Από τον καθηγητή Αριστείδη Πανώτη .

Μ. Ιερομνήμονα – Ιστορικό
Η αποστολική εμβέλεια του Πατριάρχη μας, με την αλιευτική εμπειρία της, φαίνεται πως έπεισε τελικά τους κυρίαρχους της χώρας που εδρεύει η Καθέδρα του για την καθαρά θρησκευτική διακονία του. Γι’ αυτό και άνοιξαν οι κλειστές πύλες πολλών ιερών τόπων, ναών και μονών, προκειμένου να ασκήσει το καθήκον του ως Οικουμενικού ποιμένα για να μνημονευθούν οι γενεές που πέρασαν και εκείνες που πορεύονται και έρχονται να παιδαγωγηθούν χωρίς σωβινισμούς και θρησκευτικές διακρίσεις, που συνήθως πληρώνονται από τους αθώους με συμφορές. Ένας από τους ευσεβείς πόθους του Πατριάρχου μας είναι να ερευνηθεί και να αξιοποιηθεί η από αιώνες σιωπώσα αλλά πάντα «λαλέουσα πηγή» αποστολικότητος της Μικρασιατικής Εκκλησίας που αναβλύζει στην άλλοτε πρωτεύουσα πόλη της Ασίας, στον σημερινό ερειπιώνα της Εφέσου. Η πόλη αυτή ήταν η τρίτη σε μέγεθος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μετά την Ρώμη και την Αλεξάνδρεια και σταυροδρόμι των πολιτισμών στην Ανατολή επάνω από 2.500 χρόνια και η αρχαιολογική έρευνα του χώρου της ήταν επιβεβλημένη γιατί μόνον η αποκάλυψη της παραχωμένης ζωής της θα πλούτιζε την εκκλησιαστική σημασία της και την πολιτιστική προσφορά της στην ανθρωπότητα.
Μετά την καταστροφή των Ιεροσολύμων και μέχρι την αρχή της δεύτερης εκατονταετίας, επί Τραϊανού (72-105), η Έφεσος είναι επί τρεις δεκαετίες – με μικρά διαλείμματα – το κέντρο δράσεως του Ευαγγελιστή Ιωάννη στην Μικρά Ασία, η δε ταφή και Μετάστασή του την ανέδειξε στους επόμενους αιώνες πηγή της «Ιωάννειας αποστολικής παραδόσεως».
Την πληροφορία για τη παρουσία στην Έφεσο του Αποστόλου την επιβεβαίωσε ο διάδοχός του Εφέσου Πολυκράτης (193-202), όταν γράφει προς τον Ρώμης Βίκτωρα (189-199) στα τέλη του 2ου αιώνα ότι «εν Εφέσω κεκοίμηνται» προσωπικότητες της Εκκλησίας, κάτι που σημαίνει και ασφαλή γνώση του τόπου ταφής τους. Επί του τόπου της αναπαύσεως του Αποστόλου ανεγέρθηκε απ’ αρχής «μνημοθέσιο» (in memoria) για να τιμηθεί ο Απόστολος το οποίο, όπως διαπιστώθηκε κατά τις ανασκαφές, είχε διάφορες εξελίξεις. Το πρώτο που κάλυψε τον τάφο του Αποστόλου ήταν ένα «κιβώριο», όπως συνηθιζόταν στην Ανατολή για εξαίρετα πρόσωπα. Η ιερότητα που προσέλαβε ο τόπος ταφής του μακροβιώτερου Αποστόλου από τα πλήθη των προσερχόμενων προσκυνητών συνετέλεσε στο να μεγεθυνθεί περί το 196-8 το αρχικό μνημείο με μορφή «Μαρτυρίου». Στα πλευρά του κτίσματος αυτού επί Θεοδοσίου, περί το 400, εξ ανάγκης προστασίας των μυριάδων που τον επεσκέπτοντο, προέκυψε η ανάγκη να επεκταθεί σταυροειδώς με τέσσερα κλίτη βασιλικών. Την ίδια εποχή η μεγάλη βασιλική της Ρωμαϊκής Αγοράς «του τότε λιμένα» της πολυάνθρωπης Εφέσου μετεσκευάστηκε σε δύο συνεχόμενες τρίκλιτες βασιλικές με νάρθηκα, αίθριο και βαπτιστήριο για την επικρατούσα πλέον χριστιανική λατρεία σε όλη την Ιωνία. Αυτό απέδειξαν οι αυστριακές αρχαιολογικές έρευνες από το 1932 μέχρι το 1951 των J. Keil και H. Hormann. Στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου κατά μίμηση της Παλαιάς Ρώμης ιδρύθηκε και «Αποστολείο» στη Νέα Ρώμη και μεταφέρθηκαν σ’ αυτό από την Ελλάδα οι θήκες των λειψάνων των Αποστόλων Ανδρέα και Λουκά και από την Έφεσο μόνον του Αποστόλου Τιμοθέου. Αυτό δείχνει ότι ήδη τότε ήταν κενό το «μνημοθέσιον» του Αποστόλου Ιωάννη στην Έφεσο.
