Μετά ἀπό δύο χρόνους ἐπίμονης ὑπομονῆς καί εὐελπιστίας ἀναχθήκαμε πάλι στήν εὐσπλαχνία καί τήν Μητρική προστασία τῆς πανάγιας θεομητορικῆς παρρησίας στό Ναό τῆς “Παναγίας Ἄξιόν Ἐστιν” στήν Ἀξιούπολη, πού πανηγύρισε μιά μέρα πρίν, ἐνόψει τοῦ Ψυχοσαββάτου πρό τῆς Πεντηκοστῆς.

Τό εἴπαμε καί τό ξανατονίσαμε στόν ἑσπερινό μας λόγο τῆς Πέμπτης, ὅπως καί στό λειτουργικό μας κήρυγμα τῆς Παρασκευῆς. Ἦταν μιά “ἐξομολόγηση καρδιᾶς” πρός τούς συνεορταστές φιλοτίμους κληρικούς μας ὅπως ὁ ἀρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης (Α΄ Γραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου) καί ὁ πρωτοπρ. Ἰγνάτιος Καλογεράκης (Γεν. Ἀρχιερ. Ἐπίτροπός μας) καί οἱ λοιποί πατέρες· καί μιά “εὐκαιρία ἐξομολογητικῆς διδαχῆς” στούς εὐλογημένους λαϊκούς ἐνορίτες καί προσκυνητές, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ Βουλευτής κ. Γεώργιος Φραγκίδης, ὁ Ἀντιπεριφερειάρχης Κιλκίς κ. Ἀνδρέας Βεργίδης, ὁ Δήμαρχος Παιονίας κ. Κωνσταντίνος Σιωνίδης, ὁ Διοικητής τῆς 33η Ταξ/χίας Ταξίαρχος κ. Γεώργιος Στεφανίδης, ὁ Ἀντιδήμαρχος κ. Γεώργιος Γεωργίτσαρος, ὁ Πρόεδρος τῆς Δ.Ε. Ἀξιούπολης κ. Κύρος Καλαβάζης καί ἄλλα ἐκλεκτά στελέχη τῆς δημοτικῆς καί κοινωνικῆς ζωῆς.

Ἀποδείχθηκε μάλιστα ἐν τοῖς πράγμασι, ὅτι οἱ πάντες χρήζουμε τήν ἀνατροφοδοσία τῆς καρδιᾶς μέ τήν παραδοσιακή εὐλάβεια, κι ἀπό τό γεγονός ὅτι μέ τήν ἐγνωσμένη τους ἁπλότητα οἱ τῶν Ἀρχῶν βάσταζαν κι ἐκεῖνοι τήν ἱερή θεομητορική εἰκόνα στή λιτάνευσή της.

Ἀφ᾽ ἑσπέρας στήν ὁμιλία μας ἐπιμείναμε σέ ὑποδείξεις “πρακτικῆς” ἀφύπνισης τῆς πιστότητας καί τῆς πίστης στό Θεό καί Σωτήρα μας.

Μᾶς χάρισε ἐν Ἑαυτῷ τήν ὕπαρξη καί τήν ἀνάσωση, τήν ἀπολύτρωση καί σωτηρία. Μᾶς ἔπλασε, θέλοντας τήν οὐσίωσή μας καί τήν ἀτομική μας μέθεξη αὐτῆς τῆς κτιστῆς οὐσιώσεώς μας, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδείς θά ὑπῆρχε ἐκ τῶν ἀνθρώπων.

Μᾶς ἀνέπλασε, θέλοντας τήν ἀνάσωση καί τήν τελείωσή μας, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδείς θά μετεῖχε στήν αἰωνιότητα τῆς δικῆς Του ἄκτιστης θείας παρουσίας.

