Προϊστορία μεγαλύτερη των δύο δεκαετιών απέδωσε στη ρύθμιση για τις αποδοχές των Αρχιερέων ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, απαντώντας στις αντιδράσεις που προκάλεσε το θέμα και κάνοντας λόγο για παραπληροφόρηση και λαϊκισμό.

Μιλώντας στη διαδικτυακή εκπομπή MAGA της BNTV του Bankingnews.gr, ο κ. Χρυσόστομος υποστήριξε ότι η συζήτηση γύρω από τη μισθοδοσία των Αρχιερέων δεν μπορεί να γίνεται μόνο με αφορμή το πρόσφατο νομοθέτημα, χωρίς γνώση της διαδρομής που προηγήθηκε.

Το ζήτημα, όπως ανέφερε, είχε τεθεί ήδη από το 2003, όμως η οικονομική και δημοσιονομική κρίση πάγωσε την επίλυσή του. Κατά την εξήγησή του, οι Αρχιερείς είχαν παραμείνει σε ειδικό μισθολόγιο, το οποίο δεν ακολουθούσε τις αυξήσεις που ίσχυαν για άλλες κατηγορίες του Δημοσίου.

Η εκκρεμότητα αυτή, σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας, δημιούργησε ανισομέρεια σε σχέση με άλλους λειτουργούς. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τους Μουφτήδες, οι οποίοι, όπως είπε, εντάχθηκαν στο ενιαίο μισθολόγιο και έφθασαν να λαμβάνουν αποδοχές περίπου 4.000 ευρώ, την ώρα που οι Μητροπολίτες λάμβαναν έως 1.900 ευρώ.

Στην ίδια απάντηση σημείωσε ότι η αύξηση δεν πρέπει να κρίνεται μόνο από το ονομαστικό ποσό, καθώς ο φορολογικός συντελεστής φθάνει, όπως ανέφερε, στο 44%. Παράλληλα, υπενθύμισε ότι για τους Μητροπολίτες δεν προβλέπεται εφάπαξ, επειδή η εκκλησιαστική τους διακονία δεν συνδέεται με συνταξιοδότηση.

Απέναντι στις κοινωνικές αντιδράσεις, ο κ. Χρυσόστομος είπε ότι κατανοεί το οικονομικό πρόβλημα και τη φτώχεια που αντιμετωπίζουν πολίτες. Επέμεινε όμως ότι η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται χωρίς γνώση του θεσμικού πλαισίου, χαρακτηρίζοντας μέρος των επιχειρημάτων προϊόν παραπληροφόρησης και λαϊκισμού.

Το θέμα της μισθοδοσίας το συνέδεσε και με την εκκλησιαστική περιουσία, υποστηρίζοντας ότι το 96% έχει παραχωρηθεί στο Ελληνικό Δημόσιο. Για το υπόλοιπο 4%, ανέφερε ότι ούτε αυτό είναι στο σύνολό του αξιοποιήσιμο.

Πολεοδομικά προβλήματα, νομικές εκκρεμότητες, καταπατήσεις και αμφισβητήσεις κυριότητας δυσκολεύουν, κατά τον ίδιο, την αξιοποίηση της περιουσίας που έχει απομείνει στην Εκκλησία. Ως αναγκαίες προϋποθέσεις έθεσε την πολιτική βούληση και τη συνεργασία με την Πολιτεία.

Χωρίς αυτούς τους όρους, είπε, η εκκλησιαστική περιουσία θα παραμένει αναξιοποίητη, ενώ θα μπορούσε να λειτουργήσει όχι μόνο προς όφελος της Εκκλησίας, αλλά και προς όφελος της κοινωνίας.

Πέρα από τη μισθοδοσία και την περιουσία, ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας αναφέρθηκε και στη δημόσια παρουσία της Εκκλησίας. Υποστήριξε ότι το δημόσιο βήμα είναι απαραίτητο, όχι για να υποκαταστήσει την κατήχηση, αλλά για να υπάρχει υπεύθυνη ενημέρωση σε ζητήματα που αφορούν την Εκκλησία και την κοινωνία.

Για την περίοδο μετά τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, εκτίμησε ότι η έντονη παρουσία στα μέσα ενημέρωσης περιορίστηκε τόσο λόγω της αρνητικής εμπειρίας από ορισμένες δημόσιες αντιπαραθέσεις όσο και λόγω της φυσιογνωμίας κάθε Προκαθημένου.

