Μάλλον δεν υπάρχει ορθόδοξος χριστιανός, ο οποίος, ακούγοντας για την εικόνα της Αγίας Τριάδος, που είναι γνωστή ως Φιλοξενία του Αβραάμ, δεν έχει ως πρώτη σκέψη την εικόνα του Αντρέι Ρουμπλιόφ.
Και όντως, πρόκειται για μια μοναδική ως προς το θέμα της εικόνα, που διακρίνεται για τη σύνθεση, τον ρυθμό, τον φωτισμό, την αρμονία, την καθαρότητα και την απλότητά της. Ο δημιουργός της υπήρξε ο κορυφαίος αγιογράφος της ορθόδοξης Ρωσίας και ένας από τους κορυφαίους στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης.
Για τη ζωή του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες και οι περισσότερες προέρχονται από πηγές μεταγενέστερες του ιδίου. Πιθανότερο έτος γεννήσεώς του φέρεται το 1360 και σε πολύ νεαρή ηλικία ακολούθησε τον μοναχικό βίο.
Εκάρη μοναχός στη Μονή του Αγίου Σεργίου του Ράντονεζ, λίγο έξω από τη Μόσχα, από τον Αγιο Νίκωνα του Ράντονεζ, που διαδέχθηκε τον Αγιο Σέργιο στην ηγουμενία. Στη μοναχική του κουρά έλαβε το όνομα «Ανδρέας» («Αντρέι» στα ρωσικά). Δεν γνωρίζουμε ποιο ήταν το όνομά του ως λαϊκού. Πάντως, σε κάποια από τις εικόνες της νεαρής του ηλικίας υπογράφει ως «Αντρέι Ιβάνοβιτς», γεγονός που επιτρέπει την υπόθεση ότι το όνομα του πατέρα του μάλλον ήταν «Ιβάν». Οι σύγχρονοί του τον περιέγραφαν ως έναν άνθρωπο ευγενικό και ήσυχο, ταπεινό, γεμάτο φως.
Σε έγγραφο του 1405, στο οποίο δηλώνεται ότι ο Θεοφάνης ο Ελληνας είχε αναλάβει την εικονογράφηση του Καθεδρικού Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Κρεμλίνο, απαντάται για πρώτη φορά και το όνομα του μαθητή του Θεοφάνη, του Αντρέι Ρουμπλιόφ. Συγκεκριμένα, παρέχεται η πληροφορία ότι την εικονογράφηση αναλάμβανε ο Θεοφάνης ο Ελληνας μαζί με τον μαΐστορα Πρόχορο του Γκόρονετς και τον μοναχό Αντρέι Ρουμπλιόφ.
Το ταλέντο του μαθητή του Θεοφάνη γρήγορα έγινε γνωστό και του ανατέθηκαν διάφορα έργα από τον ηγεμόνα της Μόσχας, ή, αν και φαίνεται λιγότερο πιθανό, προσελήφθη στην αυλή του. Αγιογράφησε ένα μέρος από τον Καθεδρικό Ναό του Ζβενιγκόροντ, κοντά στη Μόσχα, και το 1408 τον Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Βλαντιμίρ, μαζί με τον συνεργάτη του, Δανιήλ.
Στη δεύτερη δεκαετία του 15ου αιώνα, υπό την καθοδήγηση του Ρουμπλιόφ φιλοτεχνήθηκε το τέμπλο του Καθεδρικού Ναού της Αγίας Τριάδος. Δεν εγκατέλειψε ποτέ τη μονή της μετανοίας του, όπου και αγιογράφησε την εικόνα της Αγίας Τριάδος προς τιμήν του ιδρυτή της, Οσίου Σεργίου. Η εικόνα αυτή έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας τέχνης. Αργότερα, του ανατέθηκε η εικονογράφηση της Μονής Ανδρόνικοφ, κατά τη διάρκεια των εργασιών της οποίας αναχώρησε από τον παρόντα βίο σε ηλικία 70 ετών, το 1430.
Αν μιλήσουμε για τις επιδράσεις που δέχτηκε στο έργο του ο Αντρέι Ρουμπλιόφ, αναμφισβήτητα θα τις αναζητήσουμε στο έργο του δασκάλου του, του Θεοφάνη του Έλληνα.
