Η Εκκλησία του Χριστού είναι θεμελιωμένη επάνω στην ομολογία των Αγίων της και ποτισμένη με το αίμα των εκατομμυρίων Μαρτύρων, οι οποίοι δεν υπέκυψαν στις αντίθεες δυνάμεις του κόσμου, αλλά προσέφεραν τη ζωή τους για τη σώζουσα αλήθεια της Ορθοδόξου Πίστεως.

Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγονται και Μάρτυρες που δεν θανατώθηκαν από ειδωλολάτρες, αλλά από χέρια αιρετικών, οι οποίοι έφεραν το όνομα του Χριστού.

Σε αυτήν τη χορεία ανήκει και ο Άγιος Ιερομάρτυς Ισίδωρος ο Εσθονός με τους εβδομήντα δύο συναθλήσαντες Μάρτυρες, θύματα της φονικής μανίας των παπικών ουνιτών.

Ο Άγιος Ισίδωρος έζησε τον 15ο αιώνα και καταγόταν από την Εσθονία. Ήταν ευλαβής Ορθόδοξος πρεσβύτερος της ενορίας Γιούργεφ της Λιβονίας (στη σημερινή περιοχή Λετονίας–Εσθονίας) και βαθύτατα προσηλωμένος στη μόνη σώζουσα Ορθόδοξη Πίστη.

Η διακονία του, όμως, συνέπεσε με ιδιαίτερα χαλεπούς καιρούς, όταν οι παπικοί ουνίτες εξαπέλυαν σκληρούς διωγμούς εναντίον των Ορθοδόξων, οι οποίοι αρνούνταν να υποταχθούν στον Παπισμό.

Πέρα από τη βία, τα βασανιστήρια και τις θανατώσεις, ο Παπισμός χρησιμοποίησε και τη δολιότητα της λεγόμενης Ουνίας, η οποία θεσμοθετήθηκε με τη «Σύνοδο» του Λατερανού (1215) και τη Βούλα του «Πάπα» Ιννοκεντίου Δ΄ (1195-1254).

Αδυνατώντας να υποτάξει ευθέως την Ορθόδοξη Ανατολή, επινόησε την παραπλάνηση: παπικοί «κληρικοί» ενδύονταν το ορθόδοξο σχήμα, ανήγειραν ναούς βυζαντινού ρυθμού, τελούσαν ακολουθίες με ορθόδοξο τυπικό, διατηρώντας όμως ακέραιες τις παπικές κακοδοξίες.

Στόχος ήταν ο προσηλυτισμός των πιστών, οι οποίοι δυσκολεύονταν να διακρίνουν την αίρεση πίσω από το εξωτερικό ορθόδοξο περίβλημα.

Η Ουνία, άλλωστε, θεωρήθηκε από τους παπικούς –ιδίως μετά την ψευδοσύνοδο Φεράρας–Φλωρεντίας (1438–1439)– ως ο προσφορότερος τρόπος «ενώσεως» της Ορθοδοξίας με τον Παπισμό.

Ιδιαίτερα έντονη υπήρξε η δράση των ουνιτών στην Ανατολική Ευρώπη.

Οι εκεί Ορθόδοξες Εκκλησίες, απομακρυσμένες από τα μεγάλα κέντρα της Ορθοδοξίας και υπό την πίεση παπικών ηγεμόνων, δέχονταν αφόρητους εξαναγκασμούς για να υποταχθούν στην παπική εξουσία.

Στη Λιβονία δρούσε το διαβόητο παπικό τάγμα των «Αδελφών του Ξίφους», το οποίο ιδρύθηκε το 1200 μ. Χ. από τον παπικό «επίσκοπο» Άλμπρεχτ Α΄, ιδρυτή της Ρίγας, έναν ανελέητο και απάνθρωπο Γερμανό σταυροφόρο τυχοδιώκτη.

Επρόκειτο για αδίστακτο σταυροφορικό σώμα, το οποίο, με την ευλογία του «Πάπα» Ιννοκεντίου Γ΄ (1198-1216) το 1204, αποτέλεσε όργανο γερμανικής αποικιοκρατίας και βίαιης επιβολής της παπικής πίστεως στη Βαλτική.

Το τάγμα αυτό, αποτελούμενο από ιερείς-πολεμιστές, διέπραξε φρικτά εγκλήματα στο όνομα του Χριστού, παραχαράσσοντας πλήρως το ευαγγελικό μήνυμα της θυσιαστικής αγάπης και αθέτησης της προτροπής του Κυρίου: «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν» (Μαρκ.8,34).

Αφού εξόντωσαν με σφαγές τους τελευταίους ειδωλολάτρες της περιοχής, (Λιβονίους, Λατγαλίους και Σελονίους, κλπ), στράφηκαν κατόπιν εναντίον των Ορθοδόξων, τους οποίους χαρακτήριζαν «αιρετικούς» και «σχισματικούς».

Με ωμότητες και τρομοκρατία επιδίωκαν να τους εξαναγκάσουν να αλλαξοπιστήσουν, να ασπασθούν τον Παπισμό, χρησιμοποιώντας ως μέσο «ιεραποστολής» το ξίφος.

