Ο μακαριστός Μητροπολίτης Φθιώτιδας π. Νικόλαος Πρωτοπαπάς, στο βιβλίο του Οι Άγιοι της Μικρασιατικής Καταστροφής, Αθήναι 1992, αναφερόμενος στους σφαγιασθέντες το 1922 κληρικούς παραθέτει τα εξής στατιστικά στοιχεία: «Στα παράλια της Μ. Ασίας και μόνον υπήρχαν 459 ιερείς, εκ των οποίων οι 347 εφονεύθησαν μαρτυρικώς, οι 112 οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στο εσωτερικό της Τουρκίας (όπου οι περισσότεροι πέθαναν από κακουχίες και βασανισμούς ή αγνοείται η τύχη τους), ενώ ελάχιστοι επέζησαν και ελθόντες εις την Ελλάδα διηγούντο όσα υπέστησαν και διεκτραγώδησαν τα δεινά του ποιμνίου των».

Στα πλαίσια του ξεριζωμού των Ποντίων, στη Σαμψούντα του Πόντου έξω από τον μεγαλοπρεπή Ναό της Αγίας Τριάδας είχαν παραταχθεί Τούρκοι ένοπλοι στρατιώτες, ενώ κατέφθασαν με τα άλογά τους ανώτατοι αξιωματικοί φορώντας παραδοσιακές στολές. Οι πιστοί που ήσαν μέσα στην εκκλησία βγήκαν έξω να δουν τι συνέβαινε.

Τότε ο ιερέας Τριαντάφυλλος Ομηρίδης, με το γιο του Ηλία, όρμησαν στο Ιερό, άπλωσαν επάνω στην Αγία Τράπεζα το ράσο του ιερέα και έβαλαν μέσα στο ράσο πολλές φορητές, κρυμμένες εικόνες από το Δωδεκάορτο. Δέσανε το ράσο στις τέσσερις γωνίες και ο ιερέας, βγάζοντας το γιο του με τις εικόνες από την πίσω πόρτα του Ιερού, του φώναξε: «Φύγε γρήγορα να μην σε δουν». Ο Ηλίας Ομηρίδης απομακρύνθηκε τρέχοντας και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν τον καταδιώκει κανείς γύρισε να δει τι θα συμβεί. Είδε να τους σκοτώνουν όλους, μαζί με τον πατέρα του που είχε επιστρέψει στο ποίμνιό του, και να τους πετάνε σε ένα χαντάκι. Ο Ηλίας, μαζί με τον αδελφό του, ορφανοί πια, μπόρεσαν να φθάσουν μαζί με τις εικόνες στη Θεσσαλονίκη. Εκεί διηγήθηκαν τα όσα πέρασαν και μοίρασαν τις εικόνες σε εκκλησίες, αλλά και σε ευλαβείς Χριστιανούς.

Μία από αυτές τις εικόνες ήλθε στα χέρια της γιαγιάς ενός συγγενούς μου, ο οποίος έμαθε από τη γιαγιά του και τη μητέρα του όλο το ιστορικό του πολύτιμου αυτού κειμηλίου, που απεικονίζει την είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα. Είναι μια σπάνια αγιογράφηση της “Βαϊοφόρου”. Τα ιερά αυτά κειμήλια θυμίζουν ότι μέσα στον πόνο και στην απελπισία υπήρξαν από τους ξεριζωμένους πολλές πράξεις ηρωισμού, αντίστοιχες με αυτές του 1821.

Όπως στον επταετή αγώνα του 1821, έτσι και στα πλαίια της Καταστροφής του Μικρασιατικού Ελληνισμού, οι κληρικοί υπήρξαν πρωταγωνιστές στους αγώνες για την επιβίωση του Ελληνορθόδοξου πολιτισμού. Γι᾽ αυτό οι Τούρκοι στρέφονταν με ιδιαίτερη αγριότητα εναντίον των κληρικών όλων των βαθμίδων. Οι Μητροπολίτες Σμύρνης, Κυδωνιών και Μοσχονησίων (συστάδα νησίδων κοντά στις Κυδωνίες), μαρτύρησαν με ιδιαίτερα ειδεχθείς τρόπους.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Φθιώτιδας π. Νικόλαος Πρωτοπαπάς, στο βιβλίο του Οι Άγιοι της Μικρασιατικής Καταστροφής, Αθήναι 1992, αναφερόμενος στους σφαγιασθέντες το 1922 κληρικούς παραθέτει τα εξής στατιστικά στοιχεία: «Στα παράλια της Μ. Ασίας και μόνον υπήρχαν 459 ιερείς, εκ των οποίων οι 347 εφονεύθησαν μαρτυρικώς, οι 112 οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στο εσωτερικό της Τουρκίας (όπου οι περισσότεροι πέθαναν από κακουχίες και βασανισμούς ή αγνοείται η τύχη τους), ενώ ελάχιστοι επέζησαν και ελθόντες εις την Ελλάδα διηγούντο όσα υπέστησαν και διεκτραγώδησαν τα δεινά του ποιμνίου των».

