Του π. Ιωάννου Χρυσαυγή- 25 Φεβρουαρίου, 2026- Μόλις πριν από δύο μήνες, στα τέλη Νοεμβρίου, τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, όπως και πολλοί Χριστιανοί διαφορετικών παραδόσεων, έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στη συνάντηση της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου με την Αγιότητά του τον Πάπα Λέοντα ΙΔ’, που έγινε στην Τουρκία με αφορμή τη συμπλήρωση 1.700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας.

Παρότι οι σχολιαστές, όπως ήταν αναμενόμενο, επικέντρωσαν την προσοχή τους στην κοινή απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως από τους δύο ιεράρχες, στη Νίκαια – γεγονός με ιδιαίτερη ιστορική βαρύτητα – στο επίπεδο της καθημερινής χριστιανικής ζωής, ωστόσο, ένα άλλο ζήτημα έρχεται να αναδειχθεί ως ακόμη σημαντικότερο, έχοντας ήδη αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης ανάμεσα στις ανώτατες εκκλησιαστικές αρχές των δύο Εκκλησιών.

Πράγματι, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, που συγκλήθηκε στη Νίκαια το 325 μ.Χ., καθόρισε τόσο τον σκοπό όσο και τον τρόπο υπολογισμού της εορτής της Ανάστασης του Χριστού για όλους τους Χριστιανούς. Από αυτό ορμώμενοι, μία ομάδα θεολόγων συγκεντρώθηκε στη Βοστώνη, ύστερα από σχετική πρόσκληση του Οικουμενικού Ινστιτούτου Huffington της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού (Hellenic College–Holy Cross School of Theology), για να στρέψει την προσοχή τόσο των Ορθοδόξων όσο και των Καθολικών Χριστιανών στο ζήτημα του ημερολογίου: σχετικά με το πώς, πότε και για ποιον λόγο πρέπει να εορτάζεται το Πάσχα, η εορτή της Ανάστασης.

Η δήλωση που εξέδωσαν και η οποία παρατίθεται στη συνέχεια, αρχίζει με την επισήμανση ότι η Σύνοδος της Νίκαιας ορίζει τον εορτασμό του Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Ωστόσο, όπως είναι γνωστό, οι Χριστιανοί της Δυτικής Παράδοσης και οι Ορθόδοξοι της Ανατολής συμπίπτουν στον εορτασμό μόνο κατ’ εξαίρεσιν. Η δήλωση αυτή, η οποία έχει εκπαιδευτικό χαρακτήρα, επιχειρεί να παρουσιάσει συνοπτικά τους λόγους για τους οποίους το ζήτημα του ημερολογίου παραμένει άλυτο, προτείνοντας συγκεκριμένα βήματα που μπορούν να γίνουν ιδιαίτερα εδώ, στη Βόρεια Αμερική, προκειμένου να βρεθεί μια λύση. Για το θέμα αυτό ενδιαφέρονται όχι μόνο οικογένειες από διαφορετικές εκκλησιαστικές παραδόσεις – οι λεγόμενοι μεικτοί γάμοι – αλλά και εκείνοι που επιθυμούν να παραμείνουν πιστοί στο αυθεντικό φρόνημα της πατερικής παράδοσης. Ευχόμαστε το κείμενο της παρούσας δήλωσης να μελετηθεί και να αποτελέσει πεδίο ουσιαστικού προβληματισμού για όλους: κληρικούς και λαϊκούς, σπουδαστές θεολογίας και πιστούς.

Δήλωση Ορθοδόξων Κληρικών και Θεολόγων

Ύστερα από σχετική πρόσκληση του Οικουμενικού Ινστιτούτου Huffington της Θεολογικής Σχολής Τιμίου Σταυρού, στις 24 Ιανουαρίου 2025, μια ομάδα Ορθοδόξων θεολόγων από πολλές περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών συγκεντρώθηκε στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, προκειμένου να συζητήσει ζητήματα που αφορούν την καθιέρωση μιας κοινής ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα. Η παρούσα δήλωση εντάσσεται στο πλαίσιο της συμπλήρωσης, κατά το προηγούμενο έτος, 1.700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας, η οποία καθόρισε τόσο τον σκοπό όσο και τον τρόπο υπολογισμού της εορτής της Ανάστασης.

Ο εορτασμός του Πάσχα σήμερα

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας όρισε ότι το Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Η σύμπτωση των ιστορικών αυτών εορτασμών προσέφερε μια μοναδική ευκαιρία αναστοχασμού πάνω στο ταραχώδες παρελθόν μας, αλλά και μια σπάνια αφορμή για τη διερεύνηση μιας σειράς συναφών ζητημάτων.