Τα γεγονότα αυτά εκτυλίχθηκαν σε εποχή κατά την οποία οι Ορθόδοξοι είχαν ήδη αποκηρύξει τη «Σύνοδο» Φεράρας–Φλωρεντίας (1438-1439), γεγονός που προκάλεσε την οργή των παπικών.

Μπροστά στη δεινή αυτή κατάσταση, ο Μέγας Πρίγκιπας της Μόσχας Ιβάν Γ΄ (1462-1505), επιχείρησε να συνάψει συνθήκη ειρηνικής συνύπαρξης με τους Τεύτονες Ιππότες της Λιβονίας, οι οποίοι ηγούνταν του «Τάγματος των Αδελφών του Ξίφους».

Η συνθήκη όμως παραβιάστηκε, και οι διωγμοί συνεχίστηκαν με αμείωτη αγριότητα.

Στην Εσθονία σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός εξαναγκάστηκε να υποταχθεί στον Παπισμό.

Μόνον μία μικρή Ορθόδοξη κοινότητα στην πόλη Γιούργεφ, αποτελούμενη από εβδομήντα δύο πιστούς με επικεφαλής τον πρεσβύτερο Ισίδωρο, παρέμενε ακλόνητη στην πίστη της.

Ο Άγιος ενίσχυε πνευματικά το ποίμνιό του και τους προέτρεπε να μη λυγίσουν, ακόμη και μπροστά στο ενδεχόμενο του μαρτυρίου.

Η στάση αυτή εξόργισε τους διώκτες, οι οποίοι συνέλαβαν τον Άγιο, τον φυλάκισαν και τον καταδίκασαν, με την παρουσία του παπικού «επισκόπου» Ανδρέα.

Παρά ταύτα του δόθηκε προσωρινή ελευθερία με σκοπό να μεταστραφεί, αλλά εκείνος, αντί να υποχωρήσει, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τους πιστούς.

Αποφάσισαν λοιπόν να απαλλαγούν από αυτόν και τους ανυπόταχτους ενορίτες του κατά την Εορτή των Θεοφανίων του έτους 1472.

Κατά την μεγάλη Δεσποτική Εορτή ο Άγιος τέλεσε τη Θεία Λειτουργία και κοινώνησε τους ενορίτες του, προαισθανόμενος το επικείμενο τέλος.

Μετά τη Λειτουργία μετέβησαν στον ποταμό Ομόβζχα (σημερινό Εμαζόγκι) για τον Αγιασμό των Υδάτων.

Τη στιγμή που ο Τίμιος Σταυρός καταδυόταν στα παγωμένα νερά, οι «Αδελφοί του Ξίφους» όρμησαν, συνέλαβαν τον Ιερομάρτυρα και τους πιστούς, τους κακοποίησαν ανελέητα και τους οδήγησαν στη φυλακή.

Επί δύο ημέρες υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια. Παρά ταύτα, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, παρέμειναν αμετακίνητοι στην Ορθόδοξη Πίστη, υμνώντας και δοξολογώντας τον Θεό.

Τότε οι διώκτες αποφάσισαν να τους θανατώσουν με τον πλέον απάνθρωπο τρόπο: τους έπνιξαν έναν προς έναν στον παγωμένο ποταμό, στο ίδιο άνοιγμα του πάγου όπου είχε αγιαστεί το ύδωρ!

Ήταν 8 Ιανουαρίου 1472.

Την άνοιξη του ιδίου έτους, όταν έλιωσαν οι πάγοι, βρέθηκαν τα τίμια λείψανα και των εβδομήντα τριών Μαρτύρων άφθορα και ευωδιάζοντα, με τον Άγιο Ισίδωρο ενδεδυμένο ακόμη τα άθικτα άμφιά του.

Οι πιστοί τα ενταφίασαν ευλαβώς κοντά στον ναό του Αγίου Νικολάου και άρχισαν αμέσως να τους τιμούν ως Αγίους.

Η επίσημη αγιοκατάταξή τους πραγματοποιήθηκε το 1891 και η μνήμη τους ορίστηκε να εορτάζεται στις 8 Ιανουαρίου, κατά την ημέρα του μαρτυρίου τους.

Προς τιμήν τους ανεγέρθηκε ναός στην Αγία Πετρούπολη, θεμελιωμένος από τον Άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης και εγκαινιασμένος το 1903.

Η τιμή προς τους Αγίους αυτούς δεν αποσκοπεί στην αναμόχλευση παθών, αλλά στην ανάδειξη της αλήθειας ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι Μία, Αγία και αυτή είναι η Ορθόδοξη, διότι, μόνον αυτή παραμένει απόλυτα πιστή στην αρχέγονη βιβλική, συνοδική και αγιοπατερική παράδοση, χωρίς καμιά προσθαφαίρεση.

Η αφθαρσία και η θαυματουργία των Ιερών Λειψάνων τους μαρτυρούν την παρουσία της Θείας Χάριτος στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την απουσία της στους ετεροδόξους αιρετικούς και πως μόνον σ’ αυτή αναδεικνύονται Άγιοι.

Είθε να έχουμε τις πρεσβείες τους στον θρόνο της δόξας του Θεού.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.