Εις τον Ναόν του Πρωτάτου του Αγίου Όρους υπάρχει η θαυμαστή παράστασις του Αναπεσόντος Χριστού. Η προφητεία αναφέρεται εις την Γέννησι του Χριστού, αν και δεν την απεικονίζει. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύει την Γραφική ρήσι και ασφαλώς και την παράστασι, ότι “όπως ο λέων είναι φοβερός και όταν κοιμάται, έτσι και ο Χριστός είναι δυνατός”, ακόμη και την ώρα της εσχάτης αδυναμίας Του (PG 55, 31-41), όταν γεννάται ως βρέφος εν τη φάτνη, διότι δεν υπήρχε διά τον Δημιουργόν και Κυβερνήτην των πάντων «τόπος εν τω καταλύματι»∙ όταν ζεσταίνεται από τα χνώτα των ζώων∙ όταν συκοφαντείται, εμπτύεται, περιπαίζεται, ραπίζεται, δικάζεται υπό δούλου και κατακρίνεται και καταδικάζεται∙ όταν σταυρούται πριν ή αναστή εκ των νεκρών.
Η εικών του Πρωτάτου μου ήλθε στον νου, όταν συλλογιζόμουν περίλυπος απόψε -μνήμη του Αγίου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου-, την κοίμησι του Γέροντος Μελίτωνος του Χατζή, του πολιού Ιεράρχου της Μητρός Εκκλησίας, που εκείνη την ημέρα εκοιμήθη, δι’ ημάς όμως τους επιγενομένους ανέπεσε. Ας επιτραπεί, η μεταφορά -ανθρωπομόρφως- της παραστάσεως στον Γέροντα, ο οποίος επί ήμισυ και πλέον αιώνος υπήρξε ο στυλοβάτης, ο αγαθός σύμβουλος, ο κρατών αφανώς τα σκήπτρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο φλογερός κήρυξ του μεγαλείου της Ορθοδόξου Ρωμηοσύνης, ο οποίος, ως λέων -και ως σκύμνος-: επολιτεύθη εν τη διακονία και τη προσφορά, νυχθημερόν εργαζόμενος εν συνέσει και σοφία πάντοτε το κλέος και την ακμήν και την δόξαν της Μεγάλης Εκκλησίας∙ εδημιούργησε σχολήν∙ υπήρξεν ο αεί λάμπων αστήρ εν τω στερεώματι της Ορθοδόξου Εκκλησίας όπου γης, τα δίκαια και την ενότητα της οποίας προήσπισε και περιεφρούρησε σθεναρώς ως κόρην οφθαλμού∙ εβάστασε την δοκιμασίαν της ασθενείας∙ και «έπεσε», ή ορθότερον «ανέπεσε», την 27ην Δεκεμβρίου 1989, διότι κατέλιπε εις τους επιγόνους του Φαναρίου μίαν «παρακαταθήκην», άσπιλον, αμόλυντον, μη έχουσαν σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων. Η παρακαταθήκη του, είναι το χρέος και η ευθύνη όλων μας διά την ζωήν και την πολιτείαν και την μαρτυρίαν και την δόξαν της Μητρός Εκκλησίας, δηλαδή την αποστολήν της ως στρατευομένης, ώστε η στρατεία της εν τω κόσμω να είναι νυν και αεί και μέχρι της συντελείας του αιώνος αγία και άμωμος. Και διά τούτο δεν έπεσε ο Γέροντας. Απλώς ανέπεσε και σαν λιοντάρι και σαν σκύμνος, δηλαδή σαν λεονταράκι, μας παρακαλουθεί εκ της μονής του εις τους ουρανίους θαλάμους, κυρίως ως προς την τήρησι της παρακαταθήκης του.
Ο Γέροντας αυστηρός πάντοτε εν τη εκκλησιαστική και αρχιερατική πορεία του, -ενίοτε φοβερός ως σκύμνος, ως «μέγας της αθλήσεως πρόβολος»-, εζήτει πολλά από τους συνεργάτας του. Συγχρόνως όμως, όπως όλοι οι μεγάλοι κατά κανόνα, είχε και καρδιά μικρού παιδιού∙ είχε μίαν αφέλειαν χαριτωμένην, η οποία εις κρισίμους διά πρόσωπα και περιστάσεις στιγμάς μετεβάλλετο εις «σπλάγχνα οικτιρμών»∙ εις «άφατον έλεος» ακόμη και δι’ εκείνους που τον επίκραινον∙ εις ευσπλαγχνίαν ανέλπιστον. Εγνώριζε να τιμά κατ’ αξίαν και να αποδίδη τιμήν ακριβοδικαίαν. Έτσι τον εβίωσα κατά τα δέκα και πλέον έτη της παρ’ αυτώ διακονίας μου.
