Κατανοώ αυτόν που το έκανε, αλλά δεν τον δικαιολογώ
Επειδή έχω περάσει από τα μονοπάτια του ομολογιτισμού και του ζηλωτικού απολογητισμού, μου είναι σχετικά εύκολο να κατανοήσω την πράξη.
Ο άνθρωπος που βεβήλωσε το έργο τέχνης, έχει βαθιά πεποίθηση ότι εξόρκισε δαιμόνιο. Δεν είναι μετέωρη η σκέψη του. Στηρίζεται σε μια πλειάδα κειμένων που ονομάζουν τις θεότητες της αρχαίας ελληνικής θρησκευτικότητας, προσωποποιήσεις δαιμόνων.
Είναι λοιπόν φυσικό, κάποιος που έχει κατηχηθεί και γαλουχηθεί με αυτές τις ιδέες, να αισθάνεται την ανάγκη αποκαθήλωσης κάθε ομοιώματος θεότητας που συναντά. Δεν είναι τυχαίο. Αλλος προ καιρού, όρμησε στην Εθνική Πινακοθήκη με τους ίδιους ακριβώς λόγους.
Θυμάμαι παλαιότερα που περνούσαν από το σπίτι μου στρατιές γερόντων, με τη δική μου πρόσκληση ασφαλώς, φευγοντας μου επεσήμαναν ποιοι πίνακες έπρεπε να βγουν από τους τοίχους και ποια βιβλία από τη βιβλιοθήκη μου ήταν αντιχριστιανικά.
Τόση και τέτοια ήταν η υποβολή, ώστε ένα βράδυ, έντρομος από άσχημο όνειρο, σηκώθηκα και πέταξα στον κάδο το βιβλίο που είχα στο κομοδίνο μου.
Ιστορία μου, αμαρτία μου, που λέει και το τραγούδι.
Το μυαλό μας, συνάνθρωποι, καίει το καύσιμο που του βάζουμε. Αν του δίνουμε φόβο, θα παράγει βία και εξορκισμούς.
Κάποτε “έκαψα” το βιβλίο μου από φόβο.
Σήμερα ξέρω πως ο φόβος καίει μόνο το μυαλό, ενώ η γνώση ανάβει τη φλόγα της ψυχής.





































