Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος (κατά κόσμον Χρήστος Παρασκευαΐδης, Ξάνθη, 17 Ιανουαρίου 1939 - Αθήνα, 28 Ιανουαρίου 2008), ήταν Έλληνας θεολόγος και επίσκοπος που διετέλεσε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος την περίοδο 1998 - 2008.
Γεννήθηκε στην Ξάνθη στις 17 Ιανουαρίου 1939 και ήταν γιος του Κωνσταντίνου και της Βασιλικής Παρασκευαΐδη, προσφύγων. Η οικογένειά του καταγόταν από την Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης και εγκαταστάθηκε στην Ξάνθη μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης. Σε ηλικία 2 ετών, μετά την εμπλοκή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1941, η οικογένειά του μετακόμισε για λόγους ασφαλείας στην Αθήνα[1], όπου ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος έζησε μέχρι την ηλικία των 35 ετών. Μαθήτευσε στο δημοτικό σχολείο Κοραής και ακολούθως στο Λεόντειο Λύκειο Πατησίων με άριστη επίδοση.
Το 1957, σε ηλικία 18 ετών, ήταν ψάλτης στην Αγία Ζώνη Κυψέλης και εκεί συναντά τον τότε διάκονο Καλλίνικο Καρούσο (μετέπειτα Μητροπολίτη Πειραιώς), ο οποίος λειτουργούσε στον ίδιο ναό. Εκείνος του γνώρισε τον Αθανάσιο Λενή (μετέπειτα Μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβρόσιο). Το 1958 οι τρεις ίδρυσαν τη μοναστική αδελφότητα «Χρυσοπηγή» στο Παγκράτι.
Εγκατάσταση και αποπομπή από τη Μονή Βαρλαάμ
Το 1961 εγκαταστάθηκε μαζί με τους Καλλίνικο Καρούσο και Αθανάσιο Λενή στη Μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων, της οποίας ορίσθηκε ηγούμενος ο Καλλίνικος.[2]
Εκάρη μοναχός στις 16 Μαΐου 1961 στη Μονή Βαρλαάμ και στις 17 Μαΐου 1961 χειροτονήθηκε διάκονος στον Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων Τρικάλων.
Μετά από παραμονή δύο ετών στη μονή, οι τρεις κληρικοί επέστρεψαν στην Αθήνα λόγω διαμάχης που ξέσπασε μεταξύ αυτών και του επιχώριου Μητροπολίτη, Τρίκκης και Σταγών Διονυσίου[2]. Ο Μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών Διονύσιος, αποκάλυψε δημοσίως πως η Αδελφότητα διασπάθισε όλες τις οικονομίες της Μονής που ανέρχονταν σε ένα εκατομμύριο δραχμές[3][4]. Ειδικά για τον Χριστόδουλο, ο Μητροπολίτης παραπονέθηκε ότι η συμπεριφορά του υπήρξε «αχαρακτήριστος προς Επίσκοπον κείραντα αυτόν μοναχόν και χειροτονήσαντα διάκονον» και αυτό «συνετέλεσεν εις την αυστηράν από μέρους μου παρατήρησιν υμών». Στην επιστολή αποπομπής ο Διονύσιος κατέληγε: «Έχετε, παιδιά μου, πέσει θύματα του πονηρού. Ηδικήσατε την Μονήν και τον εαυτόν σας μεγάλως. Θα έπρεπε να φανώ εναντίον σας αυστηρός. Όμως αποδίδων πάντα τα ανωτέρω εις απειρίαν, επιπολαιότητα και ενεργείας του Πονηρού, αφήνω εις τον Θεόν την υπόθεσιν».




































