Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ κυρός ΠΑΥΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ (1963 – 2022): ΕΠΙΜΝΗΜΟΣΥΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ.

Η αιφνίδια κοίμηση του μακαριστού Μητροπολίτη Δράμας κυρού Παύλου, κατά κόσμον Αλέξανδρου Αποστολίδη, δεν βύθισε μόνο στο πένθος τους χριστιανούς της επαρχίας του, αλλά λύπησε βαθύτατα, με το αίσθημα της κατ’ άνθρωπον λύπης, πολλούς ανθρώπους, χριστιανούς και μη, εντός και εκτός Ελλάδος, που είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν στη διάρκεια της σύντομης, αλλά μεστής και παραγωγικής ζωής και δράσης του.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Παύλος, γεννήθηκε στη Βέροια το 1963. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του σπούδασε από την Εκκλησιαστική Σχολή της Λαμίας όπου και αποφοίτησε. Έπειτα εισήχθη στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με την ολοκλήρωση των προπτυχιακών σπουδών του το 1988, συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές λαμβάνοντας μεταπτυχιακό δίπλωμα το 1995. Ήταν διδάκτωρ του ίδιου πανεπιστημίου από το 2002.

Χειροτονήθηκε διάκονος το 1983 και πρεσβύτερος το 1988 από τον μακαριστό Μητροπολίτη Βεροίας κυρό Παύλο. Διετέλεσε εφημέριος του ιερού ναού οσίου Αντωνίου, πολιούχου της Βέροιας, και στην συνέχεια το 1991, εξελέγη ηγούμενος της ιεράς μονής Παναγίας Σουμελά και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ομώνυμου ιδρύματος.

Συνέγραψε βιβλία, όπως αυτά για τον Μητροπολίτη Τραπεζούντος, και μετά ταύτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, Χρύσανθο Φιλιππίδη και τη Μητρόπολη Ροδοπόλεως, καθώς και άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά. Πραγματοποίησε πολλές ομιλίες και διαλέξεις. Έλαβε μέρος σε εκκλησιαστικές αποστολές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Σε επιβράβευση των κόπων του, πέντε ημέρες μετά την κοίμηση του Μητροπολίτη Δράμας κυρού Διονυσίου, στις 5 Οκτωβρίου 2005, εξελέγη Μητροπολίτης Δράμας από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, με πρόταση του μακαριστού επίσης Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου, χειροτονηθείς στις 9 του ίδιου μήνα.

Ως Μητροπολίτης, εγκαινίασε τον νέο ναό του αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης στη Δράμα το 2016, φρόντισε για την πνευματική κατάρτιση του ποιμνίου του, ανέδειξε μορφές του τοπικού αγιολογίου, και ασχολήθηκε με την σύνταξη και έκδοση των ακολουθιών τους. Τον προσεχή Σεπτέμβριο ετοίμαζε τα εγκαίνια του ναού της Παναγίας Λαυρεντιανής, που δυστυχώς δεν πρόλαβε να τελέσει.

Εκοιμήθη στη Θεσσαλονίκηυ, στις 2 Μαΐου 2022 σε ηλικία 59 ετών από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η εξόδιος ακολουθία του εψάλη, χοροστατούντος του Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου Β΄, στις 3 Μαΐου 2022 το απόγευμα στον Μητροπολιτικό ιερό ναό Εισοδίων της Θεοτόκου Δράμας και ετάφη στην Ιερά Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος στη Σίψα Δράμας, ενώ τοποτηρητής της Μητροπόλεως ορίστηκε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ξάνθης και Περιθεωρίου κ. Παντελεήμων.

