Ο κατατρεγμένος αυτός κόσμος της Ανατολής μπορούσε τώρα να πιστέψει και να λατρέψει ελεύθερα τον Θεό του, να δημιουργήσει, να εξελιχθεί σε όλους τους τομείς της ζωής αποτελώντας ένα νέο πυλώνα στην οικονομική και πνευματική ζωή των γηγενών Ελλήνων και διαμορφώνοντας την εθνική μας ταυτότητα, μέσα από το ήθος, την πίστη και τον “σώφρονα λογισμό” του.

Διερωτάται κανείς, πώς δεν εμποδίστηκαν οι πρόσφυγες στα πρώτα τουλάχιστον χρόνια, στη δράση και την εξέλιξή τους από την βαθύτατη θλίψη και το πένθος τους για οικεία πρόσωπα, αφού δεν υπήρχε οικογένεια που να μην είχε αφήσει πίσω δικούς της ή νεκρούς, ή ανήμπορους, ή αγνοούμενους; Η αυθεντική πίστη και η εμπιστοσύνη τους στη χριστιανική αλήθεια, στην αυτοθυσία και το Ευαγγέλιο του Υιού και Λόγου του Θεού δυνάμωνε την πεποίθησή τους για τη πεπερασμένη ανθρώπινη ζωή, ενώπιον του αιωνίου θείου θελήματος, που πολλές φορές δεν φανερώνει άμεσα την αγάπη και τη φροντίδα του Θεού για τον άνθρωπο, ούτε και την οικονομία της θείας Πρόνοιας για τα διαχρονικά “καλά και συμφέροντα” του ανθρώπου.

Με απέραντη υπομονή, καθαρή καρδιά και πνεύμα ταπείνωσης, οι πρόσφυγες δεν άργησαν να πείσουν τους αδελφούς Ελλαδίτες ότι, σε κάποια καίρια σημεία, στάθηκαν ανώτεροι από εκείνους και ως προς την ψυχολογία τους, αλλά και ως προς το σύνολο των δραστηριοτήτων τους. Δεν είναι αβάσιμη η διαπίστωση πως από τη μεγάλη συμφορά του 1922 και εδώ, δεν υπάρχει κακό που να μη φέρνει και κάποια ωφέλεια.

Ο ελεύθερος Ελληνισμός έγινε πιο ενιαίος, πιο συμπαγής και πιο προοδευτικός. Αλληλογνωρίστηκαν οι Έλληνες της Ελλάδας και της Μ. Ασίας και αλληλοβοηθήθηκαν. Ιδιαίτερα οι Κωνσταντινουπολίτες και οι Σμυρναίοι είχαν γλωσσομάθεια, πολυμάθεια, ευφυΐα και παραγωγική δραστηριότητα, που τους έκανε ικανούς για πολλά. Επίσης ενίσχυσαν στους Παλαιοελλαδίτες το σεβασμό και την υπακοή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, που ενίσχυσε και βελτίωσε τις υπάρχουσες ελλείψεις της Ελλαδικής Εκκλησίας.

Από την άλλη πλευρά αυτοί που είχαν ζήσει στο εσωτερικό της Μ. Ασίας, ιδίως οι Καππαδόκες και οι Πόντιοι, ήσαν υποχρεωμένοι να αμύνονται, με τη φιλοπονία, την πίστη και την ευστροφία τους, προκειμένου να μην χάσουν την εθνική τους συνείδηση.

Οι Παλαιοελλαδίτες, ενώ στην αρχή θεώρησαν ότι θα εκπαίδευαν τους εξαθλιωμένους σωματικά πρόσφυγες, γρήγορα κατανόησαν ότι όλοι αυτοί οι κατατρεγμένοι τούς άνοιγαν νέους ορίζοντες σε όλους σχεδόν τους τομείς της επίγειας ζωής τους, μέσα από την ευγένεια του πνεύματος και τη καθαρότητα της ψυχής τους.

Σωματεία – Πολιτισμός

Ο προσφυγικός κόσμος συνέστησε στην Ελλάδα από αρχής εκατοντάδες μεγάλα και μικρά Σωματεία, τα οποία, προς συντονισμό της δραστηριότητάς τους αποτέλεσαν αργότερα “Ομοσπονδίες”, προκειμένου να διαφυλάξουν και να διατηρήσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα μέσα στην ελληνική Επικράτεια και στο εξωτερικό, όπως οι Κωνσταντινουπολίτες, οι Σμυρναίοι, οι Πόντιοι, οι Καππαδόκες κ.ά.