Κατά την άποψή του, η Εκκλησία δεν απουσιάζει πλήρως από τα μέσα ενημέρωσης, αλλά λίγοι Μητροπολίτες συμμετέχουν σήμερα στον δημόσιο διάλογο. Εκείνο που, όπως τόνισε, πρέπει να αποφεύγεται είναι η διολίσθηση στον λαϊκισμό.

Στο ζήτημα της διαδοχολογίας στην Εκκλησία της Ελλάδος, ο κ. Χρυσόστομος διαχώρισε τη θεμιτή διαβούλευση που γίνεται όταν τεθεί θέμα εκλογής νέου Αρχιεπισκόπου από τη δημιουργία ομάδων μέσα στην Ιεραρχία πριν υπάρξει τέτοια ανάγκη.

Προσπάθειες συγκρότησης ομάδων από τώρα θα μπορούσαν, σύμφωνα με την εκτίμησή του, να λειτουργήσουν διασπαστικά. Πρόσθεσε ότι αυτή τη στιγμή δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα και ότι η ενότητα της Ιεραρχίας παραμένει συμπαγής.

Σε κοινωνικό επίπεδο, ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας μίλησε για τη βία και τον ρόλο της Εκκλησίας, με αφορμή περιστατικά ενδοοικογενειακής και κοινωνικής έντασης. Ανέφερε ότι η Εκκλησία καθοδηγεί και θεραπεύει μέσα από την εξομολόγηση και την πνευματική σχέση, χωρίς όμως να μπορεί να λειτουργεί αποκομμένη από το κοινωνικό περιβάλλον.

Όταν το γενικότερο κοινωνικό μοντέλο καλλιεργεί βία, αβεβαιότητα και ανταγωνισμό, η προσπάθεια της Εκκλησίας κινδυνεύει, όπως είπε, να μένει σε θεωρητικό επίπεδο. Για τον ρόλο του πνευματικού χρησιμοποίησε την εικόνα του γιατρού, εξηγώντας ότι δεν υπάρχει μία γενική οδηγία για όλους, αλλά διάκριση ανάλογα με την αιτία και την κατάσταση κάθε ανθρώπου.

Για υποθέσεις κληρικών που προκαλούν δημόσια συζήτηση, ο κ. Χρυσόστομος σημείωσε ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να αποφασίζει με βάση φήμες, αλλά με βάση γεγονότα. Υποστήριξε ότι όταν υπάρχει έμπρακτη ενέργεια, τότε η Εκκλησία επιλαμβάνεται, απορρίπτοντας την αντίληψη ότι χειροτονείται οποιοσδήποτε λόγω ελλείψεων.

Στο θεολογικό πεδίο, αναφέρθηκε στον διάλογο της Ορθόδοξης Εκκλησίας με άλλα χριστιανικά δόγματα, τονίζοντας ότι αποτελεί δεδομένο από τους πρώτους αιώνες της εκκλησιαστικής ζωής.

Ο διάλογος, όπως εξήγησε, δεν γίνεται για την απόκτηση οπαδών, αλλά για την ανάδειξη της αλήθειας και την αντιμετώπιση των διαφορών. Στάθηκε ιδιαίτερα στα ζητήματα της συνοδικότητας και του πρωτείου στον διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς, καθώς και στο πρόσωπο του Χριστού στον διάλογο με τους Αντιχαλκηδόνιους.

Ερωτηθείς αν υπάρχουν θεολόγοι που μπορούν να συνεχίσουν αυτή την πορεία, απάντησε θετικά, επισημαίνοντας ότι η ζωή της Εκκλησίας συνεχίζεται πέρα από την παρουσία ή την απουσία συγκεκριμένων προσώπων.

Στο τέλος της συζήτησης αναφέρθηκε και στο Αλεξανδράκειο Γηροκομείο της Μητρόπολης Μεσσηνίας, σημειώνοντας ότι η προσπάθεια έχει τις ρίζες της σε δωρεά του 1830 και δεν αποτελεί προσωπικό του έργο.

Στόχος, όπως είπε, είναι το Γηροκομείο να μη δίνει την εικόνα ιδρύματος, αλλά να λειτουργεί ως οικείος χώρος για τους ηλικιωμένους, με πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, δυνατότητα κινήσεων και σύνδεση με την τοπική κοινωνία.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.