Θα ήταν δελεαστικό — αν και παραπλανητικό — να επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν η Ορθόδοξη και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στις αρχές του 21ου αιώνα με εκείνες που απασχόλησαν τη Σύνοδο της Νίκαιας στις αρχές του 4ου αιώνα. Μελετητές από διαφορετικές χριστιανικές παραδόσεις κι από ποικίλους επιστημονικούς κλάδους έχουν συμβάλει στη βαθύτερη κατανόηση και εκτίμηση της πολυμορφίας που χαρακτήριζε τον προνικαιακό Χριστιανισμό, αναφορικά και με το ζήτημα του εορτασμού του Πάσχα.

Μία Οικουμενική Σύνοδος

Οι θεολόγοι έχουν επισημάνει και μία απρόβλεπτη συνέπεια της προσπάθειας της Συνόδου της Νίκαιας να διασφαλίσει την ενότητα ως προς τον εορτασμό. Η Σύνοδος υπήρξε οικουμενική υπό δύο έννοιες. Αφ’ ενός, από ιστορική άποψη, η Νίκαια ήταν μια αυτοκρατορική σύνοδος, η οποία συγκλήθηκε με σκοπό την ενίσχυση της ενότητας της αυτοκρατορίας. Αφ’ ετέρου, από θεολογική άποψη, η Εκκλησία προσέλαβε τη Σύνοδο ως μια χαρισματική έκφραση του εκκλησιαστικού της φρονήματος, υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, έχοντας ως προορισμό να υπηρετήσει την αποστολή της Εκκλησίας στον ευρύτερο κόσμο.

Μέσα στους αιώνες, είτε στην Ανατολή είτε στη Δύση, η σχέση μεταξύ πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας ήταν συνεργατική και αλληλεξαρτώμενη χωρίς, ωστόσο, να λείπουν οι εντάσεις και οι αμφισβητήσεις. Σήμερα ζούμε σε μία μετακωνσταντίνεια εποχή, έστω κι αν ορισμένοι εξακολουθούν να γοητεύονται από τη νοσταλγία των αυτοκρατορικών σχημάτων που κάποτε μας προσέφεραν προστασία, αλλά περιόριζαν ταυτόχρονα και την ικανότητά μας να προσαρμοζόμαστε στις νέες συνθήκες. Η πρόκληση της εποχής μας είναι να οραματισθούμε μια Εκκλησία πέρα από αυτοκρατορικά πρότυπα· όχι ως επιβλητικό και απρόσωπο οικοδόμημα, αλλά ως μια ζωντανή κοινότητα, σε εναρμόνιση με το πνεύμα μιας διευρυμένης οικογένειας.

Η οικουμενική ώθηση

Το οικουμενικό κίνημα του 20ού αιώνα ενθάρρυνε τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στις προσπάθειες για την αναζήτηση μιας κοινής ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα. Η Δήλωση του Χαλεπίου του 1997 υπήρξε, κατά γενική εκτίμηση, το σημαντικότερο και πλέον πρωτοποριακό ορόσημο προς αυτή την κατεύθυνση. Στον 21ο αιώνα, με τη ραγδαία εξάπλωση του Χριστιανισμού σε παγκόσμια κλίμακα, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί καλούνται να διερευνήσουν όχι μόνον την οικουμενική σημασία της κοινής εορτής του Πάσχα, αλλά και τις διαθρησκειακές της προεκτάσεις και συνέπειες. Παράλληλα, είναι καιρός να επανεξετάσουμε τη σχέση μας και με τους λοιπούς Χριστιανούς στις αναπτυσσόμενες χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, της νοτιοανατολικής Ασίας και των άλλων περιοχών, που παλαιότερα αποκαλούνταν «Τρίτος Κόσμος».

Στη συνάντησή τους με ανθρώπους διαφορετικών θρησκειών και πολιτισμών, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στις δυτικές χώρες έχουν καταστεί περισσότερο ανεκτικοί και σεβαστικοί. Μέσα από μια τέτοια επαφή και επικοινωνία, έμαθαν επίσης να αποφεύγουν κάθε διάθεση υπεροψίας ή αποικιοκρατικής νοοτροπίας στον λόγο και στη στάση τους. Ωστόσο, παρά την οικουμενική και διαθρησκειακή ώθηση, για ποιο λόγο η αναζήτηση μιας κοινής ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα δεν έχει μέχρι σήμερα αποδώσει καρπούς;

