Παναγιώτης Ι. Μπούμης - Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών.

Α. Ἔχοντας ὑπόδειγμα τήν ὑποδοχή τοῦ ἁγίου φωτός στήν Ἑλλάδα ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων μέ τιμές ἀρχηγοῦ κράτους προκαλούμεθα νά κάνουμε καί τίς κατωτέρω νομοκανονικές σκέψεις καί προτάσεις ἐπάνω στό ἀγωνιῶδες ἐρώτημα τῆς ἑνότητας τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ὄχι μόνο. Προδρομικό σ’ αὐτές ἦταν καί καθοδηγητικό εἶναι καί τό γεγονός ὅτι τήν ἐγκαινίαση τῆς ἐπανενότητας Ἀνατολῆς καί Δύσεως πραγματοποίησαν ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ὁ Α΄ καί ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄ στήν Ἁγία Γῆ, στά Ἱεροσόλυμα, τό 1964. Ἐπακόλουθο τῆς συναντήσεως αὐτῆς στά Ἱεροσόλυμα ἦταν τό 1965 καί τό «βαρυσήμαντο ἱστορικό γεγονός» (ὅπως τό χαρακτήρισε ἡ Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν τήν 10-12-1965) τῆς ἀμοιβαίας ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1054.

Β. Παίρνοντας, λοιπόν, ἀφορμή ἀπό τό ἀγωνιῶδες ἐρώτημα πλήθους ὀρθόδοξων καί μή χριστιανῶν, «ποῦ πάει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία;», τό ὁποῖο ἐκφράζεται καί μέ τό ἐρώτημα «ποιός καί πῶς θά διαφυλάξει τήν ἑνότητά της;», ἔχουμε νά καταθέσουμε καί τά ἑξῆς: Ἐν πρώτοις στό ἐρώτημα «ποιός» ἡ εὔκολη καί αὐθόρμητη ἀπάντηση εἶναι: Ὁ Θεός. Μόνο πού ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς στό βιβλίο του «Ἀργά βαδίζει ὁ Χριστός» γράφει: «Ἀργά βαδίζει ὁ Χριστός, ὅμως ἐάν Τοῦ ἐπιτρέπαμε θά βάδιζε γρηγορότερα» (σελ. 33). Καί προσθέτει: «Ὁ Χριστός δέν θά βάδιζε ἀργά . . . ὅταν κάθε ἄνθρωπος θά πράττει τά μέγιστα καλά γιά τόν κόσμο καί θά ἀπαιτεῖ τά ἐλάχιστα καλά ἀπ’ Αὐτόν» (σελ. 34). Καί συνεχίζει: «Φταίει τό μίσος πού καρφώνει πασσάλους στό δρόμο τοῦ Χριστοῦ» (σελ. 35).

Γ. Ἀλλά στό ἐρώτημα «πῶς» θά εἴχαμε νά διατυπώσουμε ταπεινῶς καί εὐσεβάστως τίς ἑξῆς ἀπόψεις, τίς ὁποῖες θέτουμε καί ὑπό συζήτηση καί διερεύνηση: Κατ’ ἀρχάς θά τονίζαμε τό τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (PG 55,493): «Ἐκκλησία συστήματος καί συνόδου ἐστίν ὄνομα». Τό πολίτευμα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι συνοδικόν-ἱεραρχικόν, τ. ἔ., ὅπως ἔλεγε καί ὁ δάσκαλός μας καθηγητής Ἁμίλκας Ἀλιβιζᾶτος εἶναι δημοκρατικό καί περιλαμβάνει τήν ἑξῆς νομοκανονική ἀρχή: «Ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων κρατείτω».

Σχετικῶς, λοιπόν, κι ἐμεῖς εἴχαμε ἀναφέρει σέ προηγούμενο ἄρθρο μας τήν ἀνάγκη συγκλήσεως Συνόδου, γιά νά βρεθεῖ τρόπος ἐπιλύσεως τῆς σύγχρονης διχοστασίας στήν Ὀρθοδοξία. Αὐτήν τή διέξοδο, αὐτόν τόν τρόπο, ὑποδεικνύει καί τό παράδειγμα τῶν Ἀποστόλων τῆς Συνόδου τῶν Ἱεροσολύμων (τό 49 μ.Χ.), ἀλλά καί οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἐπίλυση τῶν ἑκάστοτε ἀναφυομένων προβλημάτων.

