Ένα σχόλιο πάνω στις ελληνικές ταινίες. Του Σωτηρίου Ι. Στυλιανού. Έχω δει αρκετές ελληνικές ταινίες και παρατήρησα ότι όλοι οι ηθοποιοί δεν ταιριάζουν σε κάθε ρόλο. Για παράδειγμα, αν σε ένα κινηματογραφικό έργο έπαιζε ο επιβλητικός Βασίλης Διαμαντόπουλος μαζί με τον γρήγορο Θανάση Βέγγο ή με τον μονίμως τρυφερό προς τις γυναίκες Κώστα Βουτσά, δεν ξέρω αν θα άντεχαν να συνυπήρχαν ως ηθοποιοί και ακόμη περισσότερο ως ανθρώπινοι χαρακτήρες. Αντίστοιχα πιστεύω πως δεν θα ταίριαζαν σε μια κωμωδία με πολύ γέλιο, οι δύο πολύ σοβαροί στους ρόλους που πάντα υποδύονταν, η Μιμή Ντενίση και ο πρώην άντρα της, ο Γιάννης Φέρτης.
Ακόμη σκέφτομαι ότι η Αλίκη Βουγιουκλάκη σχεδόν σε όλα τα έργα της, όσα έχω δει, είχε δημιουργήσει έναν τύπο της χαριτωμένης, όμορφης, ζωηρής, κεφάτης νέας γυναίκας που δύσκολα θα της ταίριαζε ένας δραματικός ρόλος.
Παρόμοια και άλλοι δύο ηθοποιοί οι Σωτήρης Μουστάκας και Στάθης Ψάλτης είχαν απόλυτα ταυτιστεί με κωμικούς ρόλους οπότε θα ήταν δύσκολο να ερμηνεύσουν κάτι διαφορετικό.
Πάντως μπορούμε να πούμε πως οι παλιές ελληνικές ταινίες είχαν σε μεγάλο βαθμό αθωότητα και φρεσκάδα. Προσπαθούσαν να παρουσιάσουν τα ζητήματα της καθημερινής ζωής με κύριο στόχο να διασκεδάσουν τους θεατές. Ενώ ο σύγχρονος κινηματογράφος ασχολείται όπως είναι φυσικό με τα σημερινά θέματα, την μοναξιά, τα διαζύγια, τη μετανάστευση και τη βία. Έχω τη γνώμη πως οι παλιές ταινίες πετυχαίνουν να ξεκουράζουν και να ψυχαγωγούν τον θεατή περισσότερο από ότι οι σύγχρονες. Ίσως γι’ αυτό πολλοί παρακολουθούν τις ασπρόμαυρες ταινίες ξανά και ξανά με μεγάλη νοσταλγία.
Μάιος 2026.
Σωτήρης Ι. Στυλιανού.
Συνταξιούχος Βιβλιοθηκονόμος.
Πτυχιούχος Νομικής και Θεολογικής.





