Πρώτον, η ενδοορθόδοξη διχογνωμία αποδείχθηκε καθοριστικός παράγοντας· και η διαίρεση αυτή κατέστη ακόμη πιο εμφανής μετά την εισβολή στην Ουκρανία.
Δεύτερον, η έλλειψη συστηματικής ενημέρωσης και παιδείας επί του θέματος είναι αξιοθρήνητα χαρακτηριστικές. Ας υπογραμμισθεί, επιπλέον, ότι η παιδεία συνιστά μια διαρκή διαδικασία. Μέσα από την αμοιβαία συμμετοχή και την ανταλλαγή απόψεων μαθαίνουμε και ωριμάζουμε. Μόνον όταν συνομιλούμε ουσιαστικά με την ευρύτερη κοινωνία και τον πολιτισμό της εποχής μας κατανοούμε στην πράξη τις αρχές μιας τέτοιας προσαρμογής.
Τρίτον, ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί έχουμε συνηθίσει σε μια εκ των άνω προς τα κάτω αντίληψη της εκκλησιαστικής αυθεντίας, η οποία όμως στην εποχή μας αποδεικνύεται πολύ λιγότερο αποτελεσματική από ό,τι στα χρόνια της κωνσταντίνειας περιόδου. Ενώ, στους αιώνες που ακολούθησαν, οι θεσμοί του αυτοκρατορικού Χριστιανισμού συνδέθηκαν στενά με την εξουσία, τον πλούτο και την επιβολή, η ζώσα ιστορία και θεολογία της Εκκλησίας τροφοδοτούνταν πάντοτε από τη λατρεία και τη μαρτυρία των απλών Χριστιανών. Γι’ αυτό και μια περισσότερο κοινοτική και τοπική προσέγγιση θα μπορούσε να αποδειχθεί ουσιαστικότερη και γονιμότερη στην αντιμετώπιση ζητημάτων όπως το ημερολόγιο.
Οφείλουμε να είμαστε αυστηρότεροι με τον εαυτό μας ως προς τη δέσμευσή μας να ζούμε ως μαθητές του Χριστού. Η εκκλησιαστική ενότητα δεν εξαντλείται σε έναν ταυτόχρονο λειτουργικό εορτασμό μόνο. Προϋποθέτει διαρκή ταπείνωση και έμπρακτη αγάπη. Εκδηλώνεται ως μια σταθερή διάθεση ουσιαστικής συνάντησης με τον άλλον και εκφράζεται με την συμμετοχή, επί ίσοις όροις, στις χαρές και στις δοκιμασίες του. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να εορτάσουμε από κοινού, όπως αρμόζει, τη νίκη του Πάσχα, τη νίκη του ενανθρωπήσαντος, σταυρωθέντος και αναστάντος Λόγου του Θεού.

Οι κανόνες της Νίκαιας

Έχοντας ως σκοπό τη χριστιανική ενότητα και την αποφυγή κάποιου ανακριβούς υπολογισμού της εαρινής πανσελήνου, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας, το 325 μ.Χ., καθόρισε έναν κανονιστικό τύπο για τον υπολογισμό του Πάσχα, στηριγμένο στις επιστημονικές γνώσεις της εποχής. Η Σύνοδος όρισε ότι το Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο που ακολουθεί ή συμπίπτει με την εαρινή ισημερία. Με τον κανόνα αυτόν της Νίκαιας διασφαλίσθηκε ότι το Πάσχα θα συνδέεται στενά με το εβραϊκό Πάσχα, χωρίς όμως να εξαρτάται από αυτό. Το εβραϊκό Πάσχα προσδιορίζεται με βάση την εαρινή πανσέληνο (δηλαδή την 14η του μηνός Νισάν), ανάλογα με τον τόπο παρατήρησης. Καθορίζοντας ότι ο χριστιανικός εορτασμός του Πάσχα θα τελείται κατ’ έτος την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο που ακολουθεί ή συμπίπτει με την εαρινή ισημερία, η Σύνοδος της Νίκαιας εξασφάλισε ότι το Πάσχα θα εορτάζεται μία και μόνον φορά σε κάθε ηλιακό έτος. Σήμερα, οι Ορθόδοξοι, οι Καθολικοί και η πλειονότητα των Χριστιανών αποδέχονται αυτούς τους κανόνες της Νίκαιας για τον υπολογισμό της ημερομηνίας του Πάσχα.