Δ. Κατόπιν τούτων καί ὡς πρός τό ζήτημα τῆς συγκλήσεως τῆς συνόδου θά λέγαμε ὅτι, ἐάν κωλύεται ὁ πρῶτος τῇ τάξει Πατριάρχης τῶν πρεσβυγενῶν κανονικῶν Πατριαρχείων, τότε ἀναλαμβάνει ὁ δεύτερος τῇ τάξει Πατριάρχης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅπως ἔγινε στήν περίπτωση τῆς μείζονος Συνόδου τῆς Κύπρου ἐπί Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, δηλ. ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας.

Ἀλλά σήμερα, ἐπειδή σέ ἀντίθεση εἶναι καί ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ἐκτός τοῦ Πρώτου, τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, θά καταφύγουμε στούς λόγους τοῦ Κυρίου, τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά (μήπως καί) βροῦμε ἄκρη.

Ε. Ἔτσι ἔχουμε τούς ἑξῆς λόγους τοῦ Κυρίου:

α) Ματθ. 19,30: «Πολλοί δέ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καί ἔσχατοι πρῶτοι».

Αὐτός ὁ προφητικός λόγος μοιάζει λίγο γιά ἀσύνδετος στό κείμενο ἀπό τά προηγούμενα χωρία. Αὐτό τό αὐθύπαρκτο κάτι σημαίνει. Μήπως θέλει νά μᾶς προκαλέσει τήν προσοχή καί νά μᾶς παρακινήσει γιά μιά ἀναπροσαρμογή στά δρώμενα;

β) Ματθ. 20,16: «Οὕτως ἔσονται οἱ ἔσχατοι πρῶτοι καί οἱ πρῶτοι ἔσχατοι· πολλοί γάρ εἰσι κλητοί ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί».

Τούς προηγούμενους προφητικούς αὐτούς λόγους ἐπαναλαμβάνει ὁ ἴδιος ὁ Εὐαγγελιστής δίνοντας ἔμφαση μέ τήν προσθήκη: «Διότι πολλοί εἶναι καλεσμένοι, λίγοι δέ ἐκλεκτοί». Προειδοποιεῖ ἤ μήπως ὑποδεικνύει εἰσάγοντας τήν ἐφαρμογή του καί στό παρόν, στήν παροῦσα ζωή, μέ τόν ἐνεστῶτα χρόνο «εἰσί»;

γ) Μάρκ. 10,31: «Πολλοί δέ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καί ἔσχατοι πρῶτοι». Τά τοῦ Ματθαίου ἐπαναλαμβάνει καί ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές, ἀλλά καί διά τό ἀσφαλῶς πραγματοποιήσιμο, ἴσως καί ἀπαραίτητο σέ περιπτώσεις ἀνάγκης.

δ) Λουκ. 13,29-30: 29. «Καί ᾕξουσιν ἀπό ἀνατολῶν καί δυσμῶν . . . καί ἀνακληθήσονται ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. 30. καί ἰδού, εἰσίν ἔσχατοι οἵ ἔσονται πρῶτοι, καί εἰσίν πρῶτοι οἵ ἔσονται ἔσχατοι».

«Καί ἰδού» = Καί νά! Καί τώρα! Καί στήν παροῦσα ζωή.

