«…Ὅσοι λοιπόν προσεγγίζουμε τήν Παναγία μας, νά Τήν πλησιάζουμε μέ φλόγα πίστης, μέ δύναμη ἐλπίδας, μέ ταπείνωση συναίσθησης, μέ ἀναδοχή τῶν δικῶν μας εὐθυνῶν.
»Διότι κι ἐγώ κι ἐσεῖς καί ὅλοι μας ἔχουμε μερίδιο εὐθύνης μέσα στόν κόσμο τῶν μικρῶν καί μεγάλων ἐγωισμῶν, τῶν μικρῶν καί μεγάλων ἀδικιῶν, τῶν μικρῶν καί μεγάλων κακιῶν καί ἁμαρτημάτων.
»Ναί! Δίχως συναίσθηση εὐθύνης καί ταπείνωση μετάνοιας καί ἐξομολόγηση ψυχῆς, ξαναγυρνᾶμε στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή ἤ μᾶλλον φτιάχνουμε τήν οὐτοπική αὐτοκόλαση τῆς δίχως τόν Χριστό ἐποχῆς, ξαναγυρνᾶμε στήν αὐτοδικαίωση, στήν αὐτοαναφορικότητα, στόν αὐτοδοξασμό, στήν αὐτοθέωση. Μέ τέτοιο ἕωλο φρόνημα ξεφεύγουμε τροπικά ἀπό τήν κατάσταση δεκτικότητος τῆς ζωοποιοῦ θείας χάριτος καί δέν μποροῦμε νά ἀναζητήσουμε τήν Θεοτόκο τῶν Χριστουγέννων καί τήν Θεοτόκο τῆς Σταυρώσεως, γιά νά γευθοῦμε τό Πάσχα τῆς ἀπολυτρώσεως…».
Μέ αὐτές τίς παρατηρήσεις καί ὑπομνήσεις κατέληξα χθές, ἀπευθυνόμενος στήν τοπική ἑορταστική λειτουργική σύναξη, στήν πρώτη κατ᾽ ἔτος ἐπίσημη τοπική ἐπέτειο τῆς Παναγίας μας τῆς Γουμένισσας.
Καί, τρόπον τινά, τά ἐπανέλαβα τήν ἴδια ἡμέρα τό ἑσπέρας, στόν Ἑσπερινό τῆς συγχωρήσεως, ἐν μέσῳ τῶν Ἐφημερίων καί τῶν Ἱερομονάχων καί Διακόνων, καθώς καί ἀντιπροσωπευτικά πολλῶν συνελθόντων ἐκ τοῦ πληρώματος τῆς Μητροπόλεώς μας.
***
Κάθε χρόνο, τήν πρώτη Κυριακή τοῦ Μαρτίου (ἀκριβέστερα, ἔδει τήν πρώτη Κυριακή μετά τήν 3η Μαρτίου), τιμᾶται ἕνα ἐμβληματικό γεγονός, ἐδῶ καί 50 ὁλόκληρα χρόνια! Μέ τήν καθιερωμένη συμμετοχή ἀγήματος τῆς ΕΛ.ΑΣ., πού ἔχει καθιερωθεῖ πλέον νά πρωτοστατεῖ στήν ἀπόδοση εὐλαβικῶν τιμῶν καί δεήσεων πρός τήν Παναγία μας, εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἀποφασιστικῆς δράσεως τῆς τότε Χωροφυλακῆς στήν ἀνεύρεση τῆς κλαπείσης ἱερᾶς εἰκόνος.
Στίς 3/3/1975 τό πρωί διαπιστώθηκε ἀπό τόν τότε ἐφημέριο τῆς Μονῆς-Προσκυνήματος ἡ κλοπή τῆς εἰκὀνος ἀπό ἄγνωστους ἱερόσυλους πού ἀπέσπασαν τό θαυματόβρυτο ἐμβληματικό σέβασμα καί βύθισαν σέ καθολικό πένθος ὅλη τήν ἀκμαία τότε Κωμόπολη καί τήν ἐπαρχία.
Ἡ εἰκόνα βρέθηκε τήν Παρασκευή 7/3 στήν περιοχή Πολυκάστρου, μετά ἀπό ἐπίμονες ἔρευνες τῆς Χωροφυλακῆς, καί μέ παλλαϊκή λιτανευτική ὑποδοχή ἐπανενθρονίστηκε στίς 9/3 ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Πολυανῆς καί Κιλκισίου Ἀμβρόσιο Στάμενα (πληροφορίες καί βιβλιογραφία σέ πρόσφαστο σχετικό ἄρθρο τοῦ Γουμενισσιώτη τ. σχολικοῦ συμβούλου-ἱστοριοδίφη-συγγραφέα κ. Χρήστου Ἴντου).