Ωστόσο, οι αποκλίσεις ως προς την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα εξακολουθούν να υφίστανται, διότι ο υπολογισμός που ακολουθεί η Ορθόδοξη Εκκλησία βασίζεται στο ολοένα και ανακριβέστερο Ιουλιανό Ημερολόγιο (το οποίο σήμερα υπολείπεται κατά 13 ημέρες του Γρηγοριανού) και σε μία «σταθερή» ημερομηνία της 21ης Μαρτίου κατά το Ιουλιανό Ημερολόγιο (που αντιστοιχεί στην 3η Απριλίου του Γρηγοριανού) ως εαρινή ισημερία, ενώ στην πραγματικότητα η αστρονομική ισημερία συμβαίνει 13 έως 15 ημέρες νωρίτερα. Παράλληλα, η Ορθόδοξη Εκκλησία χρησιμοποιεί έναν μαθηματικό υπολογισμό κατά προσέγγιση για τον προσδιορισμό της πρώτης εαρινής πανσελήνου, βασισμένο στον δεκαεννεαετή μετωνικό σεληνιακό κύκλο.

Καθώς ο τρόπος εφαρμογής του τύπου της Νίκαιας από την Ορθόδοξη Εκκλησία καθίσταται ολοένα και λιγότερο ακριβής, ο εορτασμός του Ορθοδόξου Πάσχα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από αυτό που προβλέπουν οι κανόνες της Νίκαιας. Ενδεικτικά, το 2027 οι Εκκλησίες της Δύσης θα εορτάσουν το Πάσχα στις 28 Μαρτίου (κατά το Γρηγοριανό Ημερολόγιο), ημερομηνία που ανταποκρίνεται στον τύπο της Νίκαιας. Αντιθέτως, οι περισσότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες θα το εορτάσουν στις 2 Μαΐου, ημερομηνία που στην πραγματικότητα αντιστοιχεί στη δεύτερη Κυριακή μετά τη δεύτερη πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία.

Ο σημερινός τρόπος υπολογισμού της ημερομηνίας του Πάσχα στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ανταποκρίνεται πλέον με συνέπεια στους κανόνες της Νίκαιας. Η συνέχιση της εφαρμογής του θα έχει ως αποτέλεσμα, με την πάροδο του χρόνου, ο εορτασμός του Ορθοδόξου Πάσχα να μετατίθεται ολοένα και αργότερα μέσα στο ηλιακό έτος. Είναι, λοιπόν, αναγκαία η ανανέωση των προσπαθειών, ώστε οι Ορθόδοξες Εκκλησίες να υπολογίσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια την ημερομηνία του Πάσχα, έτσι ώστε το Ορθόδοξο πασχάλιο να συμμορφώνεται προς τον τύπο της Νίκαιας, τον οποίο η ίδια η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει ως κανονιστικό. Η παράλειψη μιας τέτοιας μέριμνας θα οδηγήσει, με την πάροδο του χρόνου, στο να μην εορτάζουν πλέον ποτέ μαζί το Πάσχα οι Χριστιανοί της Ανατολής και της Δύσης.

Οικουμενικές και ποιμαντικές προεκτάσεις

Η χρονική σύμπτωση του εορτασμού της Ανάστασης από το σύνολο σώμα του Χριστού μπορεί να ελαφρύνει επίσης κάποια βάρη που δοκιμάζουν την οικογένεια — τη μικρή κατ’ οίκον Εκκλησία.

Ενδεικτικά, στη Βόρεια Αμερική, η πλειονότητα των Ελληνορθοδόξων τελεί γάμο με Ρωμαιοκαθολικούς ή Προτεστάντες εκτός του Ορθοδόξου ναού. Η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής, καθώς και κάθε άλλη Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός αυτό ούτε να θεωρήσει ότι δεν επηρεάζει την πνευματική ζωή των πιστών. Κάθε διάσπαση στο εσωτερικό της οικογένειας είναι ανεπίτρεπτη· και η ένταξη του ενός ή του άλλου συζύγου στη διαφορετική εκκλησιαστική κοινωνία, ακόμη και όταν συμβαίνει, δεν λαμβάνει υπόψη την ευρύτερη οικογένεια του μη Ορθοδόξου συζύγου. Η προσωπική ταπείνωση, αλλά και η ταυτόχρονη ενημέρωση βοηθούν να υπερβούμε την άγνοια, την αδιαφορία ή και την συγκαταβατική στάση απέναντι στα ζητήματα του ημερολογίου και του υπολογισμού του Πάσχα. Το ζήτημα είναι ιδιαιτέρως επίκαιρο στις λεγόμενες «μεικτές οικογένειες», όπου τα παιδιά συχνά δεν έχουν τη δυνατότητα να κοινωνούν ή να εορτάζουν μαζί με αμφότερους τους γονείς.