ΣΤ. Καί τά τέσσερα χωρία δέν προσδιορίζουν χρόνο στούς λόγους τοῦ Κυρίου καί ἑπομένως δέν περιορίζουν τήν πραγματοποίησή τους μόνο στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, δηλ. δέν παραπέμπουν στό μέλλον. Βεβαίως ὁ Λουκᾶς μιλάει γιά βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὄχι ὅμως γιά βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀλλά γενικότερα, γιά βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλά βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι καί ἡ στρατευόμενη ἐπί γῆς Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό ἄλλωστε καί λέμε στό «Πάτερ ἡμῶν» «ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γενηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς». Ἐάν τά ἐν λόγῳ χωρία (Ματθ. 19,30 – 20,16, Μάρκ. 10,31, Λουκ. 13,29-30) ἀναφέρονταν μόνον, ἀποκλειστικῶς, στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν μᾶλλον θά τό ἔλεγε ὁ Κύριος ρητῶς, ὅπως τό κάνει στό Ματθ. 5,19, ὅπου κάνει λόγο περί ἐλαχίστων («ἐλάχιστος») καί μεγάλων («μέγας») σ’ αὐτήν τήν οὐράνια βασιλεία.

Ἐπίσης πρέπει νά λάβουμε σοβαρῶς ὑπ’ ὄψει ὅτι ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἔγραψε καί τίς «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων», τουτέστι ἕνα ἱστορικό βιβλίο. Μπῆκε στό τώρα ἤ ἄρχισε μᾶλλον νά καταγράφει τήν Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, μπῆκε στό παρόν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ἄλλωστε καί τό «’Ιδού», πού δηλώνει τό πλησίον, τό ὁρατό, μαζί μέ τήν ὕπαρξη καί τόν συνδυασμό τοῦ ἐνεστῶτα («εἰσί»), σημαίνει ὅτι τά χωρία αὐτά τῶν Εὐαγγελιστῶν ἰσχύουν καί γιά τό παρόν καί γιά τήν ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, τῆς στρατευόμενης Ἐκκλησίας. Αὐτά θά γίνουν ἤ καί πρέπει νά γίνονται. Εἶναι προφητικά χωρία, ἀλλά καί προειδοποιητικά καί ἐμμέσως προτρεπτικά.

Ζ. Μετά ταῦτα θά μποροῦσε κανείς νά προτείνει στούς Προκαθημένους καί τά μέλη τῶν Ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν ὅτι, ἐφ’ ὅσον νομικῶς-κανονικῶς (δικονομικῶς) δέν μπορεῖ ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἤ δέν ἐπιθυμεῖ ἀπό εὐθιξία νά συγκαλέσει μία Πανορθόδοξη Σύνοδο ὡς πρῶτος τῶν πρεσβυγενῶν Ὀρθόδοξων Πατριαρχείων καί ὁ Ἀλεξανδρείας ἐπίσης κωλύεται, θά μποροῦσε νά (παρα)κληθεῖ νά τήν συγκαλέσει ὁ Ἱεροσολύμων ὡς ὁ τελευταῖος τῇ τάξει. Ἔτσι θά ἀκολουθοῦνταν καί θά πραγματοποιοῦνταν καί τά ἀνωτέρω χωρία-ὑποδείξεις τῶν λόγων τοῦ Κυρίου.

Σέ προηγούμενη ἀπάντηση-τοποθέτησή μας σέ σχετική ἐρώτηση εἴχαμε χαρακτηρίσει τή συνάντηση προκαθημένων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στό Ἀμμάν κατόπιν πρωτοβουλίας-προσκλήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων γιά τό οὐκρανικό ζήτημα «κατ’ ἀρχάς ὡς μία κίνηση καλῆς θελήσεως» καί «ὡς μία Σύναξη γιά τή σύνταξη θετικῶν καί ἐποικοδομητικῶν προτάσεων καί ὄχι ὡς μία Σύνοδο τελικῶν ἀποφάσεων». Καί τοῦτο, ἐπειδή, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τόν συντονιστικό ρόλο μιᾶς Πανορθόδοξης Συνόδου ἔχει τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ὡς πρῶτο τῇ τάξει καί ἀκολούθως τῆς Ἀλεξανδρείας ὡς δεύτερο.

Η. Τώρα ὅμως, στήν προ-κείμενη περίπτωση (καί νεότερες), τά πράγματα, ὅπως εἴδαμε καί στή διαδρομή τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀλλάζουν. Ἀπαιτοῦν σύνοδο κατόπιν συνεννοήσεων μεταξύ τῶν ἐπί μέρους Ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν· ὄχι Σύναξη γιά συμβουλές, ἀλλά Σύνοδο γιά ἀποφάσεις σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή καί τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας.

