Του Δρ. Γεώργιου Τσικαλάκη- ΕΔΙΠ Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου.

Χωρίς να έχω την τύχη να είμαι ειδικός στο Κανονικό Δίκαιο και ειδικά στο ζήτημα των αυτοκεφάλων, αλλά με την ιδιότητα του ιστορικού σε ζητήματα ιστορίας εκκλησιαστικών και πολιτικών κρίσεων (εξάλλου αυτά συνοδεύουν το ένα το άλλο) παρακολουθώ εδώ και χρόνια την εκκλησιαστική και πολιτική κατάσταση στην Ουκρανία. Συζητώ με ουκρανούς για το ζήτημα. Οι περισσότεροι είναι άνθρωποι χωρίς κάποια ιδιαίτερη θεολογική κατάρτιση και δεν έχουν εμβαθύνει στο ζήτημα, όλοι όμως από αγάπη για την πατρίδα τους επιθυμούν τη λύση σε ένα χρόνιο πρόβλημα.

Σε μια χώρα που πατάει πάνω στη Ρωσική παράδοση εξ ανατολών και στο Ευρωπαϊκό ορθολογισμό από τη Δύση, η αναζήτηση ιδεολογίας ακουμπά και τα θρησκευτικά ζητήματα κι όσο κι αν εμείς προσπαθούμε να οραματιστούμε την εκκλησία ως πνευματικό φάρο, που είναι όντος, άλλο τόσο πρέπει να προσπαθήσουμε να δούμε την εκκλησία ως κοινωνικό αλλά και πολιτικό θεσμό. Βέβαιον όμως είναι ότι η Ουκρανία αναπτύσσει μια αυτόνομη πολιτιστική ταυτότητα την οποία δεν είναι διατεθειμένη να υποτάξει στην Ρωσική επεκτατικότητα, είτε αυτή είναι πνευματική, είτε πολιτιστική, είτε πολιτική είτε δε μάλλον στρατιωτική.

Στο πνεύμα αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο με πρωτοβουλία του Παναγιώτατου Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, αναγνωρίζοντας τις αγωνίες του παρόντος και προοιωνιζόμενος τις ανάγκες του μέλλοντος, με την ρομφαία της πίστης και της λογικής έλυσε το Γόρδιο δεσμό ενός προβλήματος.

Επειδή όμως πολλά έχουν λεχθεί για το ζήτημα και κατά το πλείστον θεολογικές αναλύσεις, ταπεινά διαπίστωσα ότι η αντιπαράθεση που πολλοί προσπαθούν με κάθε τρόπο, λογικό, διαλογικό, παράλογο ή και δόλιο πολλές φορές (βλέπε την τελευταία πρωτοβουλία της εκκλησίας της Ρωσίας στην Αφρική), με μεθόδους που δεν υπηρετούν ούτε καν τον κόσμο τούτο αλλά τον υπόσκοσμο, εγώ θα σταθώ στην ευλογία αυτής της δράσης, που δεν είναι άλλη από την πλούσια θεολογική, κανονική και ιστορική πρόοδο που προέκυψε μέσα από την αντιπαράθεση.

Θεολογικά έγινε προσπάθεια να επιλυθεί μια μη κανονική κατάσταση. Θα πει κάποιος… ναι αλλά προέκυψε μια άλλη μη κανονική κατάσταση. Αυτό όντως έγινε, γιατί η δράση φέρνει αντίδραση, όμως και ο Κύριος μας Ιησούς δεν ήταν «σημείον αντιλεγόμενο»; Άλλοι Τον δέχονται και άλλοι Τον αρνούνται. Άλλοι τάσσονται υπό την σημαία Του, πιστοί στρατιώτες της βασιλείας Του, και άλλοι πολεμούν τα ιδανικά πού Εκείνος έγραψε με το Αίμα της θυσίας Του. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο λειτουργεί με βάση αυτό το ιδανικό της θυσίας, του ποιμένα που «ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ πορεύεται ἐπὶ τὸ ἀπολωλὸς ἕως οὗ εὕρῃ αὐτό» (Λκ ιε,3) γνωρίζοντας ότι υπάρχει το αντίστοιχο του Άσωτου υιού, νεώτερος αὐτῶν (που λέγει) τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας (Λκ ιε’, 12), όμως η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία θα αναμένει να πει όταν επιστρέψει τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· (Λκ ιε’, 31). Γιατί τι είχε δικό της η Εκκλησία της Μόσχας; Έρχεται όμως και ζητά το «επιβάλλον μέρος» και η Μητέρα Εκκλησία το δίδει χωρίς να ρωτά. Έτσι η μια ευλογία συναντά άλλη μια που δεν είναι άλλη από τη θυσιαστική μαρτυρία του Φαναρίου για τον κόσμο. Η έμπρακτη αγωνία για το «απολωλός πρόβατο» ακόμα κι αυτό το εμφανίζει της Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία ως «σημείον αντιλεγόμενον!

