποίος πλήττει την σύγχρονη κοινωνία. Γι΄ αυτό και πρέπει πάντοτε να αισθανόμαστε την ανάγκη να είμαστε οργανωμένοι γύρω από την φρυκτωρό μας, η οποία, σε κάθε εποχή, με τους εκάστοτε πνευματικούς ηγέτες της, αποδείχθηκε ως η ασφαλέστερη εγγύτητα ολόκληρης της υπόστασής μας.

Και το πλέον σημαντικό είναι ότι η Μητέρα Εκκλησία όχι μόνο ζει, αλλά ζει και βασιλεύει και παραμένει ενεργής και πρωταγωνιστεί στην ιστορική πορεία της ανθρωπότητας, προσφέροντας στον κόσμο το αθάνατο νερό του Αναστημένου Χριστού!

Ας ενστερνιστούμε λοιπόν τον λόγο του Χριστού προς την Σαμαρείτιδα· ʺος δι’ αν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ο δώσω αυτώ, γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιονʺ[16].

Ας μη διστάσουμε να αντλήσουμε ʺύδωρ μετ’ ευφροσύνης εκ των πηγών του σωτηρίουʺ[17].

Ας μη διστάσουμε να αντλήσουμε αυτό το μοναδικό, αυτό το ζωογόνο ύδωρ, από το φρέαρ της διδασκαλίας του Ευαγγελίου, από το οποίο αρδεύεται ολόκληρος ο χριστιανικός κόσμος, για να μπορέσουμε επιτέλους να ξεδιψάσουμε με τα αιώνια νάματα του λόγου του Ιησού, ο Οποίος ʺαναστάς από του τάφου καθώς προείπεν, έδωκεν ημίν την αιώνιον ζωήν και μέγα έλεοςʺ[18].

ʺΑυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήνʺ[19]!

[1] Τροπάριο Ζ΄ Ὠδῆς Κανόνα τοῦ Πάσχα
[2] Τροπάριο Ε΄ Ὠδῆς Κανόνα τοῦ Πάσχα
[3] Ἀπό τό ἴδιο τροπάριο
[4] πρβλ. Εἰρμό Η΄ Ὠδῆς Κανόνα τοῦ Πάσχα
[5] Ἰω. 10, 3
[6] πρβλ. Ἰω. 4, 42
[7] Ἰω. 4, 5
[8] Ἰω. 4, 14
[9] Πρβλ. Ἰω. 4, 14
[10] Ἰω. 4, 5-42
[11] πρβλ. 4, 12
[12] Ἰω. 4, 14
[13] Ἰω. 4. 24
[14] πρβλ. Ρωμ. 3, 17
[15] πρβλ. Ματθ. 4,24
[16] Ἰω. 4, 14
[17] Ἡσ. 12, 3
[18] Ὄρθρος Ἁγίας. καί Μεγάλης Κυριακῆς τοῦ Πάσχα
[19] Συναξάριο τῆς ἰδίας ἡμέρας

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.