Βεβαίως αὐτά μπορεῖ νά μή συμβοῦν καί ἰσχύσουν ἐφ’ ὅσον γίνει ἡ μεγάλη ὑπέρβαση καί συνεννόηση μεταξύ Ἀνατολῆς-Δύσεως ἐξ ἀφορμῆς τοῦ οὐκρανικοῦ ζητήματος καί εἰδικότερα τῶν Οὐκρανῶν οὐνιτῶν, γιά τά ὁποῖα εἴχαμε γράψει ἐκτενῶς στό ἄρθρο μας «Οἱ δέ Οὐκρανοί οὐνίτες, τί; ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΥΠΕΡΒΑΣΗ» (στίς ἱστοσελ. Ρομφαία [Romfea], Ἀποστολική Διακονία κ. ἄ). Τότε θά ἔχουμε ραγδαῖες ἐξελίξεις ἤ τουλάχιστον ἡ κάθε αὐτοκέφαλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θά μπορεῖ νά ἔχει (νά ἀναπτύξει) σχέσεις καί μέ τή Ρώμη, χωρίς νά δεσμεύει τίς ἄλλες ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες σύμφωνα καί μέ τήν ἀπόφαση τῆς Γ΄ Πανορθόδοξης Διασκέψεως στή Ρόδο τό 1964. Ἐμεῖς θά προσθέταμε· ἀλλά καί χωρίς νά ἀποκόπτεται ἀπό τίς ἄλλες ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.

Θ. Γιά τά τελευταῖα αὐτά ἔχουμε νά προβάλουμε καί τό χωρίο τοῦ τέλους τῆς Β΄ ἐπιστολῆς τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου πρός τή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, ὅπου λέει: «ἀσπάζετέ σε τά τέκνα (αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες) τῆς ἀδελφῆς σου τῆς ἐκλεκτῆς (Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας)» (Β΄ Ἰωάν. 13). Περισσότερα ὅμως καί μέ τά σχετικά χωρία τῆς ἐπιστολῆς καί ἐπιχειρήματα περί τῶν δύο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς Δυτικῆς καί τῆς Ἀνατολικῆς, βλ. Παν. Μπούμη, Δύο «ἐκλεκτές ἀδελφές»-Ἐκκλησίες καί οἱ διαφορετικοί “πρῶτοι” τους (Μηνύματα τῶν Β΄ καί Γ΄ ἐπιστολῶν τοῦ Ἰωάννου), Ἀθήνα 2017 («Ἑπτάλοφος»).

Ι. Θά τολμούσαμε μετά ἀπό ἐκεῖνα πού ἔχουν προηγηθεῖ καί καταγραφεῖ καί στήν ἀρχή τοῦ παρόντος ἄρθρου (συνάντηση Ἱεροσολύμων, ἄρση ἀναθεμάτων κ. ἄ.) νά προτείνουμε μέ (ὑπό) ὁρισμένες προϋποθέσεις καί τά ἑξῆς: Μήπως θά ἔπρεπε ὁ πρόεδρος τῆς ἐν λόγῳ ὀρθόδοξης συνόδου νά ζητήσει ἀπό τόν Πάπα Ρώμης νά στείλει στή σύνοδο αὐτή ἐκπρόσωπό του ὄχι ὡς ἁπλό παρατηρητή, ἀλλά ὡς σύμβουλο; Αὐτή ἡ ἐνέργεια θά εἶναι καί ἕνα βῆμα ἤ δεῖγμα πρός τήν μεγαλύτερη ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία δέν θά περιορίζεται μόνο σέ λόγια ἀλλά καί σέ πράξεις. Ἔτσι θά βαδίζουμε καί σέ μιά ὁλοκλήρωση τῆς ἐπικοινωνίας – βεβαίως πάντα μέ τίς δογματικοκανονικές προϋποθέσεις – πού ἄρχισε ἐπί Ἀθηναγόρα Α΄ καί Πάπα Παύλου ΣΤ΄ πάλι ἀπό τά Ἱεροσόλυμα τό 1964.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.