Μέ τήν ἀπερινόητη φιλανθρωπία Του, ἀναδέχθηκε στόν ἑαυτό Του τή θεόπλαστη (πλήν ὅμως ἐκπεσοῦσα) ὕπαρξή μας καί ἔγινε ἡ ὁδός μας πρός τόν Πατέρα, ἡ θεανθρώπινη ἀλήθειά μας τῆς σωτηρίας, ἡ ζωή μας ἡ αἰώνια ἡ μεθεκτή πλέον ἀπό μᾶς χάρη σ᾽ Ἐκεῖνον.

Καί ὅλα αὐτά τά δωρήματα ἤ μᾶλλον αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Δωρητής μᾶς ἀποκαλύφθηκε χάρη στήν χαριτωμένη καί ταπεινή καί ὑπέραγνη καί ἐνεργό καί ἀπαραίτητη ὑπακοή τῆς Παναγίας μας, πού ἔγινε ἡ Μητέρα τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του.

Ἔγινε τό δικό μας πανανθρώπινο “ἄξιόν ἐστιν”, ἡ μητρική ἐκπροσώπησή μας πρός Ἐκεῖνον. Καί χάρη στήν Παναγία ἔχουμε οἰκειωμένο σέ μᾶς τόν Υἱό καί Θεό Της καί Θεό μας στό ἀπερινόητο ἀποκαλυμμένο μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού ὁσονούπω θά ἀνυμνολογήσουμε λατρευτικά.

Χάρη στήν Παναγία τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως ἔχουμε στήν Ἁγία Τριάδα Ἐκεῖνον πού δέχθηκε καί ἔκανε τέλεια δική Του τή δική μας φύση, ὥστε νά τήν ἀνεβάσει “ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός”, στούς κόλπους τῆς Ἁγίας Τριάδος (τό γεγονός τῆς θείας Ἀναλήψεως, πού σήμερα ἀποδώσαμε στό φετινό ἑορταστικό κύκλο).

Ὁ χριστιανισμός ὑπάρχει στό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας καί τόν συγκροτεῖ τό Πανάγιο Πνεῦμα, τό ὁμοούσιο μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό.

Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἐπινόηση διανοητική οὔτε ἰδεολογία. Εἶναι τό σῶμα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ. Θεϊκή καί ἀνθρώπινη, ὡς θεανθρώπινος ὀργανισμός.

Δέν εἶναι ἰδιοκτησία ἤ δικαιοδοσία κανενός. Οὔτε ἡμῶν τῶν κληρικῶν οὔτε ἑτέρων λαϊκῶν. Δέν μποροῦμε νά ἰσχυρισθοῦμε ὅτι μᾶς ἀνήκει, ἀλλά μετά βεβαιότητος ὁμολογοῦμε ὅτι τῆς ἀνήκουμε.

Δέν σώζεται ἀπό τήν καθαρότητά μας οὔτε ἐξαφανίζεται ἀπό τήν κακοήθη μικρότητά μας. «Ἐπίγειον τό φαινόμενον καί ὑπέρ τούς οὐρανούς τό νοούμενον».

Εἶναι πιό πολύ στερεωμένη ἀπό ὅ,τι τό σύμπαν, ἔλεγε ὁ ἱ. Χρυσόστομος (“οὐρανοῦ μᾶλλον ἐρρίζωται”). Ζεῖ τόσους αἰῶνες καί θά ὑπάρχει πέραν τῶν αἰώνων.

Αὐτό πού εἶναι καί αὐτό πού ἔχει νά μᾶς προσφέρει ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ἀδιαστάτου Κυρίου τῆς δόξης πού, ἄν καί ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό, παραμένει ἐνεργός μέχρι τερμάτων αἰῶνος.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι, ἔχει καί προσφέρει τήν ἐμπειρία τοῦ ζῶντος Θεοῦ, τήν μοναδική ὁδό θεοκοινωνίας καί θεουργίας, μέ τόν σαφή ρεαλισμό τῶν ἱερῶν μυστηρίων καί τόν ἐπίμονο ρεαλισμό τῆς ἀσκήσεως ὅλων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος θεωμένων καί σωσμένων μελῶν μιᾶς ἱστορικῆς κοινότητος πού ἀγκαλιάζει Παλαιά καί Καινή Διαθήκη καί θά ἐκτείνεται πέραν τῆς συντελείας τῶν αἰώνων.