Η οπωσδήποτε περιεσταλμένη αυτή αναφορά των βασικών βιογραφικών του μακαριστού ιεράρχη, δεν απεικονίζει την λαμπρή και εξέχουσα προσωπικότητά του, ούτε αποτυπώνει το πολυσχιδές έργο του. Διότι ο Παύλος υπήρξε χαρισματικός εκκλησιαστικός άνδρας, κοσμημένος με πολλές αρετές, προπάντων δε ευθύς και εκφραστικός, δραστήριος και ειλικρινής, παραδοσιακός και οραματιστής. Έχει δε κατά κόρον γραφτεί αυτές τις μέρες, σε κείμενα που δημοσιεύθηκαν εξ αφορμής της εκδημίας του, ότι παρουσίαζε πολλές και σημαντικές ομοιότητες, αλλά και ευάριθμες ουσιαστικές διαφορές, με τον χαρακτήρα και τους σχεδιασμούς του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, κι αυτός ίσως ήταν ο κύριος λόγος για τον οποίο εκείνος τον ξεχώρισε και τον πρότεινε για τον αρχιερατικό θρόνο της Δράμας, και μάλιστα σε νεαρή ηλικία.

Κατά την άποψή μου, τέσσερα ήταν τα βασικά σημεία του έργου και της προσφοράς του, οι οριακοί πυλώνες των σχεδιασμών και των ενεργειών του: πρώτον, η εμμονή στην παράδοση, όχι μόνο την εκκλησιαστική, αλλά και την πολιτισμική και την εθνική. Καταγόμενος από Ποντίους εκδιωγμένους από τις πατρογονικές εστίες, Πόντιος με έντονα οικογενειακά και εθνικά βιώματα ο ίδιος, έθεσε τα σχετικά με τον Πόντο και τον Μικρασιατικό Ελληνισμό, την ιστορία και την παράδοσή του, την μαρτυρία και το μαρτύριό του, ως προτεραιότητες. Θυμάμαι έντονα, και θα θυμάμαι δια βίου, όπως άλλωστε και όλοι όσοι είχαν την τύχη να είναι παρόντες, τον χειροτονητήριο λόγο του, που είχε προξενήσει πρωτοφανή, για ανάλογες περιπτώσεις και περιστάσεις, αισθήματα κατάνυξης, συγκίνησης, αλλά και πνευματικής και εθνικής ανάτασης στους παρόντες.

Αυτά τα διακόνησε όχι μόνο με το λόγο, αλλά και με το επιστημονικό και συγγραφικό έργο του, με τα άρθρα του, επιστημονικά και εκλαϊκευτικά, με τις ομιλίες και τις ανακοινώσεις του σε συνέδρια, ακόμη και με την παρουσία του σε προσκυνηματικά ταξίδια στον Πόντο των προγόνων του, όπου μόλις πρόσφατα ανακάλυψε τόπους ταφής και έφερε στο φως ερείπια ναών του Γένους. Ο μακαριστός Παύλος όχι μόνο επισκεπτόταν συχνά τον Πόντο, αλλά φωτογράφιζε, διέσωζε, ανέπτυσσε σχέσεις με κατοίκους της περιοχής, αναδείκνυε συστηματικά τόσο το κρυπτοχριστιανικό ενίοτε παρελθόν τους, όσο και την απώτερη ρωμέικη καταγωγή τους, αποσυνδέοντας το δράμα της γενοκτονίας του Μικρασιατικού Ελληνισμού από τους καθημερινούς ανθρώπους, με τους προγόνους των οποίων οι δικοί του πρόγονοι επί αιώνες συνυπήρχαν ειρηνικά. Κι έτσι καθιέρωσε, συγκρότησε και εγκαινίασε μια διακριτική θεώρηση των πραγμάτων, η οποία ίσως κάποτε ξένιζε, αλλά είναι σίγουρο ότι στην ιστορική προοπτική της θα αποτελέσει υπόδειγμα δράσης και αντιμετώπισης ή διαχείρισης των πραγμάτων.

