Τό “εἰσαγωγικό” πρῶτο ἰδιόμελο τῶν Ἀποστίχων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς (ἀπό τόν “εἰσοδικό” Ἑσπερινό τῆς συγχωρήσεως) εἶναι ὁ διάλογος τῆς “βαθείας καρδίας” μας μέ τόν Κύριο. Καί αὐτός ὁ διάλογος Θεοῦ-ἀνθρώπων δέν εἶναι ἕνας μονόλογος προσευχῆς, μεταξύ σώζοντος Κυρίου καί σωζομένων ἀνθρώπων. Βιώνεται καί πραγματώνεται συνάμα καί ὡς ἕνας μεταξύ μας διάλογος, τῶν ἀνθρώπων, κατ᾽ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μας.

“Ἔλαμψε ἡ θεϊκή παρουσία καί χάρη σου, Κύριε, καί ἔτσι ἔγινες γιά μᾶς φωτισμός τῶν ψυχῶν μας, τοῦ εἶναί μας, τῆς ὕπαρξής μας ὅλης” (γίνεται λόγος γιά τίς ψυχές μας, ὄχι γιατί σώζονται μόνο οἱ ψυχές, ὡσάν νά διασωζόταν ἕνα κομμάτι μόνο τοῦ εἶναί μας, ἀλλά γιατί στίς ψυχές μας ἐγκεντρίζεται ἡ σωματοψυχική συνειδητότητά μας, ἡ λογικότητά μας, ἡ ἐννοήμων ὑπαρκτικότητά μας, τήν ὁποία ὅλη προσέλαβε καί λύτρωσε καί ἔσωσε ὁ Κύριος).

Μέσα στήν ποιητική καί μουσική του ἰσορροπία, τό τροπάριο ὡσάν νά βάζει σέ μιά “ἰσοτιμία” ἀπό τή μιά τή χάρη τοῦ Κυρίου καί ἀπό τήν ἄλλη τό φωτισμό μας (ἀπό τή μιά τήν πρός ἐμᾶς ἐκφοιτῶσα χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἀπό τήν ἄλλη αὐτό πού ἐπιτελεῖται σέ μᾶς ἀπό τό Θεό μέ τήν σωτήρια χάρη Του). Καί τά δύο εἶναι καί παραμένουν δικά Του καί ὅμως ἐκφοιτῶνται σέ μᾶς ὡς ἐνέργεια τῆς ἀπερινοήτου θεϊκῆς Του φύσεως, ἐνεργούμενα σέ μᾶς, προσφερόμενα σέ μᾶς, μετεχόμενα ἀπό ἐμᾶς.

Ἤ ―ἄν θέλετε― τό ἕνα (ἡ θεϊκή χάρη τοῦ Κυρίου) ἐκφράζεται, βιώνεται, μετέχεται, συνεπάγεται τό ἄλλο (τό φωτισμό τῶν ψυχῶν μας). Αὐτό λοιπόν πού ἀποτελεῖ διαρκή δωρεά τοῦ Θεοῦ, αὐτό τό παραδέχεται ἐνθουσιωδῶς καί τό ὁμολογεῖ εὐγνωμόνως ὁ ἄνθρωπος σ᾽ αὐτόν τόν ποιητικό διάλογο μέ τό Θεό.

***

Συνάμα τό τροπάριο αὐτό γίνεται διάλογος διανθρώπινος. Συζητοῦμε μεταξύ μας μέ αὐτόν τό διάλογο καί τόν προσοικειούμεθα, ὡσάν τό πιό σπουδαῖο καί οὐσιωδέστερο τῆς πανανθρώπινης διϊστορικῆς παρουσίας καί τῆς διανθρώπινης δικῆς μας συμμετοχῆς, πού λέγεται Ἐκκλησία.

“Ἰδού ―λέμε μεταξύ μας― εὐκαιρία χρόνου, εὐκαιρία σωτηρίας, καιρός δικός μας πού τόν προσδέχεται ὁ Κύριος στήν ἐγχρονισμένη αἰωνιότητά Του καί στήν ἐκκλησιαστική Του θεανθρώπινη αἰωνιότητα. Μᾶς ἔδωσε τήν ὕπαρξη καί τήν ἐγχρονισμένη ζωή, καί προσδέχεται διαρκῶς αὐτά (πού εἶναι δῶρά Του σέ μᾶς) ὡς δικά μας δῶρα πρός Ἐκεῖνον. Οὐσιαστικά αὐτό πού εἶναι “δικό μας” εἶναι τό θέλημά μας, ἡ ἐλευθερία μας, ἡ ἐπιλογή μας, ἡ εὐγνώμων καί εὐχαριστιακή μας ἀνταπόδοση στό Θεό.

Οἱ Πατέρες μας, ἑρμηνεύοντας τό “Πάτερ ἡμῶν”, θέλησαν θεοπνεύστως νά τό ἑρμηνεύσουν καί τριαδολογικά. Τό “Πάτερ ἡμῶν” προσφέρεται στόν Πατέρα, τό “ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου” ἀποδίδεται στόν Ἄσαρκο Λόγο τῶν θεοφανειῶν, τό “ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου” ἀποδίδεται στό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Καί αὐτή ἡ ἑρμηνευτική Τριαδική ἀναφορά καταλήγει στό “γενηθήτω τό θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς”: ἡ ἀγγελική μέθεξη καί ὁ ἀγγελικός λατρευτικός διάλογος πρός τό Θεό προσευχόμεθα νά γίνει ἀνθρώπινος λατρευτικός διάλογος καί λατρευτική μέθεξη τοῦ Θεοῦ, διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Σωτῆρος. “Μείνατε ἐν ἐμοί”, ὅπως θεολογοῦν οἱ ἱεροί εὐαγγελιστές.