Αὐτή ἡ ἐμπειρία, μυστήριο Χάριτος καί ἱστορία γεγονότων, καί οἱ φορεῖς κι οἱ ἐκφραστές της συναποτελοῦν τήν πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Κληρονόμοι αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας, ἡ ὁποία μεριζομένη καί διανεμομένη οὐδόλως διαιρεῖται ἤ δαπανᾶται, εἴμαστε οἱ σημερινοί ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ὅσοι δέν ἔχασαν τήν ἐκζήτηση τῆς αἰωνιότητος καί προσέρχονται “μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης” καί μεταλαμβάνουν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων.

Ὁ ἑορτασμός τοῦ “Ἄξιόν Ἐστιν” δέν εἶναι τιμή σέ μιά ἀτομικῆς φύσεως θεομητορική ἁγιοσύνη καί ὑπεραξία καί χαριτωμένη τελειότητα.

Εἶναι τιμή γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ θέα τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τήν δική Του “ὁδό καί ἀλήθεια καί ζωή” τήν ὁποία δέχθηκε καί ὑπηρέτησε καί φανερώνει διαρκῶς καί διακονεῖ διαρκῶς ὑπέρ ἡμῶν ἡ Παναγία Μητέρα τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του.

Ἐκεῖνος εἶναι τό Α καί τό Ω. ῾Η Παναγία μᾶς τό ἐπιβεβαιώνει διαρκῶς μέ τήν δική Της εὐσπλαχνία καί πρόνοια καί ἁγία σκέπη.

Δέν εἶναι τυχαῖο πού σέ ὅλες σχεδόν τίς ἱερές Ἀκολουθίες καί Παρακλήσεις καί Δεήσεις, μετά τό “Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι” ἀκολουθεῖ ἕνα τροπάριο πού τό χαρακτηρίζουμε “Θεοτοκίον”, διότι προσβλέποντας λατρευτικά στήν Ἁγία Τριάδα, τό βλέμμα μας ἀντικρίζει βαθμιδωτά ὑπεράνω ὅλων τῶν λατρευτῶν Της τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο.

Καί μάλιστα, χάρη στήν Παναγία, ἀξιωνόμαστε νά ζοῦμε ἐπί γῆς καί νά στοχεύουμε ἀλάθητα ἐπί γῆς τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀνακαινισμένο τόν ἄνθρωπο καί ἀνακαινισμένη ὅλη τήν κτίση. Ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος γίνονται σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ.

Τό ὕδωρ γίνεται ἁγιασμός, δηλαδή δεκτικό τῆς θείας ζωοποιοῦ δυνάμεως τοῦ Ἁγίου (τοῦ Δυνατοῦ ἐν ἐλέει). Καί ἡ κτίση ἁγιάζεται καί γίνεται ἀφορμή δοξολογίας τοῦ θείου ὀνόματος.

Μέ μιά τέτοια βιωματική αἴσθηση ζοῦσαν καί εὐαγγελίζονταν τό Θεό οἱ ἀπόστολοι Βαρθολομαῖος καί Βαρνάβας, ἐπίσης τιμώμενοι μία ἡμέρα πρίν τήν 11η Ἰουνίου, ὅπως ἐξαιρέτως τιμῶνται στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γιά τήν εὐλογημένη καί τιμιωτάτη φερωνυμία τοῦ Παναγιωτάτου καί Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μας κ.κ. Βαρθολομαίου, ὑπέρ τῆς ἐνθέου ἐμπνεύσεως καί ἐνδυναμώσεως τοῦ ὁποίου ζητήσαμε νά συνευχηθοῦμε ὅλοι στήν Παναγία μας.