Και είναι στο πλαίσιο αυτό που πρέπει να δούμε και να εντάξουμε και την ενασχόλησή του με τα εθνικά θέματα και ιδίως όσα σχετίζονται με την Μακεδονία, όχι στα όρια μιας πολιτικής δράσης, αλλά εντός της εθναρχικής παράδοσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που εγκαινιάστηκε και συγκροτήθηκε από τον Οικουμενικό Θρόνο. Εντός αυτού του κλίματος και μόνο αν δούμε τις πρωτοβουλίες, τις παρεμβάσεις, τις ομιλίες και τα σχόλιά του μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε και να τα σταθμίσουμε στις πραγματικές διαστάσεις τους, που είναι εκείνες της Εθναρχούσας Εκκλησίας, ξεκινώντας από τις διπλωματικές και φτάνοντας ως καθαρά εκκλησιαστικές παραμέτρους, με επιφανέστερο παράδειγμα το πρόσφατο σχετικό κείμενό του για τον δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί στην περίπτωση της Εκκλησίας των Σκοπίων.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό του έργου και της προσωπικότητάς του ήταν η γενναιοφροσύνη και η μεγαλοφροσύνη του. Ο μακαριστός Παύλος ήταν πραγματικά λεοντόκαρδος, ένας εκκλησιαστικός λέων, άρχοντας και επιβλητικός, προσηνής και μεγαλοπρεπής στις ακολουθίες του ταυτόχρονα. Αμέσως μόλις κανείς τον γνώριζε σχημάτιζε την εντύπωση ότι ενώπιόν του είχε ιεράρχη παλαιάς στόφας και κοπής, που συνέχιζε την παράδοση των μεγάλων ιεραρχών του Γένους. Αυτό φαινόταν στους λόγους και στις πράξεις του, στον τρόπο που εκτελούσε τα λειτουργικά και τα επισκοπικά του καθήκοντα, αλλά και στους τρόπους με τους οποίους προσπαθούσε να βοηθήσει στην κατεύθυνση των εθνικών θεμάτων μας.

Σοβαρός αλλά όχι απόμακρος, είχε πλήρη τη συνείδηση της παράδοσης που έφερε στους ώμους του, και της ευθύνης να την μεταλαμπαδεύσει στους νεότερους. Και στην βούλησή του αυτή εδράζεται και ο τρόπος με τον οποίο χειριζόταν τα κειμήλια, αντιμετώπιζε τα τιμαλφή του Γένους, και διεκδικούσε όσα είχαν κλαπεί ή βιαίως λεηλατηθεί, όπως για παράδειγμα συνέβαινε με τα κειμήλια και τα χειρόγραφα της μονής της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την τεκμηρίωση και διεκδίκηση των οποίων είχε θέσει ως έναν από τους στόχους της ποιμαντορίας του. Κι εδώ εντάσσονται πολλά έργα του, από την ανάδειξη των προκατόχων του και της παράδοσης της επαρχίας του και του αγιοτόκου Πόντου, ως και το τραγούδι του στην Παναγία Σουμελά, ανήμερα της πανηγύρεως της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όταν ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης λειτουργούσε στο παλλάδιο του Ποντιακού Ελληνισμού, σκορπώντας ρίγη συγκίνησης στους ανά την υφήλιο ομογενείς μας.

Ο τρίτος πυλώνας του έργου του ήταν η προσήλωσή του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, που τον καθιστούσε πρότυπο ιεράρχη των Νέων Χωρών. Ο μακαριστός Παύλος ενσάρκωσε στο πρόσωπο και υλοποιούσε στη διακονία του το γράμμα και το πνεύμα του κανονικού εκκλησιαστικού καθεστώτος που διέπει τις αντίστοιχες Μητροπόλεις. Σωστά νομίζω έχει γραφτεί ότι αν είχε γίνει νωρίτερα Μητροπολίτης ίσως είχε αποφευχθεί η ένταση στις σχέσεις μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος, επί της εποχής του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, η οποία τραυμάτισε συνειδήσεις και καταστάσεις, ευτυχώς όχι ανεπανόρθωτα.