Όλες οι πηγές που υπάρχουν, άλλωστε, τον συνδέουν με τον δάσκαλό του. Ωστόσο, ο Αντρέι Ρουμπλιόφ προχώρησε παραπέρα αυτό που παρέλαβε. Συγκρινόμενα τα έργα των δύο, παρατηρεί κανείς ότι στον Θεοφάνη (ιδιαιτέρως στην εικόνα της Παναγίας) είναι έντονα τα στοιχεία (στα μεταγενέστερα χρόνια, βέβαια) που προσιδιάζουν στον εξπρεσιονισμό, ένα ρεύμα πλησιέστερο στη δική μας εποχή. Αντιθέτως, ο μαθητής του Θεοφάνη δίνει όλη του την έμφαση στην πνευματική διάσταση του προσώπου, όπως μπορεί κανείς να διακρίνει στις εικόνες του Χριστού και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Και η διαφορά γίνεται εμφανέστερη, αν συγκρίνει κανείς την Αγία Τριάδα του Θεοφάνη με την αντίστοιχη του Αντρέι Ρουμπλιόφ.
Αξίζει να παραθέσουμε επ’ αυτού την παρατήρηση του π. Σταματίου Σκλήρη, από το βιβλίο «Εν Εσόπτρω – Εικονολογικά μελετήματα». Κατ’ αρχάς, ο π. Σταμάτιος υπογραμμίζει το γεγονός ότι, για να γίνει κατανοητή η πορεία της ρωσικής εικονογραφίας σε σχέση προς τη βυζαντινή, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο βυζαντινός πολιτισμός ήταν ο κληρονόμος της μακραίωνης παραδόσεως των αρχαίων Ελλήνων στις πλαστικές τέχνες (εν οις και η ζωγραφική), εν αντιθέσει προς τους Ρώσους, οι οποίοι δεν διέθεταν καμιά προϊστορία τέτοιων αναζητήσεων.
Τα κύρια προτερήματα του Αντρέι Ρουμπλιόφ ως εικονογράφου είναι, πρώτον, ότι διέθετε το μεγαλύτερο ζωγραφικό ταλέντο από όλους τους Ρώσους αγιογράφους και, δεύτερον, ότι, χάρη στη σωστή του θεολογία, αναδείχθηκε ο πληρέστερος εκφραστής της γνήσιας βυζαντινής παραδόσεως, με τις λιγότερες μονομέρειες. Όπως επισημαίνει ο π. Σταμάτιος, ο δάσκαλός του Θεοφάνης, μολονότι δεν είναι ο χαρακτηριστικός Βυζαντινός, αποτελεί ωστόσο ένα μοναδικό φαινόμενο για τη βυζαντινή ζωγραφική, από την οποία ξεφεύγει με το ταλέντο του. Αντιθέτως, ο Ρώσος μαθητής του ξεπερνά τα τυπικά χαρακτηριστικά της ρωσικής εικονογραφικής παραδόσεως με την πιστότητά του στη βυζαντινή παράδοση.
Τα έργα του δασκάλου μοιάζουν σαν να βλέπει τα μελλοντικά ρεύματα της τέχνης, ενώ ο μαθητής έμενε συνδεδεμένος με τα προ του Θεοφάνους ρεύματα, αμυνόμενος στην ελευθεριότητα του δασκάλου. Ο Θεοφάνης διατήρησε μεν την πλαστικότητα των εικόνων της παλαιολόγειας εποχής, όπως εκείνες της Μονής της Χώρας, αλλά υπήρξε πιο αφαιρετικός, είχε έναν πιο προσωπικό τρόπο ζωγραφικής, με το ελευθεριάζον σχέδιό του, τα έντονα περιγράμματα, τις ενιαίες λίγο – πολύ χρωματικές επιφάνειες με τα καφεκόκκινα χρώματα και τις έντονες παράλληλες λευκές πινελιές των ψιμυθίων.
Αντιθέτως, ο Αντρέι Ρουμπλιόφ δεν παρασύρθηκε από την παράδοση της αφαιρέσεως, ούτε από τη σαρωτική επίδραση του δασκάλου του, Θεοφάνη. Αρκεί η αντιπαραβολή της φωτοσκί¬ασης των ενδυμάτων του Θεοφάνη αφενός και του Ρουμπλιόφ αφετέρου προς τη φωτοσκίαση των τοιχογραφιών της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη, για να εξαχθεί αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Ρουμπλιόφ στάθηκε πιο «βυζαντινός» από τον δάσκαλό του.