Εὐλόγως προτιμήσαμε νά ἑστιάσουμε στόν καθιερωμένο ἑορτασμό καί τήν λιτανευτική ἱκεσία πρός τήν Παναγία μας, καθώς τό ὅλο κοινωνικό κλίμα ἦταν ἐπηρεασμένο ἀπό τίς καθολικές καί παλλαϊκές διαμαρτυρίες γιά τίς ἐξελίξεις περί τήν φοβερή τραγωδία τῶν Τεμπῶν. Δέν θά ταίριαζαν πανηγυρισμοί μέ τήν διαμαρτυρόμενη καταπικραμένη ψυχολογία τοῦ λαοῦ.
Μάλιστα, ἡ σιγανή ἀλλά ἐπίμονη βροχόπτωση ―τρόπον τινά― ὡσάν νά συμπλήρωνε τό προσχεσινό σκηνικό, “ἀποκλαίοντας” καί τούτη τήν ἐθνική συμφορά, ἄλλη μιά συμφορά πρός τίς τόσες ἄλλες (δημογραφική συρρίκνωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, “παλαβοί νόμοι” πού ἔλεγε ὁ ἅγιος Παΐσιος, πνευματική ἀπαιδευσία τοῦ λαοῦ σέ ὅλες τίς βαθμίδες, ἐκποίηση τῆς ἐθνικῆς ἰδιοκτησίας μέ τά ἀναγκαστικά μνημόνια κ.π.ἄ.).
Ἡ βροχή δέν ἐπέτρεψε τήν συνηθισμένη μεγάλη λιτανευτική πορεία. Δώσαμε ὅλο τό βάρος τοῦ ἑορτασμοῦ στό Κυριακάτικο λατρευτικό γεγονός, στήν εὐχαριστιακή ἀναγωγή τῶν καρδιῶν μας στήν Παναγία, στόν ἐπίκαιρο κατηχητικό μας λόγο, στή λειτουργική σύναξη τοῦ λαοῦ, πολλῶν ἐφημερίων, τῶν τοπικῶν Ἀρχῶν καί βεβαίως τῆς καθιερωμένης πλέον συμμετοχῆς ἀγήματος τῆς Ἑλληνικῆς Ἀστυνομίας.
Στό λειτουργικό ἑορτασμό τῆς ἱερῆς ἐπετείου συμμετεῖχαν ἀρκετοί κληρικοί μας καί πολλοί προσκυνητές, ἀπό δέ τίς Ἀρχές ὁ Κιλκισιώτης Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Γεώργιος Γεωργαντᾶς, ὁ Δήμαρχος Παιονίας κ. Κωνσταντίνος Σιωνίδης ἐπικεφαλῆς πολυάριθμης συνοδείας Ἀντιδημάρχων καί Δημοτικῶν καί Κοινοτικῶν στελεχῶν, ὁ Συνταγμάρχης-Διοικητής τῆς 33ης Μ/Κ Ταξιαρχίας κ. Μενέλαος Νικολαΐδης, ὁ νέος Ἀστυνομικός Διευθυντής Κιλκίς κ. Δημήτριος Ντέντας, ὁ Διοικητής τῶν Πυροσβεστικῶν Ὑπηρεσιῶν Κιλκίς Πύραρχος κ. Χρῆστος Γκαντίδης.
***
Τό ἀπόγευμα, στόν Ἑσπερινό τῆς συγχωρήσεως, κατακλύσθηκε κυριολεκτικά ὁ ναός τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας ἀπό προσελθόντες πιστούς καί ἀπό τούς συνεργούς τῆς μητροπολιτικῆς μας διακονίας εὐλαβεστάστους Κληρικούς.
Ἐκομίσαμε εἰς εὐλογίαν λειψανοθήκη μέ ἀποτμήματα δύο ἱερῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου Νικολάου τοῦ Πλανᾶ καί τοῦ ἁγίου νεοϊερομάρτυρος Ἐφραίμ τοῦ νεοφανοῦς (τοῦ Ὄρους τῶν Ἀμώμων, στή σημερινή Νέα Μάκρη) καί ἀναφερθήκαμε σέ δύο θαυμαστά περιστατικά.
Ὅταν μᾶς ἐπιδόθηκαν πανευώδη ὀστά τοῦ ταπεινοῦ καί θεόφρονος, θεολατρευτικοῦ καί ἐλεήμονος, χαριτωμένου καί θεοπτικοῦ, ἁπλουστάτου ἁγίου Νικολάου τοῦ Πλανᾶ, τά ἐθέσαμε προσωρινά στό ἐνοικιασθέν διαμέρισμα στό Βύρωνα, κεκρυμμένα σέ μιά ὑπερυψωμένη θέση στήν προθήκη βιβλίων, μέ ἁπλότητα λογισμῶν, προστατεύοντάς τα.
