27 Σεπτεμβρίου 1831, ώρα 6 το πρωί, στην είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας, παρότι έχει προειδοποιηθεί για τον κίνδυνο της ζωής του, δεν αλλάζει τον τρόπο του.

Η Κυριακή είναι συνδεδεμένη με την εκκλησία και, μάλιστα, με όλη την ακολουθία. Και τον Όρθρο και την Θεία Λειτουργία. Ο Καποδίστριας θα δολοφονηθεί από χέρια ελληνικά. 192 χρόνια μετά οι φάκελοι του Αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών για την υπόθεση παραμένουν απρόσιτοι και κλειστοί. Η Ευρώπη ήταν ολοφάνερο ότι δεν ήθελε μια τέτοια προσωπικότητα στο τιμόνι της Ελλάδας. Και μαζί της ούτε και Έλληνες, οι οποίοι έβλεπαν τον κόσμο μέσα από τις γεωπολιτικές εξαρτήσεις και τα πρόσκαιρα συμφέροντά τους.

Η μνήμη του Καποδίστρια όμως παραμένει ζώσα στην καρδιά των πολλών. Υπήρξε Έλληνας οικουμενικός, κοσμοπολίτης, αρχοντικός, όχι όμως με την έννοια του μιμητικού της Ευρώπης, αλλά με την πεποίθηση ότι η Ελλάδα είχε και θα είχε ρίζες να στηριχτεί, την πίστη στην Ορθοδοξία και την παράδοση. Την ικανότητα το ελληνικό όνομα, αυτό που σήμερα αποκαλείται brand name, να είναι το εισιτήριο όχι της υποταγής, αλλά της ελευθερίας.

Την πεποίθηση ότι χωρίς παιδεία κανένας τομέας της κοινωνίας δεν θα μπορέσει να προκόψει αληθινά, ούτε Εκκλησία, ούτε στρατός, ούτε γεωργία, ούτε τεχνικές, ούτε διοίκηση. Την ευφυΐα να μην υποτάσσεται, αλλά να ελίσσεται, να προχωρά βήμα-βήμα, χωρίς να γκρεμίζει τις γέφυρες με την Ευρώπη, αλλά και χωρίς να παραιτείται από το δικό του όραμα. Ρεαλιστής, αλλά και διορατικός. Όπου έβρισκε αυθεντικότητα, δεν δίσταζε να την αξιοποιήσει. Άνθρωπος που δεν έκανε παιδιά ο ίδιος, αλλά που νοιάστηκε για όλα τα παιδιά της Ελλάδας, κυρίως για τα ορφανά. Μπορεί όλοι οι συνεργάτες του να μην ήταν αντάξιοι της εμπιστοσύνης του. Τα προβλήματα όμως που είχε να αντιμετωπίσει ήταν η προτεραιότητά του.

Η θυσία και η αυταπάρνησή του έμειναν ό,τι τον συνόδεψε μέχρι τέλος. Ο Καποδίστριας είναι μια μορφή που οδηγεί συνειδήσεις. Σε μια εποχή, στην οποία οι νέοι μας οδηγούνται σε μία πλήρη αφομοίωση από τον τρόπο της μίμησης, όσοι βλέπουν τη ζωή και το έργο του Καποδίστρια νιώθουν ότι μπορούμε να υπάρξουμε ως Έλληνες στην ψυχή και στο φρόνημα. Όχι ως κάπηλοι του έθνους και ψευτόμαγκες, καλοπερασάκηδες και έτοιμοι να κριτικάρουμε από τα πληκτρολόγια τους πάντες και τα πάντα, αλλά ως πρόσωπα που θα βάλουμε το σύνολο πιο πάνω από το “εγώ”. Κι αυτό ξεκινά από το να αποφασίσουμε ότι έχουμε ψυχή. Ότι πιστεύουμε σε Θεό. Ότι τα γράμματα μάς μαθαίνουν να είμαστε και να παραμένουμε ελεύθεροι.

Ότι δεν μας ταιριάζει η υποταγή, για να είμαστε καλά, αλλά να μπορούμε να σταθούμε στα πόδια μας χάρις σ’ αυτό που είναι η ταυτότητά μας: η ιστορία, η γλώσσα, οι αρχές μας, η καλλιέργειά μας, η καρδιά μας. Κι αυτά όλα περνάνε από τις στιγμές της Κυριακάτικης λειτουργίας. Σ’ αυτήν που πήγαινε ο κυβερνήτης μέχρι το τέλος. Διότι εκεί ένιωθε την δύναμη της αγάπης να του δίνει κουράγιο. Στην προσευχή του στον Θεό που δίνει χαρίσματα, για να τα αντιπροσφέρει ο άνθρωπος στον πλησίον και στο σύνολό του. Εκεί όπου ο δικαιωματισμός μένει πίσω και ανοίγεται ο ορίζοντας του “υπάρχω για όλους”

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.