Τι έχει γίνει, ωστόσο, για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος, που επηρεάζει τα σπίτια και τις οικογένειες; Στο πλαίσιο της ποιμαντικής μέριμνας προς τους συζύγους και τα παιδιά των λεγομένων «μεικτών οικογενειών», ο Ορθόδοξο-Ρωμαιοκαθολικός Διάλογος Βορείου Αμερικής εξέδωσε το 2024 ένα κείμενο με τίτλο «Ποιμαντική φροντίδα των μεικτών γάμων: ούτε δικό σου ούτε δικό μου. Είναι δικό μας». Το κείμενο αυτό εγκρίθηκε από τη Συνέλευση των Κανονικών Ορθοδόξων Επισκόπων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και από τη Διάσκεψη των Καθολικών Επισκόπων των Ηνωμένων Πολιτειών. Μεταξύ των συστάσεων που διατυπώνονται, περιλαμβάνονται οι ακόλουθες δύο:

Να αναλαμβάνουν αμφότερες οι Εκκλησίες από κοινού την ποιμαντική ευθύνη για τους συζύγους και τα τέκνα, με πνεύμα αγάπης και αμοιβαίου σεβασμού.
Να διατηρούν οι σύζυγοι τη συνείδηση της κοινής τους ζωής εν Χριστώ και να στηρίζουν ο ένας τον άλλον στην πορεία προς τη σωτηρία, ως θεμέλιο της συζυγικής τους ενότητας.
Υπό το φως των ανωτέρω συστάσεων και πέραν αυτών, οι κληρικοί φέρουν την ευθύνη να διασφαλίζουν ότι τα ζεύγη λαμβάνουν την αναγκαία ποιμαντική στήριξη, ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις και στις δοκιμασίες του γάμου και της οικογενειακής ζωής. Η παρουσία και η συμπαράσταση του ιερέως και της ενοριακής κοινότητας μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά στην άμβλυνση των οικογενειακών εντάσεων.

Ένα θετικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν να αναγνωριστούν οι ποιμαντικές και οικουμενικές διαστάσεις που συνδέονται με την καθιέρωση της κοινής ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη των ενοριτών που αγωνίζονται να βιώσουν τον χριστιανικό γάμο και να αναθρέψουν χριστιανικές οικογένειες μέσα σε ένα περιβάλλον εκκοσμικευμένο· θα εξέφραζε επιπλέον και την κοινή μας βούληση να προαγάγουμε τη χριστιανική ενότητα, γιορτάζοντας μαζί τη σπουδαιότερη εορτή του εκκλησιαστικού έτους.

Μια τοπική προσέγγιση

Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί σε χώρες που ορισμένοι εξακολουθούν να αποκαλούν «Διασπορά», βιώνουν εντονότερα τον πόνο του ξέχωρου εορτασμού του Πάσχα από τους Ρωμαιοκαθολικούς και Προτεστάντες Χριστιανούς, σε σύγκριση με τους Ορθοδόξους που ζουν σε χώρες όπου η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί την πλειονότητα του πληθυσμού. Ωστόσο, η πραγματικότητα αυτή μπορεί να αποδειχθεί ευλογία εν μεταμφιέσει, εάν οι κατά τόπους εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες απευθύνουν έκκληση προς τις Μητέρες Εκκλησίες τους, ζητώντας να επιδείξουν ποιμαντική μέριμνα για όλους τους πιστούς που ζουν στη Βόρεια Αμερική, ανεξάρτητα από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία τους.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, λόγου χάριν, δεν θα χρειαζόταν τη συγκατάθεση ή την επικύρωση άλλων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, προκειμένου να επιτρέψει στους πιστούς της δικαιοδοσίας του στη Βόρεια Αμερική να εορτάζουν το Πάσχα σύμφωνα με τους κανόνες που θέσπισε η Σύνοδος της Νίκαιας. Το ζήτημα του ημερολογίου δεν υπήρξε και δεν είναι δογματικό· είναι κατ’ ουσίαν ποιμαντικό, ακόμη και όταν πρόκειται για την πιστή τήρηση των κανόνων που θέσπισε η Νίκαια. Διότι είναι προφανές ότι το Ιουλιανό Ημερολόγιο δεν ανταποκρίνεται πλέον στα κριτήρια που εκείνη έθεσε.

Η πλέον πρόσφατη απόπειρα για την αντιμετώπιση του ζητήματος έλαβε χώρα στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης (2016), η οποία, δυστυχώς, αφαίρεσε από την ημερήσια διάταξή της το θέμα του ημερολογίου, εξαιτίας της αδυναμίας του συνόλου του Ορθοδόξου κόσμου να το εξετάσει με στοιχειώδη συναίνεση, πόσο μάλλον με ομοφωνία. Στα πλαίσια αυτά, οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες που δεν συμμετέχουν στις πανορθόδοξες συνάξεις βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση όταν επιχειρούν να αποτρέψουν άλλες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες από το να ενεργήσουν ποιμαντικά υπέρ των πιστών τους στη Δύση. Το ζήτημα είναι εσωτερικό και τοπικό — αφορά κάθε Αυτοκέφαλη Εκκλησία χωριστά — και δεν συνιστά θέμα που απαιτεί μια πανορθόδοξη συμφωνία.