Ο ξεριζωμένος αυτός Ελληνισμός της Ανατολής μπορούσε τώρα ελεύθερος να πιστέψει, να δημιουργήσει, να εξελιχθεί, να δράσει αποτελώντας ένα νέο πυλώνα στην οικονομική, κοινωνική και πνευματική ζωή των γηγενών αδελφών του.

Οι Έλληνες Μικρασιάτες ήταν συνηθισμένοι στη συγκρότηση Σωματείων και Συλλόγων, οι οποίοι τους εξασφάλιζαν την ενότητα στη διάσωση της εθνική τους ταυτότητας, αλλά και στην επιτυχία κοινωνικών και πολιτισμικών στόχων.

Ωστόσο η δύναμη αυτών των επί μέρους οργανώσεων γινόταν πολλαπλάσια, όταν οι Σύλλογοι αυτοί συσπειρώνονταν σε μία Ομοσπονδία. Μία Ομοσπονδία αποτελούσε ένα αρραγές Σώμα, στο οποίο ξεχώριζαν τα Μέλη εκείνα που είχαν την ικανότητα να εκφέρουν απόψεις υπέρ του συνόλου, τις οποίες υλοποιούσαν ενωμένα όλα μαζί τα Μέλη της (οι Σύλλογοι), προκειμένου να επιτύχουν, κατά το δυνατόν, αγαθά αποτελέσματα.

Πράγματι σ᾽ αυτά τα Σωματεία-Ομοσπονδίες ακούγονταν τα προβλήματα των, από διαφορετικούς τόπους προελεύσεως, προσφύγων.

Προβλήματα αναφορικά με την επιβίωσή τους, όπως και προτάσεις για εξεύρεση εργασίας και για την οικοδόμηση σχολείων και εκκλησιών, σύμφωνα με τη σύγχρονη τότε πρόοδο και εξέλιξη, για την οποία δεν υπήρχαν πλέον εμπόδια, που είχαν συναντήσει οι πρόσφυγες στο παρελθόν, υπό το Οθωμανικό καθεστώς. Τα έξοδα για την απόκτηση ευαγών Ιδρυμάτων εξασφάλιζαν συνήθως οι ίδιοι οι πρόσφυγες με ισχυρή θέληση και σκληρή εργασία.

Αναφερόμενοι στις Ομοσπονδίες, θα κάνουμε μία μικρή χρονική παρέκκλιση και θα γνωστοποιήσουμε τη σημερινή Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών, η οποία συγκεντρώνει στη δράση της όλη την επί δεκαετίες ιστορική-προσφυγική νοοτροπία και αλήθεια, μέσα από τη συλλογική προσπάθεια των διωγμένων και παράνομα απελαθέντων ομογενών της Πόλης, κατά τον 20ό αιώνα.

Το 2006 τριάντα Κωνσταντινουπολίτικα σωματεία, με κοινή τους απόφαση, ίδρυσαν την Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών (ΟΙ.ΟΜ.ΚΩ.) για την από κοινού επίλυση των ζητημάτων που αντιμετωπίζει η εκπατρισμένη ελληνική Κοινότητα μαζί με την Ομογένεια της Πόλης. Ιδιαίτερα μετά τα Σεπτεμβριανά του 1955 και τις απελάσεις της δεκαετίας του 1960. Η ΟΙ.ΟΜ.ΚΩ. διοικείται από Δ.Σ. που εκλέγεται κάθε τρία χρόνια από τη Γενική Συνέλευση, στην οποία συμμετέχουν τα εκλεγμένα μέλη των επί μέρους Σωματείων.

Η ψυχή αυτής της Ομοσπονδίας από της ιδρύσεώς της είναι ο εντιμολογιότατος κ. Νικόλαος Ουζούνογλου, ο οποίος εκλέχθηκε τέσσερις φορές από το 2007 ως Πρόεδρος της ΟΙ.ΟΜ.ΚΩ., η οποία έχει την έδρα της στην Αθήνα.

Ο κ. Ουζούνογλου, γεννημένος στη Χαλκηδόνα της Πόλης, αφού τελείωσε το Ζωγράφειο Γυμνάσιο, σπούδασε στο Κρατικό Πολυτεχνείο της Πόλης, απ᾽ όπου απεφοίτησε το 1973. Συνέχισε τις σπουδές του στο Essex, έλαβε διεθνή βραβεία και ερχόμενος στην Ελλάδα, με τις απελάσεις του 1960-70, εκλέχθηκε το 1984 καθηγητής στη Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανολόγων και Μηχανικών Υπολογιστών του Ε.Μ. Πολυτεχνείου, όπου υπηρετεί μέχρι σήμερα. Το 2011 τιμήθηκε από την Α.Θ.Π. Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο Α´, με το οφφίκιο του “Προστάτη των Γραμμάτων”.