«Ο Θεοφάνης» γράφει αυτολεξεί ο π. Σταμάτιος Σκλήρης «προσπάθησε να εκφράσει με ιδιαίτερη έμφαση τον ησυχασμό των χρόνων των Παλαιολόγων στην τέχνη του, ενώ ο Ρουμπλιόφ στάθηκε πιο πειθαρχημένος εκφραστής της αείποτε ορθόδοξης εικονογραφικής παραδόσεως, που πάντοτε, σ’ όλες τις φάσεις της, εξέφραζε σε κάποιον βαθμό το ησυχαστικό βίωμα της μεθέξεως από τον άνθρωπο του Ακτίστου Φωτός».
Συμπερασματικά, υπογραμμίζει ο π. Σταμάτης Σκλήρης, «η κύρια συμβολή του Αντρέι Ρουμπλιόφ έγκειται στην ισορροπημένη σύνθεση των διαφορετικών και κάποτε αντιτιθέμενων ρευμάτων και παραδόσεων της εποχής του, μέσα σε μια τέχνη που ενδιαφερόταν να εκφράσει πρωτίστως το καθολικό εκκλησιαστικό βίωμα και όχι προσωπικούς ή εθνικούς στοχασμούς και βιώματα. Γι’ αυτό και θεωρήσαμε τον Ρουμπλιόφ ως τον πληρέστερο εκφραστή της γνήσιας βυζαντινής παραδόσεως, που -έναντι των άλλων Ρώσων και του Βυζαντινού δασκάλου του- εμφανίζει τις λιγότερες μονομέρειες».
Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του έργου του Αντρέι Ρουμπλιόφ πρέπει να εντοπιστεί στην έκφραση, στο χρώμα του και στον ρυθμό. Το σχέδιό του διακρίνεται για τη λεπτότητα και την ευγένειά του, που έχουν ως αποτέλεσμα την ανάλαφρη κατασκευή των συνθέσεων, ιδιαιτέρως στην έκφραση των ματιών: τα μάτια στις εικόνες του Ρουμπλιόφ είναι ιδιαίτερα ανοιχτά, με ολοστρόγγυλες τις μεγάλες κόρες και με βλέμμα που συνδυάζει την αθώα παιδικότητα και τη βαθιά πνευματικότητα, συνοδευόμενες από την έκφραση μεγάλης εσωτερικής δυνάμεως.
Η έκφραση των ματιών των εικόνων του Αντρέι Ρουμπλιόφ αποπνέει μια βαθιά και ατέρμονη ειρήνη. Είναι σαν να έχουν παρέλθει πλέον η κίνηση και η τραγικότητα της ανθρώπινης Ιστορίας, σαν να έχουν εισέλθει στην κατάπαυση της όγδοης ημέρας. Το στοιχείο αυτό είναι εμφανέστερο στην παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας του Βλαντιμίρ: μέσα από την ευγένεια των χρωματικών συνδυασμών, ίσως μοναδικών στην ορθόδοξη εικονογραφική παράδοση, όπου καμία παραφωνία δεν ταράζει τη συμφωνία των χρωμάτων, αποτυπώνεται η παρέλευση της αέναης κίνησης του ιστορικού γίγνεσθαι. Η τραγωδία του ανθρώπινου γένους έχει υπερνικηθεί, η αιώνια Βασιλεία είναι παρούσα και βασιλεύει η ατελεύτητη ειρήνη, η κατάπαυση της Ανεσπέρου Ημέρας. Θέλοντας και μη, δεν μπορεί να μη θυμηθεί κανείς τα λόγια του Αποστόλου Παύλου από την «Προς Εβραίους επιστολή»: «Σπουδάσωμεν οὖν εἰσελθεῖν εἰς ἐκείνην τὴν κατάπαυσιν (…) ὁ γὰρ εἰσελθὼν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ καὶ αὐτὸς κατέπαυσεν ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὥσπερ ἀπὸ τῶν ἰδίων ὁ Θεός».





































