Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τη Δευτέρα την αίτηση πρώην ιερέα, ο οποίος επιχείρησε να εξασφαλίσει άδεια για να προσβάλει μέσω προνομιακού εντάλματος Certiorari την απόφαση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου να τον διαγράψει από το Μητρώο Δικηγόρων.
Η απόφαση του Ανωτάτου δεν αφορούσε την ίδια τη διαγραφή του από το Μητρώο Δικηγόρων, αλλά το κατά πόσο η συγκεκριμένη απόφαση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου μπορούσε να αμφισβητηθεί με τη διαδικασία του προνομιακού εντάλματος Certiorari.
Συγκεκριμένα, μετά την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου να προχωρήσει στη διαγραφή του, με άμεση ισχύ από την κοινοποίηση της απόφασης τον Μάρτιο του 2026, ο αιτητής προσέφυγε στο Ανώτατο ζητώντας άδεια για καταχώριση αίτησης Certiorari.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος δεν είχε αρμοδιότητα να προχωρήσει στη διαγραφή του και ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε παραβίαζε τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης.
Το Ανώτατο, ωστόσο, έκρινε ότι το βασικό ζήτημα που είχε ενώπιόν του δεν ήταν κατά πόσο η απόφαση του Συλλόγου είχε πειθαρχικό ή οιονεί δικαστικό χαρακτήρα, αλλά κατά πόσο το ίδιο είχε αρμοδιότητα να την ελέγξει μέσω Certiorari.
«Στην υπό κρίση περίπτωση το ζητούμενο δεν ήταν κατά πόσον η επίδικη απόφαση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου συνιστούσε ή όχι οιονεί δικαστική πράξη, αλλά (…) αν το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αρμοδιότητα να την ακυρώσει με προνομιακό ένταλμα Certiorari», αναφέρεται στην απόφαση.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, μετά την εισαγωγή του άρθρου 32Α στον περί Δικηγόρων Νόμο, οι αποφάσεις του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου μπορούν να προσβληθούν ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου εντός 12 μηνών από την ημερομηνία έκδοσής τους.
«Θεωρούμε ότι η πιο πάνω νομοθετική διάταξη είναι αρκετά σαφής, ώστε να μην υπάρχει περιθώριο παρερμηνείας της πρόθεσης του νομοθέτη να παραχωρήσει αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο για έλεγχο των αποφάσεων του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου», σημειώνει το Ανώτατο.
Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης τη θέση ότι η αναφορά του άρθρου 32Α σε «αγωγή ή αίτηση ενώπιον δικαστηρίου» επέτρεπε την προσβολή της απόφασης μέσω Certiorari.
«Δεν προκύπτει πουθενά από το κείμενο του άρθρου 32Α του Κεφ. 2 ότι πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να δώσει την ευχέρεια για αμφισβήτηση των αποφάσεων του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου με προνομιακό ένταλμα Certiorari», πρόσθεσε.
Καταλήγοντας, το Ανώτατο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν «απόλυτα ορθή και πλήρως αιτιολογημένη» και απέρριψε την έφεση.
Σημειώνεται ότι η υπόθεση είχε προηγουμένως απασχολήσει τη Δικαιοσύνη, μετά την εγγραφή του πρώην ιερέα στο Μητρώο Δικηγόρων, παρά το γεγονός ότι είχε καταδικαστεί για υπόθεση ναρκωτικών. Ακολούθησε διαδικασία από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, η οποία οδήγησε στη διαγραφή του από το Μητρώο.




