Και από την άποψη αυτή, ο Παύλος ακολουθούσε την παράδοση, και αντιμετώπιζε τις εξελίξεις πάντοτε με ψυχραιμία, λογική και κυρίως γνήσιο εκκλησιολογικό φρόνημα. Γι’ αυτό και ήταν στέρεος και αξιομίμητος ο σεβασμός του για το ιερό κέντρο της Ορθοδοξίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το ολόφωτο και φωτεινό Φανάρι. Οι σχετικές θέσεις του ήταν κρυστάλλινες, ξεκάθαρες και τεκμηριωμένες στην εκκλησιαστική παράδοσης του Γένους, γι’ αυτό και αποτελούν πραγματικό πρότυπο. Στο πρόσωπό του συμπυκνωνόταν η παράδοση της Ρωμιοσύνης, από τον εκκλησιαστικό και το λαϊκό πολιτισμό, ως την ιστορική πορεία του Γένους «εν μέσω θυελλών». Γι’ αυτό και του ταιριάζει, νομίζω, ο χαρακτηρισμός του παραδειγματικού «Ελληνορθόδοξου Ιεράρχη».

Τέλος, το τέταρτο χαρακτηριστικό της παρουσίας και της δράσης του ήταν ο συνδυασμός παράδοσης και σύγχρονης ποιμαντικής, που καθιστά το έργο του επίκαιρο αλλά και παραδειγματικό. Μπορεί να στρεφόταν συχνά στο παρελθόν, αλλά πορευόταν προς το μέλλον, όπως έδειξε ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε την πανδημία της covid-19, ξεχωρίζοντας με σαφήνεια το υγειονομικό, το διοικητικό και το πνευματικό μέρος της στάσης που πρέπει να τηρηθεί από την Εκκλησία, και θέτοντας σαφή όρια σε ένα πραγματικά χαώδες τοπίο, όπως αυτό που αντιμετωπίσαμε το 2020 και κατά το μεγαλύτερο μέρος του 2021.

Και αυτό το χαρακτηριστικό διαπιστώνεται σε πολλές πτυχές της ποιμαντικής δράσης του, τα 17 χρόνια που διακόνησε ως Μητροπολίτης Δράμας. Πτυχές άγνωστες στο ευρύτερο κοινό, καθώς η κοινή γνώμη κατά κανόνα επικεντρωνόταν πάντοτε στις δημόσιες παρεμβάσεις του για μείζονα εκκλησιαστικά ή εθνικά θέματα. Κι όμως, πιστεύω ότι οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί του μέλλοντος θα αναδείξουν και αυτή την πτυχή της αρχιερατικής διακονίας του μακαριστού και πολύκλαυστου Μητροπολίτη, η οποία έχει έκδηλα αποτυπωθεί και στα πρόσωπα ή τις δράσεις των κληρικών της επαρχίας του.

Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι ο μακαριστός Μητροπολίτης Δράμας κυρός Παύλος υπήρξε μοναδικής κοινωνικής και πνευματικής επιδράσεως και ιδιαιτέρους κύρους εκκλησιαστική προσωπικότητα. Η αιφνίδια κοίμησή του απορφάνισε το ποίμνιό του, αλλά και στέρησε τον δημόσιο λόγο από τις παρεμβάσεις του, τις γεμάτες εκκλησιαστικό ήθος και εθνικό παλμό. Όλοι θα θέλαμε να τον είχαμε επί πολλές δεκαετίες ακόμη τετιμημένο μέλος της ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, όμως ο Κύριος της Ζωής και του Θανάτου αλλιώς αποφάσισε. Ας είναι δοξασμένο το όνομά Του, διότι μας χάρισε τα χρόνια αυτά τον Μητροπολίτη Παύλο ως ποιμένα και διδάσκαλο επί της γης, όπου έθεσε ένα τόσο έντονο και καλοδομημένο πρότυπο, που ελπίζουμε να αποτελέσει οδηγό και φάρο και για τον σίγουρα άξιο διάδοχο, τον οποίο η Εκκλησία θα αποστείλει στη Δράμα, εις διαδοχήν του.

Ας είναι αναπαυμένη η ψυχή του «εν σκηναίς δικαίων», και ήσυχη ότι επιτέλεσε στο ακέραιο το χρέος του. Ας είναι και η μνήμη του αιώνια ενώπιον του Δικαιοκρίτη Θεού, όπως αγέραστη και διαρκής θα είναι και στην υπ’ ουρανόν Εκκλησία, ως μαρτυρία καλών έργων, αγάπης, σθένους, και καλοκαγαθίας.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.