Μέ ἀνάλογη βιωματική αἴσθηση κοινωνίας τοῦ Θεοῦ ζοῦσε καί ἀποζητοῦσε καί συμβούλευε (ὅπως καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι) καί ὁ ἅγιος Λουκᾶς ἀρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως τῆς Κριμαίας καί ὁμολογητής, ὁ ἰατρός, 60 μόλις χρόνια πρίν ἀπό μᾶς.

Καί μάλιστα, ἀφορμώμενος ἀπό τό γεγονός τοῦ συνεορτασμοῦ τοῦ ἁγίου Λουκᾶ μέ τούς πανευφήμους Ἀποστόλους Βαρθολομαῖο καί Βαρνάβα, ὡσάν θείους παραστάτες καί οἰκειωμένους τῆς Παναγίας μας Ἄξιόν Ἐστιν (καθώς συντιμῶνται τήν 11η Ἰουνίου), θέλησα νά ὑποδείξω στούς συνεορταστές τήν χαρίτωση τῆς μέθεξης τοῦ Θεοῦ, τήν χαρίτωση τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ, τήν χαρίτωση τῆς ἀνάσωσης καί τῆς ὑγείας πού παρέχει ὁ Θεός ἀκόμη καί διά τῆς αἰσθητῆς λήψεως τοῦ Ἁγιασμοῦ.

Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι εἶχαν χάρισμα λόγου καί χάρισμα ἰαμάτων. Ὁ ἅγιος Λουκᾶς εἶχε χάρισμα δυνατῆς πίστεως καί συνιστοῦσε σέ ὅλους (ὄχι μόνον ὡς Ἀρχιεπίσκοπος, ἀλλά ρητά καί σαφέστατα ὡς ἰατρός διαπρεπής καί χειροῦργος περιφανής) νά πίνουν Ἁγιασμό σέ κάθε δυσανεξία.

«Δέν σᾶς τό λέω ὡς Ἀρχιερέας, ἀλλά ὡς ἐπιστήμονας» ἐξηγοῦσε ὁ περίφημος αὐτός καί ἐξαίρετος Καθηγητής, πού συνάμα τίμησε καί κλέϊσε τήν Ἀρχιερατεία του δίδοντας τήν καλήν ὁμολογίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ διά τοῦ μαρτυρίου τῆς συνειδήσεως.

Ἡ Ἰατρική εἶναι πολύτιμη ἐπιστήμη, ἄμεσα αἰσθητό δῶρο τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους γιά τήν ὑπηρεσία τῶν πολλαπλῶν ἀνθρώπινων ἀναγκῶν καί ταλαιπωριῶν καί βασάνων.

Μέ μιά τέτοια αἴσθηση καί συναίσθηση, τόσο οἱ ἰατροί, ὅσο καί οἱ βοηθοί τους καί κάθε ἀσθενής ἔχουν χρεία τῆς θείας ἔμπνευσης καί τῆς θείας συνεργίας στήν ἄσκηση τοῦ κατεξοχήν φιλανθρωπικοῦ τους ρόλου.

Αὐτό τό νόημα ἔχει καί ἡ λήψη τοῦ Ἁγιασμοῦ πού συνιστοῦσε ὁ ἅγιος Λουκάς, ἡ καταφυγή στούς Ἁγίους πού ἐκδιδάσκει μιά παράδοση αἰώνων, μέ τίς ἀφηγήσεις μάλιστα ἀνέλπιστα θαυμαστῶν ἐξελίξεων σέ ἀπεγνωσμένες καταστάσεις.

Δόξα τῷ Θεῷ, σ᾽ αὐτήν τή δύσκολη περίοδο τῶν δύο ἐτῶν, ἀπό τούς ἱερεῖς τῆς Μητροπόλεώς μας δέν ὑπῆρξε κανένα θύμα στήν πανδημία.