Άλλωστε από το 1923 οι Κωνσταντινουπολίτες με το Οικουμενικό Πατριαρχείο (το οποίο κινδύνεψε να ξεριζωθεί από το Φανάρι), οι Ίμβριοι και οι Τενέδιοι υπέφεραν σιωπηλά όλες τις βαρβαρότητες και τα γνωστά υποχθόνια σχέδια και συστήματα των Τουρκικών Αρχών.

Στην επόμενη τέταρτη ενότητα αναφορικά με τον “Μικρασιατικό Ελληνισμό” θα εκθέσουμε αναλυτικότερα την αναστάσιμη ένταξη του 1.500.000 Ελλήνων προσφύγων στην Ελλάδα, όπως και τις άδικες και παράνομες επιθέσεις των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων της Κων/πόλεως μέσα στον 20ό αιώνα.

Πριν ασχοληθούμε κάπως ειδικότερα με τον ξεριζωμό των Ελλήνων της Καππαδοκίας θα παραθέσουμε ένα χαρακτηριστικό κείμενο από άρθρο του αυτόπτη μάρτυρα του ξεριζωμού δυναμικού Λογοτέχνη και Ακαδημαϊκού Ηλία Βενέζη, ο οποίος γεννήθηκε το 1904 στις Κυδωνίες (Αϊβαλί):

«…Ενώ ακόμα οι φλόγες της πυρπολημένης Μικρασίας έλαμπαν, ενώ οι χιλιάδες των εγκαταλειμμένων νεκρών και των ομήρων έκαναν το πένθος αβάσταχτο, το δυστυχισμένο τούτο κράτος [η Ελλάδα] έκανε ό,τι μπορούσε για να στηρίξει το κύμα των κυνηγημένων ανθρώπων, να το στεγάσει και να το θρέψει, να μην το σπρώξει στην απελπισία.

»Αλλά ό,τι κυρίως στήριξε αυτούς τους κυνηγημένους, που έμελλαν να είναι το πρώτο στην Ιστορία πείραμα υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών (1.500.000 ψυχές), ήταν ο ίδιος ο εαυτός τους, το πνεύμα που έφερναν. Μία μυστική περιοχή της ψυχής που τη θέρμαινε η παράδοση της Ορθοδοξίας και της ελληνικής εύκλειας, μεταφερμένη σε μορφή παραμυθιού και θρύλου και θαύματος, από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά, απ᾽ τους πατέρες μας και τις μητέρες μας, απ᾽ τους δασκάλους και τους ιερείς, μέσα στους αιώνες των κατατρεγμών απ᾽ την Άλωση κι εδώ.

»Όλα έτειναν στο να θυμίζουν πως είμαστε η συνέχεια, πως οφείλουμε να κρατήσουμε τη συνέχεια για να λυτρωθούμε. […] Αναμετρούμε τον χώρο απ᾽ τον Πόντο και τα βουνά του Ταύρου και τα φαράγγια της Καππαδοκίας ίσαμε τα παράλια της Ιωνίας, όπου ζούσε και αντιστεκόταν η ελληνική ψυχή.

»Είναι σχεδόν θαύμα το πώς επέζησε κάτω απ᾽ την τρομερή πίεση μια χριστιανοσύνη 1.500.000 ανθρώπων. […]. Έπρεπε να είμαστε πάντα καλύτεροι από τους κυριάρχους μας, πιο ζωντανοί, οι κεραίες πιο ευαίσθητες, η γνώση αυθεντική για να μην αφομοιωθούμε και να μη συνθηκολογήσουμε. Ήταν η ψυχή μας, το ουσιώδες που πήραμε, μαζί με τους αγίους μας και με τους μπόγους τα ρούχα, που μας άφησαν να πάρουμε. Αυτό μας έσωσε και εδώ, που μας βοήθησε να μη χαθούμε μες στη συμφορά. […]

»Είχαμε κάποτε ένα όνειρο την Ελλάδα της Μεγάλης Ιδέας. Πολεμήσαμε γι᾽ αυτήν την Ελλάδα και καταματώσαμε. Όταν χρειάστηκε συνθηκολογήσαμε με το πεπρωμένο.