Αναπολώ, λοιπόν, την μνήμην και την πιστότητά του -με ακαταγώνιστον σθένος- εις το χρέος και την ευθύνην διά τον Θεσμόν της διδύμου ιεράς υποθέσεως Εκκλησίας και Γένους, αλλά και την κοίμησίν του την σημαδιακήν αυτήν ημέραν: «Ο Δεσπότης χθες ημίν διά σαρκός επεδήμει, και ο δούλος (ο Αρχιδιάκονος Στέφανος) από σαρκός εξεδήμει», συμπαραλαβών και τον αρχιδιάκονον του Ωραίου, του Μεγάλου και του Αληθινού, τον Γέροντα Χαλκηδόνος Μελίτωνα, την ώραν του εσπερινού της εορτής του και ενώ εψάλλετο το «απολυτίκιον»: «Βασίλειον διάδημα εστέφθη η ση κορυφή, εξ άθλων ων υπήνεγκας υπέρ Χριστού του Θεού…» και της Μεγάλης Εκκλησίας, επισφράγισις της ματαιοπόνου εσπέρας και ανατολή της επομένης, της αιωνίου.
Η παρατιθεμένη ανωτέρω φωτογραφία την ημέραν της μνήμης της πολιούχου Χαλκηδόνος Αγίας Ευφημίας, 11η Ιουλίου 1975, μετά την τελεσθείσαν υπό του τότε βοηθού Επισκόπου του, Ελενουπόλεως Αθανασίου Παπά, Θείαν Λειτουργίαν, διακονούντος του σημειούντος τας ταπεινάς αυτάς γραμμάς, είναι μνήμη και ανάμνησις. Έχω σημειώσει εις το ημερολόγιόν μου της ημέρας εκείνης: «…και σήμερα εμαθήτευσα παρά τους πόδας Γαμαλιήλ… ο Γέροντας μετά την Θεία Λειτουργία στην Αγία Ευφημία μας ερμήνευσε το μαρτύριον της Αγίας αλλά και την προσφοράν της εις τον Οικουμενικόν Θρόνον διά των Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου…»∙ και κατέληγε «…αυτό είναι το δόγμα της Χαλκηδόνος. Μη το ξεχνάτε και μη δειλιάζετε σείς τα νέα βλαστάρια της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας μπροστά στις αντιξοότητες… αυτή είναι η παρακαταθήκη μου».
Απόψε, λοιπόν, διά τον γράφοντα είναι εσπέρα και «νύκτα αφώτιστος της λύπης…». Γιατί σε αναπολώ, Γέροντα, που ως λέων μας εδίδαξες εμπειρικά μια ζωή, και ως σκύμνος ανέπεσες στο σπίτι σου στην Χαλκηδόνα σαν σήμερα πριν 32 χρόνια. Καταθέτω δε νοερά και εκ του μακρόθεν στον νωπό για μένα πάντοτε τάφο σου, στο Κοιμητήριο του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, το δάκρυ της ευγνωμοσύνης και του πόνου που κυλά από τα μάτιά μου και υγραίνει το γηρασμένο πλέον πρόσωπό μου.
«Αναπαύου εν ειρήνη», Γέροντα: Ότι τον δρόμον τετέλεκας, την πίστιν τετήρηκας, το χρέος και την ευθύνην εξεπλήρωσας, την σκυτάλην και την παρακαταθήκην παρέδωκας. Εστεφανώθης πλειστάκις, άλλοτε διά του ακανθίνου στεφάνου της λύπης και της αχαριστίας, άλλοτε δε δι’ ανθοστεφών στεφάνων αναγνωρίσεως της συμβολής και της προσφοράς σου εις την αρετήν και τον έπαινον της Μητρός Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας. Νυν δε, σου αποδίδεται ο της δικαιοσύνης στέφανος παρά του στεφανοθέτου και απροσωπολήπτου Κριτού. Αναπαύου εν ειρήνη, αλησμόνητε Γέροντα, όπου ούκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός.




































