Της Αικατερίνας Παπανικολάου.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το ζήτημα της τεκνοθεσίας από τα ομόφυλα ζευγάρια επανέρχεται στην εγχώρια δημόσια συζήτηση. Όπως σε κάθε προηγούμενη απόπειρα προσέγγισης του όμως, ούτε αυτή τη φορά αποφεύχθηκαν οι αφορισμοί και ο σκληρός αμυντικός αντίλογος. Η συστηματική αναγωγή άλλωστε του θέματος σε μέτρο ηθικής διαπίστευσης και προσήλωσης σε παραδεδομένες αξιακές ταυτότητες που εγγυώνται έως και την κοινωνική συνοχή της ελληνικής ιδιοπροσωπίας εξαρχής, υπονομεύει σημαντικά κάθε προοπτική νηφάλιας διαβούλευσης.

Στην περιορισμένη έκταση αυτού του σημειώματος θα εστιάσουμε σε ένα μόνο από τα ενάντια επιχειρήματα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα δημοσκοπικά ευρήματα που καταγράφονται από καιρού εις καιρός, η πλειονότητα των ερωτώμενων δυστροπεί στο ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξέλιξης για στεροειδείς λόγους: ταξικός συντηρητισμός, θρησκευτική κανονιστικότητα, επιμονή στην κλασική εκδοχή γονεϊκότητας ως προϋπόθεση ευημερίας του τέκνου κοκ. Κατά την άποψη αυτή, συνεπώς, το πλειοψηφικό δόγμα ως θεμελιώδης όρος λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος δεν αφήνει περιθώρια για νομοθέτηση εναλλακτικών γονεϊκών πλαισίων.

Πρόκειται, ωστόσο, για ψευδεπίγραφο επιχείρημα που αναιρεί την πολιτική ουσία της δημοκρατίας, ενώ αποδυναμώνει την αντίληψη περί της αξίας κάθε ανθρώπου και του ηθικού αυτεξούσιου του. Η κατοχύρωση και περαιτέρω προστασία των δικαιωμάτων των μειοψηφιών συνιστά αφετηριακή υποχρέωση κάθε φιλελεύθερης δικαιοκρατικής πολιτείας. Κυρίως μάλιστα, επειδή η ανάγκη κανονιστικής οριοθέτησης είναι κρίσιμη πρωτίστως σε πεδία, όπου η διαφορετικότητα δεν είναι ακόμη κοινωνικά εμπεδωμένη. Ελλείψει κρατικής παρέμβασης, είναι βέβαιο ότι η “τυραννία της πλειοψηφίας” επελαύνει ισοπεδωτικά, καταργώντας κάθε προοπτική ευημερίας για όσους δεν συμπλέουν με κρατούσες επιλογές και αποδεκτούς μέσους όρους.

Αυτό βεβαίως, καθόλου δεν απογειώνει την ανάγκη επιδίωξης του υψηλότερου δυνατού consensus ως εγγύηση συνοχής εντός της κοινότητας. Ο Αριστόβουλος Μάνεσης εξηγούσε ότι η πληρέστερη προστασία των δικαιωμάτων των μειοψηφιών επιτυγχάνεται όταν η αποτύπωσή τους πιστώνεται σε ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις. Στο ίδιο πνεύμα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναγνωρίζει ότι κατά τη διατύπωση της τελικής κρίσης του, σε ζητήματα που αφορούν τις ηθικές και αξιακές επιλογές κάθε ατόμου, συνεκτιμά οπωσδήποτε τις ευρέως διαδεδομένες αντιλήψεις εντός των εθνικών δικαιοταξιών.

Υπό αυτήν την οπτική, διατηρεί αυτονοήτως τη σημασία της η ενάντια τοποθέτηση της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο πρόσφατο εγκύκλιο σημείωμα της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Πλην, οι θέσεις αυτές, δεν μπορεί παρά να αφορούν το εκκλησιαστικό ποίμνιο και μόνον. Με άλλα λόγια, δεν νοείται αξίωση περιορισμού του δικαιώματος κατ’ επίκληση ακόμη και της συνταγματικά κατοχυρωμένης “επικρατούσας θρησκείας στην Ελλάδα”.