Υπό την Προεδρία του κ. Ουζούνογλου η ΟΙ.ΟΜ.ΚΩ. ασχολείται κυρίως με τον επαναπατρισμό των Ελλήνων στην Πόλη και την επιστροφή των περιουσιών τους, που σήμερα βρίσκονται στα ξένα χέρια.

Πολιτισμικά δρώμενα

Θα αναφερθούμε σε ορισμένα πολιτιστικά στοιχεία, με τα οποία η πρώτη αλλά και οι επόμενες γενιές των Ελλήνων προσφύγων, ξεπερνώντας πολιτικά και κοινωνικά εμπόδια, τα οποία συνάντησαν στην Ελλάδα, εξελίχθηκαν συντελώντας στην κοινωνική άνοδο των Παλαιοελλαδιτών.

Ο κοινός στόχος όλων των νεοφερμένων, ανεξαρτήτως του τόπου προελεύσεώς τους (Μ. Ασία, Καππαδοκία, Πόντος κ.ά.), είχε δύο σκέλη: Πρώτον να διατηρήσουν και να συνεχίσουν να ζουν μέσα στην ελληνορθόδοξη παραδοσιακή και πολυσχιδή πορεία τους, και δεύτερον να μεταλαμπαδεύσουν τα στοιχεία του πολιτισμού τους στους επιγόνους τους.

Με την εργατικότητα του προσφυγικού κόσμου στήθηκαν σε άγονες γεωργικές εκτάσεις βιοτεχνίες και μετά βιομηχανίες.

Οι προσφυγικές κοινωνίες των συνοικισμών στις μεγάλες πόλεις δεν άργησαν να μετεξελιχθούν σε αξιόλογες εμπορικές ζώνες, ενώ στους υπαίθριους χώρους άρχισε η βιομηχανική υποδομή με εργοστάσια υφαντουργίας, ταπητουργίας και μεταξουργίας.

Άλλωστε καλλιεργήθηκαν συστηματικά οι περιουσίες που άφησαν φεύγοντας οι ανταλλάξιμοι Τούρκοι, όπως και οι περιουσίες που παραχώρησαν Ιερές Μητροπόλεις του Οικουμενικού Θρόνου και των Μοναστηριακών Μετοχίων του Αγίου Όρους.

Οι μορφωμένοι πρόσφυγες ιερείς, δάσκαλοι, γιατροί, φαρμακοποιοί κ.ά., που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στις κοινότητές τους, άρχισαν να απορροφώνται από το Κράτος, ενώ οι γλωσσομαθείς σταδιοδρομούσαν σε επιχειρήσεις.

Άρχισαν να εκδίδονται εφημερίδες και άλλα έντυπα για τον “Προσφυγικό Κόσμο”, ακόμα και στην καραμανλήδικη γλώσσα και γραφή, προκειμένου να διασωθεί η ανατολίτικη προέλευση των αρθρογράφων και συγγραφέων.

Καραμανλήδες ονομάζονται από τον 16ο αι. τουρκόφωνοι Χριστιανοί Ορθόδοξοι της Καππαδοκίας και ύστερα ολόκληρης της Μ. Ασίας. Η ονομασία προέκυψε μετά την οριστική κατάκτηση της Καισάρειας από τους Οθωμανούς (1476), οπότε η περιοχή αυτή ανήκε στο εγιαλέτι του Καραμάν. Καραμανλήδικη αποκαλείται η γραφή στην οποία η τουρκική γλώσσα αποδίδεται με ελληνικούς χαρακτήρες.

Στην Καππαδοκία υπήρχαν πολλοί τουρκόφωνοι Χριστιανοί και πριν από την κατάκτησή τους από τους Οθωμανούς. Το φαινόμενο των Καραμανλήδων οφείλεται, κατά τους ερευνητές, σε δύο λόγους: Πρώτον, ότι οι ελληνορθόδοξοι ήθελαν με αυτόν τον τρόπο να διασώσουν την ελληνική γλώσσα και δεύτερον, ότι στα απομονωμένα μικρά χωριά της υπαίθρου οι αμιγείς χριστιανικοί πληθυσμοί διατηρούσαν ζωντανή την ελληνική γλώσσα μη γνωρίζοντας να γράφουν τουρκικά. Αντίθετα στα μεγάλα Κέντρα οι Έλληνες γνώριζαν να ομιλούν, αλλά και να γράφουν στην τουρκική γλώσσα.

Η καραμανλήδικη γραφή συνεχίστηκε και στον 20ό αι. προσφέροντας βιβλία θρησκευτικού, ιστορικού και γεωγραφικού περιεχομένου. Στη βιβλιοθήκη του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών διασώζονται καραμανλήδικα βιβλία, τα οποία έχουν μελετηθεί και ερευνηθεί από σύγχρονους ερευνητές.

