Όσιος Φαντίνος ο θαυματουργός: Η θεραπεία του παράλυτου χεριού: Διότι πράγματι, στα τρίμερα από την κοίμηση αυτού, όπως είναι συνήθεια, προετοιμάσθηκαν όλοι να κάνουν το μνημόσυνο που γίνεται σε αυτούς που απεδήμησαν στον Κύριο. Από βραδύς, ενώ βέβαια έψαλλαν χωρίς διακοπή στην αγρυπνία που είχε πολύ κόσμο, ξαφνικά από τον τάφο σκορπίσθηκε μία πολύ παράξενη ευωδία.

Και ενώ όλοι μαζί φώναζαν δυνατά: Κύριε ελέησον, αφού σταμάτησαν το ψάλσιμο, να και καταφθάνει μία γυναικούλα που είχε παράλυτο το χέρι της. Πήρε λοιπόν, η ταλαίπωρη, γεμάτη ελπίδα, λάδι από την καντήλα και αφού φώναξε με όλη της την ψυχή: Άγιε του Θεού, άλειψε το παράλυτο μέλος της. Και μόλις το άλειψε, αμέσως το χέρι έγινε ευκολογύριστο.

Ο μοναχός με το κρυφό οίδημα

Και στα εννιάμερα κατά παρόμοιο τρόπο μείναμε άγρυπνοι την νύκτα και η ίδια ευωδία δεν σταματούσε. Από αυτούς που παρακολουθούσαν την αγρυπνία, κάποιος μοναχός που είχε στο στήθός του ένα κρυφό πρήξιμο, το οποίο του προξενούσε έναν έκδηλο πόνο. Αυτός, επειδή πολύ κουράσθηκε τρέχοντας στους γιατρούς, και δεν εύρισκε γιατρειά, όντας κάτω από το βάρος της τελείας απελπισίας και της προσμονής του θανάτου, έγειρε πάνω στον τάφο του μακαρίου και αποκοιμήθηκε –πράγματι η λύπη κατά κάποιο τρόπο ελκύει προς τον εαυτό της τον ύπνο. Και να, βλέπει τον Άγιο να κρατάει ένα ξυράφι, να έρχεται προς αυτόν και του λέει: Τι έχεις; Γιατί πονάς; προσθέτοντας και το όνομά του. Αυτός όσο μπορούσε γρηγορώτερα του διηγήθηκε τον αρρώστιά του, και ο Άγιος αφού πήρε το ξυράφι που είχε και του είπε: Μη φοβάσαι από τώρα και μετά, έκανε πως ήθελε να του κόψει το σαπισμένο μέρος. Ευθύς ξύπνησε από τον φόβο ο πλήρης πόνου, και να τι βλέπει, ότι τάχα η αρρώστια είχε καταπραϋνθή σαν να μην υπήρχε ποτέ. Αλλά ακόμη αυτή υπήρχε σε αυτόν· άρχισαν όμως να υποχωρούν οι οξείς πόνοι. Πάλι έπεσε στον ίδιο βαθύ ύπνο και κατά την διάρκεια αυτού βεβαιώθηκε για την τελεία θεραπεία του. Επειδή πραγματικά αξιώθηκε της βοηθείας του Αγίου, στάθηκε στην μέση όλων για να τον άκουν και διεκήρυττε φανερά την οπτασία.

Ο παράλυτος κεραμοποιός

Κάποιος, κεραμοποιός στην τέχνη, ήταν στο κρεβάτι από πολυχρόνια αρρώστια και κατάντησε σαν τον παράλυτο του Ευαγγελίου. Αυτόν, και η υγεία και ο πλούτος τον εγκατέλειψαν, και η γυναίκα αυτού έπρεπε να πεισθή να ζητάει ψωμί με αξιοθρήνητο τρόπο από σπίτι σε σπίτι για να τον φέρει στον άρρωστο. Αυτή όμως, αφενός μεν κοκκίνιζε από ντροπή, αφετέρου πάλι λυπόταν τον άλλοτε τροφοδότη. Και φέρνοντας στην μνήμη της με δάκρυα την συμφορά, γινόταν κομμάτια.

Και να, μία ημέρα ο άρρωστος, μη μπορώντας πλέον να υποφέρει την αρρώστιά του, επικαλέσθηκε τον Άγιο με όλη του την ψυχή, έπεσε να κοιμηθή και τον πήρε ο ύπνος. Και αμέσως παρουσιάσθηκε σε αυτόν ο αγιώτατος και τον ρώτησε να μάθει: Τι έχεις άνθρωπε; Γιατί θλίβεσαι; Και αυτός του είπε θλιμμένα από τι έπασχε, γιατί δεν μπορούσε ούτε την γλώσσα καθόλου να κουνήσει. Ο Άγιος, αφού έπιασε το κεφάλι αυτού και το σταύρωσε, του λέει: Σε θεραπεύει δι’ εμού ο Θεός μου και Κύριος. Αμέσως τότε, ξύπνησε ο πριν παράλυτος και εμπιστεύθηκε τα πάντα στην σύζυγό του. Και ξαφνικά, έσπασαν πίδακες από αίμα, και από τα αυτιά του και από την μύτη του ταυτοχρόνως, και έγιναν μούσκεμα το στήθός του μαζί με το στρώμα. Αφού λοιπόν, πέρασε η ώρα που κτυπάει το νυκτερινό τάλαντο, κάθισε και ζητούσε με μεγάλη επιμονή να φάει ψωμί. Η δε γυναίκα, με όρκο διαβεβαίωνε τον άντρα της ότι δεν έχει ούτε ένα κομματάκι· και ήταν νύκτα. Όμως κάμφθηκε και ήλθε να ζητήσει, το πήρε και το έφερε πίσω. Μόλις λοιπόν, έφθασε η τροφή, το αίμα σταμάτησε παραδόξως και χόρτασε από αυτή. Και μάλιστα το πρωί, περπατώντας με τα πόδια κατέπληξε όλους. Και αυτοί από κοινού ανέπεμπαν ευχαριστίες στον Θεό και στον Άγιο.

Διαβάστε όλες τις ειδήσεις από τις Ιερές Μητροπόλεις στην ΕΚΚΛΗΣΙΑ Online.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (2 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.