Το Δικαστήριο διαφοροποιεί ουσιωδώς την περίπτωση, όπου η κυρίαρχη άποψη αναπαράγει πολλαπλασιαστικά τους σκοπούς της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από την περίπτωση όπου η κοινωνική πλειοψηφία ή άλλες κρατούσες θέσεις υπολείπονται σε σχέση με τον κανονιστικό πυρήνα της Σύμβασης. Σε περιπτώσεις δηλαδή, όπου οι τελευταίες διάκεινται δυσμενώς ως προς την αναγνώριση δικαιωμάτων σε τμήμα του πληθυσμού, το Δικαστήριο διαπιστώνει παραβίαση της Σύμβασης. Άλλως, “η πρόσβαση των μειονοτήτων στα δικαιώματα που εγγυάται η Σύμβαση υπό την αίρεση σύμφωνης γνώμης της πλειονότητας, θα προσέκρουε στον αξιακό πυρήνα της ΕΣΔΑ ως καταστατικού πλαισίου της ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης”.

Αφ’ ης στιγμής έχει κριθεί ότι η επίσημη αναγνώριση της πραγματικής ένωσης μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών συνιστά συμβατική δέσμευση για τα κράτη-μέλη της ΕΣΔΑ, η αποτελεσματική άσκηση του συνόλου των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Σύμβαση οδηγεί κατά λογική ακολουθία στην υποχρέωση κατοχύρωσης και του δικαιώματος τεκνοθεσίας. Αυτό, στην Ευρώπη, συμβαίνει ήδη σε 19 χώρες.

Ή αντιστρόφως: τα πορίσματα των διεθνών επιστημονικών και εμπειρικών ερευνών επί του πεδίου, τα νομικά αυτονόητα και κυρίως η δυναμική της πραγματικής ζωής, επιβάλλουν την άμεση ρύθμιση της παρατεταμένης εκκρεμότητας και στη χώρα μας. Πρωτίστως, επειδή οι συνέπειές της πλήττουν αδικαιολόγητα τις πιο ευαίσθητες πτυχές της ανθρώπινης ζωής, όπως είναι η πραγματική ζωή των παιδιών που διαβούν ήδη και στη χώρα μας, στο πλαίσιο οικογενειών με ομόφυλους γονείς.

Ο Έλληνας νομοθέτης οφείλει να μην εθελοτυφλεί άλλον, καθόσον “ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας” για καθένα από τα μέλη της. Κυρίως, οφείλει να αρθεί στο συνταγματικό ύψος που επιτάσσει ο νομικός μας πολιτισμός, προσδίδοντας ορατότητα σε μια de facto συνθήκη που παραμένει χρόνια τώρα ανεπίτρεπτα αρρύθμιστη.

Όσο εξακολουθούμε να μην αντιλαμβανόμαστε ότι καθήκον της πολιτείας είναι η κατοχύρωση της ελευθερίας όλων, χωρίς αποκλεισμούς και “όχι η υπαγόρευση και επιβολή της κυρίαρχης ηθικής”, κάθε πολιτική πρωτοβουλία προς τη φιλελεύθερη κατεύθυνση θα λήγει άδοξα, αναπαράγοντας πυροτεχνηματικές νομοτέλειες. Και είναι κρίμα, διότι πέρα από το θεωρητικό και επιστημονικό ενδιαφέρον του θέματος, το ζήτημα αφορά ανθρώπους και τις μοναδικές ζωές τους. Ή, καλύτερα, οι συνέπειες της ανεκπλήρωτης δέσμευσης εδώ είναι αμετάκλητα οδυνηρές, καθώς -με τα λόγια του ποιητή στα Ρω του Έρωτα- “δεύτερη ζωή δεν έχει”.

*Η δρ Αικατερίνη Παπανικολάου είναι δικηγόρος, τ. μέλος στην Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών, ειδική επιστήμων στον Συνήγορο του Πολίτη

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.