«Για το διορατικό χάρισμα τον ερώτησα κάποτε που καθόμαστε στην τράπεζα. «Τι είναι αυτό το διορατικό που λένε έχει ο ένας και ο άλλος. Πώς ενεργεί, μάλλον, το διορατικό χάρισμα;»

Με μια ευγλωττία και αφέλεια μου λέει: «Α, αυτό το κατέχω καλά, μπορώ να στο πω». «Είμαι όλος αυτιά», του λέω. «Βλέπεις τι υπάρχει εδώ άπ’ έξω στην αυλή;», με ρωτάει. «Δεν βλέπω», του απαντώ. «Τώρα», μου λέει, «περνάει μια γάτα με μια μεγάλη μαύρη βούλα εδώ στον λαιμό. Εμένα, βλέπεις, με έχει αξιώσει ο Θεός να βλέπω και πίσω από τον τοίχο». ‘Εμένα μου φάνηκε αστείο και πολύ απλοϊκό.

Όταν συνήλθα και ενώ έπινα τον καφέ μου, αμέσως μετά την κουβέντα εμφανίσθηκε στην πόρτα μια γάτα με μαύρη βούλα στον λαιμό. Κι αυτός κατάλαβε την έκπληξί μου και άρχισε να γελά ακατάσχετα. Τότε, κατάλαβα ότι είχα απέναντι μου έναν άνθρωπο που κατείχε καλά αυτό το χάρισμα. Και το έκρυβε, όμως, όσο μπορούσε, για να μην προκαλή, για να μη θαυμάζεται, διότι είπαμε, ήταν ένας άνθρωπος πολύ κεκρυμμένης εργασίας.»

«Όταν επισκεφθήκαμε το Λεπροκομείο Αθηνών, γνωρίσαμε ανθρώπους, που αργότερα έγιναν φίλοι μας. Ήταν άνθρωποι του ψαλτηρίου, ο κ. Κώστας, ένας επίσης λεπρός, κι ένας πολύ απλός και ταπεινός άνθρωπος, ο Κανάρης, φίλος των λεπρών. Ο Παναγιώτης ο Μηλίτσης – ήταν της παρέας μας αυτός-, και ο Μιχάλης ο Χατζηγεωργίου από την Σύρο, που ήξερε και έψελνε πολύ ωραία και κοντά του έμαθα να ψέλνω τον Μεγάλο Κανόνα.

Καθ’ όλη την διάρκεια της Ακολουθίας ο ιερέας είναι εντός του Ιερού. Έτσι, δεν είχα την ευκαιρία να τον δώ. Έμείς ψέλναμε έναν μακρύ Κανόνα, ατελείωτο. Σιγά-σιγά ο ναός εγέμισε. Ήταν υπερπλήρης. Οπότε στην ενάτη «Ασπόρου συλλήψεως ο τοκος ανερμήνευτος, Μητρός ανάνδρου άσπορος η κύησις, Θεού γάρ η γέννησις, καινοποιεί τάς φύσεις διό σε πάσαι αι γενεαί, ως Θεού υμών Μητέρα, ορθοδόξως μεγαλύνομεν», που λέει ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης, έτσι αρχίζει η ενάτη Ωδή, εμφανίζεται ένας παπάς, λουσμένος μέσα στην χαρά, μέσα στο γέλιο και μέσα στο φως. Και το είδα αυτό το πράγμα.

Εξεπλάγην. Λέω: «Αυτός είναι ο πατήρ Ευμένιος;». Ο Γέρων, όμως, κατάλαβε ότι εγώ ηλεκτρίστηκα εκείνη την ώρα, ότι κάτι έπαθα, που είδα όλο εκείνο το φως, εκείνη την χαρά. Μπορώ να πω, ότι το πιο σημαντικό πράγμα για μένα ήταν η χαρά, η οποία ήταν αποστασιοποιημένη, όχι μόνο στο στόμα, σε όλο του το σώμα, σε όλη την κίνησι, σε όλο του το πρόσωπο. Όλος ο άνθρωπος απέπνεε χαρά. Η χαρά ήταν σωματική, δεν ήταν απλώς η έκφρασι ενός χαμόγελου. Δηλαδή, το χέρι του που θυμιάτιζε, θυμιάτιζε χαρούμενα, το πρόσωπό του, τα μάτια του, όλα είχαν χαρά και φως.

Αφού περατώθηκε η θυμίασις του ναού από αυτόν τον χαρούμενο και φωτοφόρο άνθρωπο καιι φθάσαμε στην Απόλυσι «Δι’ ευχών των Αγίων…», χαρούμενος βγήκε και είπε: «Εύχομαι τα άγια, γράμματα και τα άγια λόγια και οι ιεροί ψαλμοί του Μεγάλου Κανόνος του Αγίου Ανδρέου Κρήτης να σκέπουν, να οδηγούν και να φωτίζουν όλη την ζωή σας, καλά μου παιδιά. Σας ευχαριστώ».»

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.