»Πεινάσαμε και είδαμε τα παιδιά μας να πέφτουν στους παγωμένους δρόμους για να μη ξανασηκωθούν πια. Χρειάστηκε να μαζεύουμε τους νεκρούς μας με τα κάρα και να τους θάβουμε άκλαυτους σε ανώνυμους τάφους (βλέπε Ουκρανία). […] Λέμε πως, δόξα τω Θεώ, πορευτήκαμε καλά και δεν λυγίσαμε. […] Περπατήσαμε με το μέτωπο ψηλά, γιατί είχαμε κάμει το χρέος μας…» (Ηλία Βενέζη, “Εκ βαθέων”, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, Χριστούγεννα 1972, σσ. 30-35 [πενήντα χρόνια μετά την Καταστροφή]).

Εκτός από τον Ελληνισμό των Δυτικών παραλίων της Μ. Ασίας και της Κων/πόλεως, όπου ο εκούσιος ξεριζωμός είχε αρχίσει πριν από την Ανταλλαγή, για το φόβο των διώξεων και των σφαγών, ιδιαίτερη συγκίνηση θα προκαλεί πάντα ο άδικος ξεριζωμός των Ελλήνων της Καππαδοκίας, όπου ο Χριστιανισμός είχε επί αιώνες διασώσει τον Ελληνισμό και όπου ένα σημαντικό μέρος του τουρκικού πληθυσμού είχε και έχει προσεγγίσει με πίστη κρυφά ή φανερά τα χριστιανικά σεβάσματα.

Η Καππαδοκία βρίσκεται, όπως είναι γνωστό, σε μία περιοχή, όπου πριν από εκατομμύρια χρόνια συγκρούστηκαν δύο τεκτονικές πλάκες, προκαλώντας βίαιες εκρήξεις ηφαιστίων που διήρκεσαν ολόκληρες γεωλογικές περιόδους. Τεράστιες ποσότητες ηφαιστιακών υλικών (στάχτη, σκουριά, λάβα και βασάλτης) κάλυψαν όλη την περιοχή με ένα στρώμα πορώδους πετρώματος με πάχος έως και 100 μέτρα. Από τότε ο αέρας και η βροχή σμιλεύουν τις εξωτερικές επιφάνειες αυτού του πετρώματος προκαλώντας διάβρωση που συνεχίζεται ακόμα. Οι απότομες αλλαγές θερμοκρασίας το χειμώνα προκαλούν τη συστολή και διαστολή των βράχων και τον κομματιασμό τους.

Σ᾽ αυτό το πολύμορφο τοπίο, με το πορώδες πέτρωμα, οι κάτοικοι της Καππαδοκίας επέλεξαν από πολύ παλιά να λαξεύουν υπέργειους και υπόγειους χώρους θρησκευτικής λατρείας, όπως και κατοικίες, εκμεταλλευόμενοι το υλικό που σκάβεται πολύ εύκολα, αφού μάλιστα στην περιοχή αυτή υπάρχει έλλειψη ξυλείας. Έτσι έχουν διατηρηθεί μέχρι σήμερα εκατοντάδες λαξευτές χριστιανικές εκκλησίες, σε πολλές από τις οποίες απεικονίζονται με διηγηματικό χαρακτήρα σκηνές από τη ζωή και το πάθος του Σωτήρα Χριστού, όπως και τη ζωή της Θεοτόκου. Επίσης απεικονίζονται μορφές Αγίων με πλούσια χρώματα και έντονη κινητικότητα. Ο «Χριστός εν δόξη» του 10ου αι. στην “Εκκλησία του Σταυρού” στην “κόκκινη κοιλάδα” αποτελεί το καλύτερο σωζόμενο παράδειγμα διακόσμου αψίδας στην Καππαδοκία.

Από την Καππαδοκία, ως σταυροδρόμι πολιτισμών και ιδεών, πέρασαν Χετταίοι, Πέρσες, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Σελτζούκοι και Οθωμανοί Τούρκοι. Απ᾽ όλους αυτούς τους λαούς τα σωζόμενα σήμερα εντυπωσιακά χριστιανικά προσκυνήματά της αναδεικνύουν τη μοναδικότητα του Βυζαντινού πολιτισμού και τη μακρόχρονη επιβίωση των Ελληνορθοδόξων, όπως και την αξιόλογη άνθηση των ελληνοχριστιανικών κοινοτήτων τους τον 19ο με αρχές του 20ού αι., έως την οριστική διάλυσή τους το 1924 με την ανταλλαγή των πληθυσμών.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.