Ἐπανακάμπτοντας στή Γουμένισσα, μέ περίμενε μία μεγάλη ἔκπληξη. Ἡ θεοφορούμενη, ἁπλουστάτη καί θεοδίδακτη Μαρία Τσολάκη (+2024), μολονότι ἀγνοοῦσε παντελῶς τόσο τήν ἀποδοχή ἐκείνων τῶν ἱερῶν λειψανικῶν ἀποτμημάτων, ὅσο καί τήν ἀμέλεια τιμῆς στήν ἱερότητά τους, μοῦ εἶπε: «Εἶμαι φοβισμένη, Γέροντα, ἀπ᾽ αὐτό πού εἶδα. Σάν νά βρισκόμουν στήν Ἀθήνα καί ἀντίκρισα ἅγια λείψανα δύο μεγάλων Ἁγίων πίσω ἀπό κάτι βιβλία στή βιβλιοθήκη.
Μέσα σέ φῶς τό Περιστέρι σκέπαζε, ἀγκάλιαζε τά ἅγια λείψανα λέγοντας· “Πῶς τόλμησες καί ἄφησες τά ἱερά λείψανα χωρίς καντήλι ἀναμμένο, χωρίς θυμίαμα;
Ἡ ἁμαρτία σου εἶναι μεγάλη. Νά πᾶς στήν Ἀθήνα νά τά παραλάβεις καί νά τά φέρεις στό Παρεκκλήσιο τοῦ Ἐπισκοπείου (τοῦ Κυρίου Παντοκράτορος)”».
Τήν ἄλλη μέρα κατέβηκα στήν Ἀθήνα, τά παρέλαβα καί ἐπανέκαμψα. Ἀναπολοῦσα ὅσα εἶχα ἀκούσει ἐπανειλημμένα γιά τίς εὑρέσεις τῶν ἁγίων Νεοφανῶν Μαρτύρων στίς Καρυές τῆς Λέσβου. Σκεφτόμουν ἐκστατικός πῶς καί τότε ἡ μακαρία δούλη τοῦ Θεοῦ ἔβλεπε τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡσεί περιστερά στήν ἀπέριττη ἀκόμη λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ, στό πρῶτο-πρῶτο ἐκκλησάκι μέ τό ὁποῖο ξεκίνησε ἐκεῖνο τό ἁγιασμένο ἱστορικό. Ἦταν δι᾽ ἐμέ ἕνα ἐμπειρικό διδασκαλεῖο εὐλαβικῆς κοινωνίας μέ τούς θεοφορουμένους καί θεοτελειουμένους Ἁγίους.
Κάτι ἀνάλογο ὡς ἁπλή, μά καί συγκλονιστική διδαχή συνέβη μέ τό ἱερό ἀπότμημα λειψάνου τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ. Ἡ μακαριστή γερόντισσα Μακαρία ἔκανε προσευχή νά τῆς ἀποκαλυφθεῖ ἄν ἔπρεπε νά τό παραχωρήσει καί μόνον τότε τό ἐπέδωσε, μετά ἀπό μέρες.
Τά ἀνέφερα αὐτά στό σύντομο κήρυγμά μου, γιά νά προκαλέσω ἀνάλογο δέος καί εὐλαβική διάθεση στό ἐκκλησίασμα, προπαντός εὐλαβική προσοχή στούς Ἱερεῖς μας, κατά τήν προσέλευσή τους στό τέλος στήν προσκύνηση τῆς Παναγίας μας καί τῶν σεπτῶν ἱερῶν λειψάνων, γιά τήν λήψη τῆς συγχωρητικῆς μας εὐλογίας καί τήν ἀλληλοσυγχώρηση. Ἄλλωστε, σέ μιά ἐποχή προϊούσης ἀλλοτρίωσης, ὅλοι ἔχουμε χρεία ἀνατροφοδοσίας τῆς θεόδεκτης εὐλάβειας, τῆς θεόδεκτης κατάνυξης, τῆς θεόδεκτης συντριβῆς καί ὁλοκάρδιας ἀναφορᾶς στό γεγονός καί μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ¨ως σώματος Χριστοῦ και ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Στό τέλος τῆς ἱερῆς Ἀκολουθίας, πρίν τήν ἀπόλυση, μέ ἐντολή καί εὐλογία μας μίλησε ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης ἀρχιμ. Βησσαρίων Βάσσου ἀναλύοντας σύντομα τό “σύνθημα” τῆς κατεξοχήν περιόδου τῆς μετανοίας, τήν ἀνάνηψη καί ἀναγωγή πρός τόν Χριστό μας, ὥστε νά ὑποδεχθοῦμε τό ἔλεος τοῦ Κυρίου καί νά μᾶς φωτίσει ὁ Κύριος εἰς μετάνοιαν.
Ὁ ἑόρτιος λόγος μας γιά τήν 50ετία ἐπανευρέσεως τῆς ἱερῆς καί θαυματόβρυτης
(συμβολική 50ετία ἐσχατολογικῆς ἀναφορᾶς ὑπέρ τήν συμβατική θρησκευτικότητα)
† Ὁ Γουμενίσσης, Γεφύρας, Ἀξιουπόλεως καί Πολυκάστρου Δημήτριος




































