Ένα επεξηγηματικό και συνάμα διαφωτιστικό αποστολικό ανάγνωσμα μάς παρουσιάζει σήμερα η Αγία μας Εκκλησία, αγαπητοί μου αδελφοί, προερχόμενο από την προς Ρωμαίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου. (Ρωμ. β΄ 10-16)
Ο Παύλος δεν είχε επισκεφθεί ποτέ τη Ρώμη έως εκείνη τη στιγμή που συνέγραψε τη συγκεκριμένη επιστολή περίπου το 57 μ.Χ., διάστημα κατά το οποίο ο ίδιος βρισκόταν στην Κόρινθο.
Ποια ήταν όμως η ανάγκη συγγραφής αυτής της επιστολής; Είχε ξεσπάσει εσωτερική διαμάχη μεταξύ των Χριστιανών Ιουδαίων και των εξ εθνών νεοφώτιστων Χριστιανών της Ρώμης.
Ο λόγος ήταν ότι οι Ιουδαίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανώτερους των Ρωμαίων, διότι εγωιστικά φερόμενοι θεωρούσαν πως κατέχοντας την παράδοση και τον Μωσαϊκό νόμο υπερείχαν των αδελφών.
Αντίθετα οι εξ εθνών πίστευαν πως εκείνοι είναι το μέλλον της Εκκλησίας υποτιμώντας τις παλιές παραδόσεις και στηριζόμενοι στον «εκμοντερνισμό» ως προς τη διάδοση και επικράτηση του Ευαγγελίου.
Ξεκινώντας λοιπόν μας ξεκαθαρίζει ότι ο Θεός δε διακατέχεται από καμία προσωποληψία. Επίσης, μας μιλά για την επικείμενη κρίση εξηγώντας μας πως δεν αρκεί μόνο να ακολουθούμε τις εντολές του Θεού γνωστικά, αλλά και συνειδησιακά.
Το μεν γνωστικό κομμάτι το αναθέτει στους Ιουδαίους, το δε συνειδησιακό στους Ρωμαίους. Το ένα και κοινό μέλημα όλων είναι η σωτηρία και η σωτηρία δεν προέρχεται μέσα από συγκρουσιακό περιβάλλον αλλά μόνο μέσα από πνεύμα ομόνοιας και αγάπης.
Ιουδαίοι, ρωμαίοι, λαοί, φυλές και γλώσσες, πλούσιοι, πτωχοί, πολυμαθείς και ολιγομαθείς, όλοι θα δώσουμε λόγο στον Χριστό και μόνο βάσει των έργων μας θα κριθούμε.
Αδελφοί μου αγαπημένοι, πρέπει το σημερινό μας αποστολικό ανάγνωσμα να γίνει οδηγός ένωσης και όχι κρίσης. Ο Παύλος κατάλαβε από πολύ νωρίς πως θα υπάρχουν συγκρούσεις και γι’ αυτό ενήργησε πυροσβεστικά, για να προλάβει τα χειρότερα.
Δυστυχώς, η τάση για διάκριση και κοινωνική αναγνώριση αποτελεί συχνό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Το κακό αυτό φαινόμενο το παρατηρούμε, όπως τότε και σήμερα, να υπεισέρχεται και στο πνευματικό μέρος, αυτό της πίστεώς μας.
Θα πρέπει να προσέξουμε πολύ να μην ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους βάζοντας ταμπέλες. Πολλοί έχουν το «Χριστιανόμετρο» έτοιμο κάθε φορά που βλέπουν κάτι που δεν τους αρέσει και πολύ εύκολα αρχίζουν να πέφτουν στη θανάσιμη κρίση.
Κάθε φορά που θα μας προσβάλει αυτός ο πειρασμός να αναρωτιόμαστε, «Εγώ πράττω κατά το θέλημα του Χριστού; Αν ήταν ο Χριστός δίπλα μου τώρα, πώς θα αντιδρούσε, αγαπητικά ή μη;».
Η παρουσία Του μπορεί να μην είναι φυσική και ίσως αυτό μας μπερδεύει πολλές φορές, που κακώς βέβαια συμβαίνει. Αν ταξιδέψουμε τις εντολές Του από την εγκεφαλική γνώση που όλοι λίγο έως πολύ κατέχουμε και τις εγκαταστήσουμε στη συνείδησή μας, στην καρδιά μας, τότε θα συνειδητοποιήσουμε πως ο Χριστός δεν έχει χρόνο, μέρα, νύχτα, αλλά είναι «πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν».
Ας αφήσουμε λοιπόν ό,τι μας χωρίζει και ας εστιάσουμε σεε ό,τι μας ενώνει, έχοντας όλοι μας ως κοινό σημείο αναφοράς το Ποτήριον της Ζωής, της ένωσης, της αγάπης και της αιωνιότητας.
Άλλωστε, όπως ακούμε στην Αγία Αναφορά, τίποτα δε μας ανήκει και ό,τι προσφέρουμε στον Θεό πάλι δική Του προσφορά είναι προς εμάς, «Τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν, Σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα».
Αμήν.




