Επιπλέον, υπάρχουν ιστορικά προηγούμενα που διαλύουν τους υπερβολικούς φόβους σε ορισμένους κύκλους. Ενδεικτικά, με την ευλογία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η Εκκλησία της Φινλανδίας εορτάζει το Πάσχα σύμφωνα με τον κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, χρησιμοποιώντας το Γρηγοριανό Ημερολόγιο.

Επίσης, ορισμένες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως η Καρπαθορωσική Επισκοπή στις ΗΠΑ και η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία στις ΗΠΑ (αμφότερες υπαγόμενες στο Οικουμενικό Πατριαρχείο), έχουν επιτρέψει στις ενορίες τους να επιλέγουν μεταξύ των δύο ημερολογίων ως προς τις ακίνητες εορτές.

Παρά τις ανωτέρω εξαιρέσεις, η ενότητα της Ορθοδοξίας δεν έχει διαρραγεί. Ακόμη και όπου έχει διαμορφωθεί διαφοροποιημένη ποιμαντική πρακτική σε επίπεδο ενορίας, αυτό δεν θεωρήθηκε απειλή για την ενότητα της οικείας Μητρόπολης ή Επισκοπής. Άλλωστε, επί πλέον του ενός αιώνος, οι Ορθόδοξοι δεν θεώρησαν ότι η συνύπαρξη δύο διακεκριμένων ημερολογίων — του Ιουλιανού και του Γρηγοριανού — συνιστά κίνδυνο για την εκκλησιαστική τους ενότητα.

Εκπαιδευτικές προσεγγίσεις

Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί που πληροφορούνται τις τρέχουσες φήμες για μια κοινή ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα βρίσκονται συχνά σε μειονεκτική θέση. Διάφοροι μύθοι, παρανοήσεις, αλλά και φόβοι εξακολουθούν να υπονομεύουν τη βάση μιας συζήτησης για τον καθορισμό κοινής ημερομηνίας.

Η Συμφωνία του Χαλεπίου — που διαμορφώθηκε πριν από σχεδόν τρεις δεκαετίες από διεθνή ομάδα Ορθοδόξων, Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών — παραμένει η πληρέστερη και πλέον ισορροπημένη προσέγγιση για την εξέταση της ασυνέπειας του ημερολογίου και του υπολογισμού του Πάσχα. Επιπλέον, η Μόνιμη Διάσκεψη Ορθοδόξων Επισκόπων Αμερικής (SCOBA), ο προκάτοχος της σημερινής Συνέλευσης Ορθοδόξων Επισκόπων, ανέθεσε στην Ορθόδοξη Θεολογική Εταιρεία Αμερικής (OTSA) να αξιολογήσει τη Συμφωνία και να υποβάλει σχετική εισήγηση προς τους ιεράρχες. Περαιτέρω, η OTSA ενέκρινε τη Συμφωνία και προέτρεψε τους επισκόπους να εγκαινιάσουν ένα πρόγραμμα ενημέρωσης κληρικών, μοναχών και λαϊκών σχετικά με το τι θα σήμαινε για τους Ορθοδόξους μια «κοινή ημερομηνία» εορτασμού του Πάσχα.

Δυστυχώς, ουδέποτε υλοποιήθηκε ένα τέτοιο πρόγραμμα ενημέρωσης. Ωστόσο, μια «κοινή ημερομηνία» εορτασμού του Πάσχα είναι σήμερα ακόμη σημαντικότερη απ’ ό,τι πριν από μία γενεά, ιδίως στη Βόρεια Αμερική. Οι γάμοι μεταξύ Ορθοδόξων και Ανατολικών Ορθοδόξων, Ρωμαιοκαθολικών, Προτεσταντών, αλλά και μη Χριστιανών, αυξάνονται διαρκώς σε αριθμό και συχνότητα. Η απαίτηση από τις οικογένειες να διαχειρίζονται δύο διαφορετικές περιόδους νηστείας, δύο εορτασμούς των Χριστουγέννων, δύο εορτασμούς του Πάσχα και λοιπά ορόσημα της χριστιανικής ζωής, δεν ενισχύει ούτε στηρίζει τον γάμο, ο οποίος ήδη δοκιμάζεται ως θεσμός. Για ποιμαντικούς λόγους, απευθύνουμε έκκληση προς τους ιεράρχες της Συνέλευσης Επισκόπων — ενδεχομένως και με τη σύμπραξη των ιεραρχών των Ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών — να καλλιεργήσουν τον ουσιαστικό διάλογο γύρω από τα ζητήματα που αφορούν τον εορτασμό και την ημερομηνία του Πάσχα, τόσο μεταξύ τους όσο και εντός των δικαιοδοσιών τους, για να ξεπεραστούν τυχόν παρεξηγήσεις και προκαταλήψεις.