Συνεπείς στις φιλογενείς παραδόσεις τους οι πρόσφυγες συνέχισαν τα ήθη και τα έθιμά τους, τις γιορτές και τα πανηγύρια τους. Στην αρχή εκκλησιάζονταν στα ξωκλήσια που συναντούσαν, γρήγορα όμως άρχισαν να κτίζουν εκκλησίες στις οποίες εναπέθεταν ιερά κειμήλια που είχαν φέρει μαζί τους, δίνοντας στις εκκλησίες αυτές συνήθως το όνομα του Αγίου/ας που λάτρευαν στον τόπο τους.

Έχουμε ήδη μιλήσει, στο περί του Ξεριζωμού μελέτημα, για τον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου στο Προκόπι Ευβοίας και για τον Ιερό Ναό του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στη Νέα Καρβάλη της Καβάλας, όπου φυλάσσονται και τα Ιερά Λείψανα των Αγίων, τα οποία μεταφέρθηκαν αντιστοίχως από το χωριό Άγιος Προκόπιος (Ürgüp) και Γκέλβερι της Καππαδοκίας.

Γρήγορα δημιουργήθηκε στην Ελλάδα η “Κεντρική Επιτροπή Συγκεντρώσεως των Ιερών Κειμηλίων” υπό την Προεδρία του Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρυσοστόμου, ο οποίος συνέλεξε πλήθος εικόνων και άλλων σεβασμάτων, εκ των οποίων ορισμένα κατατέθηκαν για συντήρηση στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών και στο Μουσείο Μπενάκη. Άλλα κειμήλια διαμοιράστηκαν στους Ιερούς Ναούς προσφυγικών ενοριών.

Η θρησκευτική πίστη υπήρξε για όλους τους Έλληνες Μικρασιάτες το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της υπάρξεώς τους, ως προς τον καθορισμό της εθνικής τους υποστάσεως

Πρέπει να τονίσουμε ότι η μεταφορά των κειμηλίων από πεζοπορούντες ήταν εξαιρετικά επίπονη, κάτω από τις βάρβαρες συνθήκες υπό τις οποίες έγινε ο ξεριζωμός, ιδιαίτερα των προσφύγων του Πόντου και των Δυτικών παραλίων της Μ. Ασίας.

Οι ανταλλάξιμοι Έλληνες άφηναν πίσω τους γενέθλιους τόπους και μετανάστευαν άποροι σε μία φτωχή, διχασμένη πολιτικά χώρα, με μία άλλη νοοτοπία και άλλες συμπεριφορές.

Αντίθετα η μετακίνηση των Τούρκων ανταλλαγέντων έγινε με ομαλότητα και πολλές φορές με αποχαιρετισμούς των Ελλήνων γειτόνων τους.

Στην Ελλάδα οι Έλληνες Μικρασιάτες, ως “απρόσκλητοι επισκέπτες” και μη έχοντας εισιτήριο επιστροφής, έπρεπε, με υπομονή και εργατικότητα, πίστη και πολιτισμό, να πείσουν για τη χρησιμότητά τους.

Οι Παλαιοελλαδίτες κρατούσαν σε απόσταση ειδικά τους τουρκόφωνους Καραμανλήδες, ως αλλογενείς, αγνοώντας ότι αυτοί οι τουρκόφωνοι είχαν γίνει δίγλωσσοι για να κρατήσουν την ορθόδοξη πίστη τους και έγραφαν με ελληνικό αλφάβητο την τουρκική γλώσσα για να αποφύγουν τον “εκτουρκισμό” τους.

Άλλοι τουρκόφωνοι Έλληνες, για να διασώσουν την ελληνικότητά τους, μεταχειρίζονταν χριστιανικά ονόματα με συγγενή τουρκική ονοματοδοσία. Ο Μιχάλης απεκαλείτο Μεχμέτ, η Ελένη Εμινέ και ούτω καθ᾽ εξής.

Από τους 1.300.000 χριστιανούς πρόσφυγες, οι 750.000 εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία και στη Δ. Θράκη και οι υπόλοιποι διαμοιράστηκαν στην παλαιά Ελλάδα, στα νησιά του Αιγαίου, στην Κρήτη και λίγοι στα Επτάνησα. Η Θεσσαλονίκη είχε δεχθεί επάλληλα κύματα διωγμένων ομογενών από το 1914, το 1919, το 1922 και το 1923. Γι᾽ αυτό είχε ονομασθεί “Μητέρα της προσφυγιάς”.

Μεταξύ αυτών των προσφύγων ήταν και 60.000 Έλληνες από τον Καύκασο και περί τις 50.000 Αρμένιοι.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.