Τη συνεχή και εναγώνια μέριμνα του Αποστόλου Παύλου διακρίνουμε και σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, Κυριακή Δ’ Ματθαίου κατά το αποστολικό μας ανάγνωσμα (Ρωμ. στ’ 18-23).
Ξεκινώντας υπερτονίζει τη λέξη «ελευθερία», όχι όμως τυχαία, καθώς η ελευθερία αποτελεί ένα ανεκτίμητο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο.
Απαλλαγμένοι πλέον από την αμαρτία, οι πιστοί καλούνται να βιώσουν αυτή την ελευθερία ως πολύτιμο πνευματικό κεκτημένο.
Συνεχίζοντας τους παρουσιάζει και τους επεξηγεί με τη λέξη «δουλεία» την προ Χριστού κατάστασή τους και τη μετά τη μεταστροφή τους στην πραγματική και ζωντανή πίστη πραγματικότητα.
Πριν πιστέψουν στον Χριστό ήταν υποδουλωμένοι στην αμαρτία. Πίστευαν στα άψυχα και ψυχρά είδωλα, ζούσαν ασώτως βουτηγμένοι στις ηδονές και στις κραιπάλες.
Είχαν κερδίσει φαινομενικά μια καλή ζωή, αλλά στην ουσία μετά τις πρόσκαιρες φωταψίες το σκότος του αιωνίου θανάτου.
Εδώ όμως γίνεται η ανατροπή και την ανατροπή την κάνει πάντα ο Χριστός. Υποδουλωμένοι και τώρα, αλλά ελεύθεροι.
Η προ Χριστού δουλεία τους ήταν αιτία ντροπής για τον τρόπο ζωής τους, για την κενότητα που είχαν στην καρδιά τους και για την συνεχή εγωκεντρική τους ικανοποίηση.
Τώρα μακριά από την αμαρτία η λέξη δούλος παίρνει τελείως διαφορετική σημασία.
Αν βγάλουμε απλά από τη λέξη «άγριος» το γράμμα «ρ» μένει η λέξη Άγιος. Έτσι μας λέει ο Παύλος γίνονται όλοι μέτοχοι αγιότητας.
Μπορεί να φαίνεται απλό, αλλά θέλει και κάποια προσπάθεια. Ένα γράμμα προσπαθούμε να αφαιρέσουμε, αλλά στην πράξη πρέπει να αγωνιστούμε, ώστε στην καρδιά μας να γίνει ανακαίνιση.
Εκεί αν δεν γίνει πρώτος και κυρίαρχος οικιστής ο Χριστός, δε θα μπορέσουμε να φτάσουμε σε αυτήν την αφαίρεση. Μόνο έτσι ο άνθρωπος γίνεται ένας ελεύθερος δούλος, απελευθερωμένος από κάθε πάθος, κάθε αμαρτία και κάθε τι που τον χωρίζει από τον Θεό.
Αδελφοί μου, τη φράση «δούλος του Θεού» την ακούμε συνέχεια στην Αγία μας Εκκλησία.
Μάλιστα αν προσέξουμε καλά τη βρίσκουμε μπροστά μας σε όλα τα Μυστήρια που μας αφορούν, που γίνονται για εμάς, στην κάθε περίσταση της εκκλησιαστικής ζωής μας.
Στο Μυστήριο του Βαπτίσματος ακούμε «βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ», στο Μυστήριο του Γάμου «στέφεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ», ενώ και στην Εξόδιο Ακολουθία η Εκκλησία προσεύχεται: «ἀνάπαυσον, Κύριε, τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου».
Είναι φανερό λοιπόν ότι για τον Χριστό η λέξη «δούλος» δεν είναι υποτιμητική, αλλά σπουδαία και άκρως τιμητική.
Μας υιοθετεί και μας κάνει παιδιά Του, φίλους και αδελφούς Του στην αιώνια ζωή, και μοιράζεται μαζί μας το ατελεύτητο Φως της Αναστάσεως.
Ακούμε τον ίδιο τον Παύλο να λέει για τον εαυτόν του, «Παῦλος δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κλητὸς ἀπόστολος ἀφωρισμένος εἰς εὐαγγέλιον Θεοῦ…» (Ρωμ. α’ 1).
Παρουσιάζεται δηλαδή ως δούλος Ιησού Χριστού, καλεσμένος να είναι απόστολος, ξεχωρισμένος για το Ευαγγέλιο του Θεού. Έτσι λοιπόν και εμείς ξεχωρίζουμε με την αξία που ο ίδιος ο Κύριός μας μάς προσδίδει.
Ας είμαστε λοιπόν πάντα μέτοχοι του Χριστού και να αγωνιζόμαστε, ώστε να ακούμε όσο πιο συχνά γίνεται τη σωτήριο φράση που μας ενώνει μαζί Του, «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον».
Αμήν





