Πολλές εσφαλμένες αντιλήψεις χρειάζονται διόρθωση: γιατί το Πάσχα πρέπει δήθεν να ακολουθεί υποχρεωτικά το εβραϊκό Πάσχα, γιατί το Ιουλιανό Ημερολόγιο δεν θεωρείται πλέον ακριβές, αν η Ορθόδοξη Εκκλησία τηρούσε πράγματι πάντοτε κοινή ημερομηνία και, τέλος, αν η ορθόδοξη ταυτότητά μας απαιτεί κατ’ ανάγκην τη διαρκή διαφοροποίηση από τις άλλες χριστιανικές ομολογίες.

Δεδομένου του εξαιρετικά υψηλού αριθμού «μεικτών γάμων» στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και του έντονα διαθρησκειακού πλαισίου μέσα στο οποίο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ζουν και εργάζονται καθημερινά, οι εφημέριοι βρίσκονται σε καίρια θέση ώστε να αξιοποιήσουν τις συγκυρίες και να μεταδώσουν στα βαπτισμένα μέλη και στους κατηχουμένους τους τα πορίσματα κάποιων σοβαρών μελετών και θεολογικών διαλόγων, για να φωτίσουν την προέλευση, την ποικιλία και την εξέλιξη της εορτής του Πάσχα.

Στο εκπαιδευτικό αυτό υλικό μπορούν να ενταχθούν αποφάσεις τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων, καθώς και νεότερα κείμενα, όπως το Πανορθόδοξο Συνέδριο του 1923, οι προσυνοδικές πανορθόδοξες διασκέψεις του Σαμπεζύ (Chambésy) από το 1971 και εξής, η Δήλωση του Χαλεπίου (1997), το Συμφωνημένο Κείμενο του Ορθοδόξου–Ρωμαιοκαθολικού Διαλόγου Βορείου Αμερικής (2023) και η Διορθόδοξη Δήλωση (Αίγυπτος, 2024).

Τιμώντας τη Νίκαια

Η παρούσα δήλωση αποβλέπει να ενθαρρύνει μια ανοιχτή και ειλικρινή συζήτηση και έναν διάλογο δίχως προκαταλήψεις και φόβο, σχετικά με τη θλιβερή έλλειψη ενότητας των Χριστιανών αναφορικά με τον κοινό εορτασμό της υψίστης εορτής της Ανάστασης του Χριστού. Εάν το ζήτημα δεν έχει έως τώρα επιλυθεί μέσα από τα επίσημα εκκλησιαστικά όργανα ή τον θεολογικό διάλογο, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν αξίζει να παραμείνει στο επίκεντρο της μέριμνας και του προβληματισμού μας. Εάν το θέμα της κοινής εορτής του Πάσχα δεν περιλαμβάνεται στην ημερήσια διάταξη των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών ή των Μητέρων Εκκλησιών — σε χώρες όπου η Ορθοδοξία αποτελεί πλειονότητα ή έχει σταθερή παρουσία — αυτό δεν συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να εξετασθεί προς όφελος των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών που αποτελούν μειονότητα, δηλαδή στη λεγόμενη Διασπορά. Εάν εξακολουθούμε να απέχουμε από την πλήρη θεολογική και ευχαριστιακή ενότητα με τους Ρωμαιοκαθολικούς και Προτεστάντες αδελφούς και αδελφές μας σε επίπεδο δόγματος και εκκλησιαστικής κοινωνίας, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να επιδιώξουμε μεγαλύτερη συνεργασία και σύμπνοια ως Χριστιανοί, συνεορτάζοντας τις μεγάλες εορτές, και ιδίως το Πάσχα.

Η επιδίωξη μιας κοινής εορτής του Πάσχα αποτελεί πράξη εκκλησιαστικής παιδείας και καλλιεργεί μια βαθύτερη επίγνωση πάνω στο ζήτημα της κοινής ημερομηνίας, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει στήριξη σε έγγαμα ζεύγη και οικογένειες βιώνουν τις συνέπειες του εορτασμού της μεγάλης εορτής σε διαφορετικές ημέρες.

