Στη χώρα μας ο κατώτατος μισθός βρίσκεται κάτω από το όριο της απόλυτης και της σχετικής φτώχειας. Είναι υπερβολικά χαμηλός για να εξασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης. Ένα μεγάλο ποσοστό μισθωτών λαμβάνει τον κατώτατο μισθό, επομένως ο κίνδυνος φτώχειας για τους απασχολουμένους (in-work poverty) και ειδικότερα για τις γυναίκες είναι αρκετά υψηλός, και γίνεται ακόμη μεγαλύτερος αν συμπεριλάβουμε εκείνους που αμείβονται χαμηλότερα από τον κατώτατο μισθό.
Η χώρα μας με λιγότερα από 4,5 ευρώ ίδιας αγοραστικής δύναμης έχει πλέον χαμηλότερη πραγματική αγοραστική δύναμη από ορισμένα κράτη-μέλη της ανατολικής Ευρώπης, καθώς το κόστος διαβίωσης στην Ελλάδα είναι σημαντικά υψηλότερο. Παρατηρείται λοιπόν απόκλιση του κατώτατου μισθού της Ελλάδας από τον μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης και επιδείνωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμής του στην ΕΕ.
Η αύξηση θα επηρεάσει το 34% των απασχολούμενων
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μια αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα στο 60% του διάμεσου μισθού θα επηρεάσει το 34% των απασχολουμένων, που είναι το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό είναι αυτό της Πολωνίας (26%), το οποίο είναι αρκετά χαμηλότερο από της Ελλάδας, ενώ το χαμηλότερο ποσοστό απασχολουμένων που θα επηρεαστούν από τη μεταβολή του κατώτατου μισθού είναι του Βελγίου (μόλις 3%). Το εύρημα αυτό είναι ενδεικτικό των συνθηκών που δημιούργησε η εφαρμογή εισοδηματικής λιτότητας την περασμένη δεκαετία, εδραιώνοντας ένα παραγωγικό πρότυπο το οποίο στηρίζεται σε χαμηλά αμειβόμενη εργασία.
Σε όνειρο θερινής νυκτός φαίνεται ότι εξελίσσεται η αύξηση του κατώτατου μισθού το 2021, με την κυβέρνηση να τον κρατάει παγωμένο, πηγαίνοντας κόντρα στο ευρωπαϊκό ρεύμα αναπροσαρμογής του προς τα πάνω παρά την πανδημία.
Τον τόνο για τον κατώτατο μισθό δίνει το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), που σύμφωνα με πληροφορίες της «Καθημερινής», εισηγείται τη διατήρησή του στα 650 ευρώ, όσο παραμένουν η αβεβαιότητα και οι περιορισμοί στην οικονομία.
Ειδικότερα, η διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα και οι εντονότατες πιέσεις που ασκούνται στην οικονομία από την πανδημία δεν ευνοούν στη δεδομένη συγκυρία την αύξηση του κατώτατου μισθού εκτιμά το ΚΕΠΕ, που συστήνει τη διατήρησή του στα 650 ευρώ και την αύξησή του όταν αποκατασταθεί η ομαλότητα και η οικονομία ανακάμψει.
Συνολικά, στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων οι τοποθετήσεις είναι επιφυλακτικές και στην πρόταση στον υπουργό Εργασίας οι εισηγήσεις είναι από πάγωμα του κατώτατου μισθού έως αύξηση το πολύ 4%. Κάποια μέλη της επιτροπής στάθηκαν στην έντονη αβεβαιότητα και στη μεγάλη ύφεση που έχει προκαλέσει η πανδημία και εισηγούνται μηδενική αύξηση. Κάποια άλλα που προτείνουν αύξηση έως 4% εστιάζουν στη διαφαινόμενη ραγδαία ανάκαμψη και στη γενική τάση αύξησης του κατώτατου μισθού που εμφανίζεται σχεδόν παντού στην Ευρώπη.





