Πέρα ἀπό τά στοιχειώδη μέτρα προστασίας καί ἰατρικῆς συνδρομῆς, οἱ ἱερεῖς μας τηροῦσαν μέ ἁπλότητα πίστης τίς διδαχές καί ὑποδείξεις μας, νά προσεύχονται ὑπέρ ἀλλήλων καί ἁπάντων, νά λειτουργοῦν καί νά κοινωνοῦν μέ φόβο Θεοῦ, νά πίνουν Ἁγιασμό οἱ ἴδιοι καί οἱκογένειές τους στίς ὁριακές περιστάσεις τίς ὁποῖες οἱ περισσότεροι δέν διέφυγαν, ἀλλά τίς ξεπέρασαν.

Ἐκεῖνο, ὅμως, πού θέλησα ἐπιπλέον νά τονίσω στίς κηρυγματικές μου ἀναδρομές μέσα στόν πανηγυρίζοντα ναό τῆς Παναγίας, ὅπως καί στή μεταλειτουργική ἐπικοινωνία στήν ἐνοριακή αἴθουσα, ἦταν ἡ λειτουργική ἀναφορά στούς “ἀξιοπολίτες τοῦ οὐρανοῦ” στό ἐπίκεντρο τῆς θείας λειτουργίας: «Ἔτι προσφέρομέν σοι τήν λειτουργικήν ταύτην καί ἀναίμακτον λατρείαν ὑπέρ τῶν ἐν πίστει τετελειωμένων προπατόρων, πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν· ἀποστόλων, κηρύκων, εὐαγγελιστῶν· μαρτύρων, ὁμολογητῶν, ἐγκρατευτῶν καί παντός πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου· ἐξαιρέτως τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας…» (μέ συνέχεια τῆς λειτουργικῆς ἀναφορᾶς στόν Τίμιο Πρόδρομο στούς καθ᾽ ἡμέραν τιμωμένους Ἁγίους καί τίς δεήσεις γιά τούς κεκοιμημένους καί ζῶντες, μέ ἐπώνυμη ἀναφορά στόν ἑκασταχοῦ Ἐπίσκοπο).

Ἡ λειτουργική ἀναφορά στό Θεό, ἁγιοπνευματικά ταυτισμένη μέ τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, ἑνώνει ὅλους τούς χαριτωμένους καί ἠλεημένους “Ἀξιοπολίτες τοῦ οὐρανοῦ” μέ ἐμᾶς τούς πολίτες τῆς γῆς, συναδελφωμένους ὑπό τήν σκέπη τῆς Παναγίας μας, χάρη στό ἐκκλησιαστικό γεγονός.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι συνάμα ἱστορική καί ὑπεριστορική πραγματικότητα, ἱστορική διανθρώπινη παρουσία τῶν πιστευόντων, πού βιώνουν κατά χάρη τήν ἀποκάλυψη τοῦ ζῶντος Θεοῦ.

Ἡ ἑορταζόμενη διήγηση γιά τόν ἀποκαλυφθέντα ἀγγελικό ὕμνο πρός τήν Παναγία, οἱ ἱερές εἰκόνες Της μέ τίς ἁπλές καί συνάμα θαυμαστές ἀφηγήσεις τῶν ἀποδεκτῶν καί τῶν ἑορταστῶν μέχρι σήμερα, ἡ (ὅποια) διαμορφωτική ἀπήχηση στόν πολιτισμό τῆς κοινωνίας (π.χ. μέ τόν ἐνοριακό ἑορτασμό καί τίς παράπλευρες πολιτιστικές ἐκδηλώσεις), ἀνάγουν στήν ἐνιστορική καί στήν (μεθεκτική) ὑπεριστορική μέθεξη τοῦ Θεοῦ. Χωρίς ἰδεαλιστικούς διαχωρισμούς μεταξύ φυσικῆς καί μεταφυσικῆς, πού εἶναι ἔξω ἀπό τήν αὐθεντική μας παράδοση.

† Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.