Η δεύτερη ευλογία είναι στο επιστημονικό επίπεδο. Η ανάγκη επιστημονικής επιβεβαίωσης της ορθής ιστορικοκανονικής πράξης αλλά και το καθήκον να απαντηθούν οι αιτιάσεις, οι δισταγμοί και οι διαφωνίες κάποιων οδήγησε, καθηγητές πανεπιστημίων, ερευνητές και σειρά επιστημόνων να ψάξουν, να αναζητήσουν πηγές, να μεταγράψουν, να μεταφράσουν ή και να ερμηνεύσουν, πολλά κείμενα και αρχειακό υλικό που κάποιο από αυτό να ήταν απλά «αποκείμενο». Αυτό όμως δεν είναι ιστορικό παράδοξο. Συμβαίνει πάντα σε στιγμές θεολογικών διαφωνιών. Τα μεγαλύτερα έργα των πατέρων της εκκλησίας συγγράφηκαν την περίοδο που εμφανίζονται αιρέσεις ή διαφορές ή διαφωνίες. Εξάλλου, ο θεολογικός διάλογος δεν είναι αποτέλεσμα απλά μιας ανάγκης για ανάδειξη της φιλοσοφικής σκέψης. Είναι μια πραγματική ανάγκη να διερμηνευτούν τα σημεία των καιρών. Να ξαναζυμώσουμε το «φύραμα» που θα προσφέρει την απαιτούμενη θεραπεία και θα μεγαλώσει το σώμα της εκκλησίας. Εδώ είναι η ουσία και της θεολογικής επιστήμης, που πέρα από την θεωρία διακονεί εν τοις πράγμασι την καθημερινότητα του ίδιου του σώματος της εκκλησίας. Το «ουκρανικό ζήτημα, όπως το αποκαλούμε πολλές φορές, φέρει την επιστήμη στην ανάγκη να διερμηνεύει αυτές τις πολιτιστικές, ιστορικές και κανονικές ανάγκες του καιρού μας. Αναγεννά το θεολογικό διάλογο, επικαιροποιόντας το διαχρονικό αίτημα επίλυσης των προβλημάτων εντός της εκκλησίας. Ο θεσμός της εκκλησίας δεν είναι στατικός, γιατί διαφορετικά δε θα ζητούσαμε στην καθημερινή πράξη προσευχής και λατρείας την παρουσία του Αγίου Πνεύματος να συγκροτεί όλο το θεσμό της Εκκλησίας. Είναι η καθημερινότητα που πολλές φορές φέρει ασθένειες και απαιτεί τον κατάλληλο ιατρό να τις θερεπεύσει. Εν προκειμένω την επιστήμης της θεολογίας. Άρα πέρα από τη θλίψη που προκαλεί η ένταση και ο εγωισμός κάποιων να μη θέλουν να μοιραστούν το κοινό ποτήριο άρα τον ίδιο τον Ιησού, θα πρέπει να δούμε και τη χαρά της επιστημονικής δημιουργίας και αναγέννησης της θεολογικής σκέψης μέσα από τις επιστημονικές δημοσιεύσεις.

Έχει γραφεί ξανά ότι ποτέ έως σήμερα παραχώρηση αυτοκεφάλου ορθοδόξου εκκλησίας δεν ολοκληρώθηκε. Αργά ή γρήγορα και η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Εκκλησία θα αποκατασταθεί στο σύνολο του πληρώματος της Ορθοδοξίας, όσο γρηγορότερα το κατανοήσουν κάποιοι τόσο εγγυτέρα είμαστε στην εντολή του Κυρίου μας «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» (Ιω. Ιζ’, 21).

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.