Οι εφημέριοι, όπως είναι φυσικό, θα ζητήσουν την ευλογία του οικείου επισκόπου τους, προκειμένου να συμμετάσχουν σε μια διαδικασία που οφείλει να εξελιχθεί σε μια συνεργασία με άλλους Ορθοδόξους κληρικούς της ίδιας περιοχής — αρχικά εντός της δικής τους εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας και, στη συνέχεια, με άνοιγμα και προς άλλες. Η εκπαιδευτική αυτή πορεία θα πρέπει να έχει αρχικά τη συναίνεση του ενοριακού συμβουλίου, να διευρυνθεί κατόπιν προς τα στελέχη των διακονιών και να ενσωματωθεί, τέλος, σε κηρύγματα, συνάξεις μελέτης της Αγίας Γραφής, κατηχητικά μαθήματα ή σε άλλες ειδικές εκδηλώσεις. Σε τέτοιες περιστάσεις, θα μπορούσαν να προσκαλούνται κληρικοί και θεολόγοι με ειδική κατάρτιση επί του θέματος για να κινητοποιήσουν τις ενορίες και τις κοινότητες, καθώς και για να ενημερώσουν με τρόπο ορθό και συστηματικό τις Ορθόδοξες Θεολογικές Σχολές, τα κέντρα και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα σχετικά με το ζήτημα αυτό.

Ο απώτερος στόχος θα ήταν η αναβίωση του εκκλησιαστικού ήθους των πρώτων αιώνων —η ενότητα μέσα από τη διαφορετικότητα— καθώς καμία ενορία δεν θα έπρεπε καθ’ οιονδήποτε τρόπο να εξαναγκασθεί. Ωστόσο, η προσπάθεια για ενημέρωση γύρω από τον κοινό εορτασμό του Πάσχα αποτελεί ουσιώδες ποιμαντικό έργο και οικουμενική ευθύνη, ικανή να βοηθήσει τους Ορθοδόξους Χριστιανούς να βιώσουν τη βαθύτερη ενότητα, προσεγγίζοντας ταυτόχρονα πλησιέστερα τους κανόνες της Νίκαιας. Η επιδίωξη ενός κοινού εορτασμού του Πάσχα κάθε έτος δεν είναι ζήτημα δευτερεύον. Οικογένειες, ενορίες και κοινότητες βιώνουν με απτό τρόπο τον πόνο που προκαλούν τα διαφορετικά ημερολόγια και οι διαφορετικοί υπολογισμοί. Οι προσπάθειες των Εκκλησιών της Ανατολής και της Δύσης για την επίτευξη ενός ετησίου κοινού εορτασμού του Πάσχα οφείλουν να ενταθούν σε κάθε επίπεδο, ώστε το φως της Ανάστασης του Χριστού να λάμψει κάθε χρόνο μέσα στην καρδιά και στον κόσμο μας.

π. Δρ John Chryssavgis, Καθηγητής Θεολογίας στο Ελληνικό Κολλέγιο–Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού και Διευθυντής του Οικουμενικού Ινστιτούτου Huffington

π. Robert M. Arida, Ομότιμος Κοσμήτορας του Καθεδρικού Ναού Αγίας Τριάδος στη Βοστώνη (Μασαχουσέτη) και Μέλος του Συμβουλευτικού Συμβουλίου του Οικουμενικού Ινστιτούτου Huffington

Δρ Radu Bordeianu, Καθηγητής Θεολογίας και Διευθυντής Μεταπτυχιακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Duquesne

Δρ George Demacopoulos, Κάτοχος της Έδρας «Fr. John Meyendorff & Patterson Family Chair» στις Ορθόδοξες Χριστιανικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο Fordham

π. Δρ John H. Erickson, Ομότιμος Καθηγητής (Έδρα Gramowich) και πρώην Κοσμήτορας στη Θεολογική Σχολή Αγίου Βλαδιμήρου

Δρ John Fotopoulos, Πρόεδρος και Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Θρησκευτικών Σπουδών και Θεολογίας του Saint Mary’s College (Notre Dame, Ιντιάνα)

π. Δρ Philip Halikias, Διοικητικός Υπεύθυνος στο Ελληνικό Κολλέγιο–Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού και Έκτακτος Καθηγητής Οικουμενικών Σχέσεων· Μέλος του Συμβουλευτικού Συμβουλίου του Οικουμενικού Ινστιτούτου Huffington

π. John Maheras, πρώην Υπεύθυνος Οικουμενικών Σχέσεων της Ιεράς Μητροπόλεως Βοστώνης

π. Δρ Harry Pappas, Προϊστάμενος του Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Stamford (Κονέκτικατ) και Μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου του Οικουμενικού Ινστιτούτου Huffington

π. Δρ Anthony Roeber, Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας στη Θεολογική Σχολή Αγίου Βλαδιμήρου

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.