Στη βασιλική αυτή συγκλήθηκε η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος το 431 κατά του Νεστοριανισμού και οι Πατέρες συγκεντρώθηκαν εκεί για να επιλύσουν την διαφωνία περί της ενότητος του Λόγου του Θεού με την ανθρώπινη υπόσταση που προσελήφθη εκ της Αγίας Παρθένου Μαρίας και τόνισαν την αξία της μητρότητος στην κατά σάρκα γέννηση του Ιησού Χριστού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αλεξανδρείας Κυρίλλου τότε οι συνοδικοί Πατέρες: «ανήλθαν και προσκύνησαν» εκεί τον τάφο του Αποστόλου Ιωάννου. Λόγω των θεσπισμάτων της συνελθούσης εκεί Συνόδου περί της Θεοτόκου Μαρίας οι βασιλικές αυτές «του λιμένα» θεωρήθηκαν ότι αφιερώθηκαν στη τιμή «της Θεοτόκου». Μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα εμφανίστηκε η άποψη ότι τάφηκε στην Έφεσο η Παναγία, που κατά αρχαιότατη παράδοση «εκοιμήθη» στη Γεσθημανή. Όταν η Ρώμη δεν απέκτησε δικαίωμα όπως οι ορθόδοξοι και οι Γρηγοριανοί Αρμένιοι να λειτουργούν στο Θεομητορικό προσκύνημα της Γεθσημανής τότε με «όραμα» της Γερμανίδας μοναχής Άννας Αικατερίνης Έμεριχ, ανευρέθηκε στην Έφεσο ένα βυζαντινό κτίσμα που το ονόμασαν «Τάφο της Παναγίας» για το Ρωμαιοκαθολικό πλήρωμα.
Στα μέσα του 5ου αιώνα το πρώτο Αποστολείο του Ιωάννη ήταν σαθρωμένο από τους σεισμούς και επί Ιουστινιανού ανεγέρθηκε η μεγάλη και περικαλλής λατινικού σταυρού σταυρόσχημη πεντάτρουλλη βασιλική μήκους 125 μέτρων η οποία ολοκληρώθηκε το 565 και περιγράφεται από τον ιστορικό Προκόπιο (Migne P.G. τ.150. στ. 162-165). Όμως η μεγάλη σημασία της Έφεσου για την Εκκλησία είναι ότι μέσα από την διαδοχή των επισκόπων της διατηρείτο ζώσα η Αποστολική Παράδοση αυτού του μητροπολιτικού κέντρου της Ασίας που επιστατούσε τις Μικρασιατικές Εκκλησίες, στις οποίες ο «ηγαπημένος» Μαθητής του Ιησού εμπιστεύθηκε το Δ’ Ευαγγέλιό του και απέστειλε τις τρεις γνωστές Καθολικές επιστολές του, καθώς και προς αυτές από την Πάτμο την Αποκάλυψή του. Μάλιστα πάπυρος με στίχο του Ευαγγελίου αυτού βρέθηκε σε ανασκαφές στην Αίγυπτο χρονολογημένο ασφαλώς το 115 που δείχνει την αρχαιότητα αυτού του Δ’ Ευαγγελίου.
Τα συντελεσθέντα στην πόλη αυτή είναι ισάξια με εκείνα που έπραξαν οι Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι από την Παλαιά Ρώμη, γιατί το κύρος της Ιωάννειας παραδόσεως εκπέμπεται μεν από την Έφεσο, αλλά συγχωνεύθηκε μετά την κληρονομία του Πρωτοκλήτου στην Καθέδρα της Νέας Ρώμης από τις Οικουμενικές Συνόδους, κάτι που υποδεικνύει στο διηνεκές την ιδιάζουσα Αποστολική Ευθύνη της Εκκλησίας Κων/πόλεως για την κανονική πορεία της δικαιοδοσίας της.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.