Καί συνεχίζει τό “εἰσοδικό τροπάριο”: “ἀποθώμεθα τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός· ὅπως διαπλεύσαντες τό τῆς νηστείας μέγα πέλαγος εἰς τήν τριήμερον ἀνάστασιν καταντήσωμεν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ σώζοντος τάς ψυχάς ἡμῶν”. Ἱστορικές εἰκόνες προσληπτές ἀπό τούς ἀνθρώπους ἐκείνων τῶν ἐποχῶν, κατά τίς ὁποῖες συνεγράφη τό ἰδιόμελο, εἶναι τά πλαίσια γιά μιά ρεαλιστική θέαση τῆς μετάνοιας, τῆς ἀνάνηψης, τῆς βίωσης τῶν σταδίων τῆς πνευματικῆς τελειώσεως ὡς καθάρσεως καί φωτισμοῦ ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀξίας τῆς νηστείας (ἔστω κι ἄν εἶναι ἐπίμονα κοπιώδης ὡσάν ἕνα πέλαγος πού ἑκούσια τό διαπλέουμε, ἀποστερούμενοι ἐγκρατευτικά ὅλες τίς τέρψεις τῆς ἀδηφάγου καθημερινότητος). Μέ στόχο πάντοτε ὄχι μιάν ἠθικιστική ἐνάσκηση, ἀλλά τή δική μας συσταύρωση μέ τό Χριστό διά τῆς ἐγκρατευτικῆς νηστείας καί τή δική μας ὁλοτελή ἐνεργό ἐμβίωση τῆς Ἀναστάσεως.

Ὁ ἄνθρωπος πού δέν θέλει νά στερεῖται δέν κατορθώνει οὔτε τίς γήινες καταξιώσεις. Πόσο μᾶλλον νά ἀξιωθεῖ ἐπί γῆς νά μετάσχει στά δῶρα τῆς θείας ἀπολυτρώσεως καί σωτηρίας.

Ὅλα αὐτά θέλησα νά τά ἐπισημάνω στόν ἀποψινό Ἑσπερινό τῆς συγχωρήσεως, ὅπως λέγεται, στήν Ἱερά Μονή Παναγίας Γουμενίσσης, ἐν μέσῳ ἱερομονάχων, κληρικῶν καί λαϊκῶν, πού προσέτρεξαν στήν Κατανυκτική ἑσπερινή Σύναξη καί ἔλαβαν στό τέλος τήν συγχωρητική εὐλογία μου ὡς Πατρός καί Ποιμενάρχου. Ἐπιπλέον τούς ἀνέγνωσα ἀπό τίς διηγήσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Πάπα Ρώμης τοῦ Διαλόγου καί ἀπό τίς διδαχές τοῦ ἁγίου Νήφωνος Κωνσταντιανῆς περί τῆς λειτουργίας τοῦ πνευματικοῦ νόμου καί τῶν “κριμάτων τοῦ Θεοῦ”, ὁροθετώντας δι᾽ ὀλίγων τή δεοντολογία τῆς τεσσαρακονθήμερης ἐνασκήσεως, τῆς καθαρσίμου αὐτῆς περιόδου. Διότι ἡ νηστεία, ὅπως ἀναλύει ὁ Μέγας Βασίλειος καί τό δανείζεται ἡ ὑμνολογία μας ἀπό τόν Ἅγιο, εἶναι ἐγκράτεια ἀποχῆς ἀπό τῶν σωματικῶν καί ψυχικῶν παθῶν.

Ἦταν τό ἀπογευματινό συμπλήρωμα τῆς πρωινῆς πανηγυρικῆς συνάξεως, πού ἀφοροῦσε στόν ἑορτασμό μιᾶς τοπικῆς πολύ σημαντικῆς ἐπετείου.

***

Κατά τήν σημερινή Κυριακή ἀναφέρθηκα κατά τό κήρυγμά μου στήν ἔξωση τῶν πρωτοπλάστων ἀπό τόν Παράδεισο. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐνέταξαν αὐτό τό γεγονός ἀμέσως πρίν ἀπό τήν εἴσοδό μας στό στάδιο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὑπομιμνήσκοντας ὅτι ἡ στέρηση τοῦ Παραδείσου πού διέρρηξε τήν κοινωνία μέ τόν Θεό, πρέπει νά ἀποτελέσει τό ἔναυσμα τοῦ σοβαροῦ προβληματισμοῦ μας γιά τήν ἐπανάκτηση τῆς σωτηριώδους κοινωνίας μέ τόν Δημιουργό καί Πλάστη μας. Ὁ ἀγώνας συνίσταται στήν ἀποβολή τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ μας «σύν ταῖς πράξεσι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» αὐτοῦ, ἔτσι ὥστε «ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τήν πίστιν καί ὡς θώρακα τήν προσευχήν καί περικεφαλαίαν τήν ἐλεημοσύνην καί ἀντί μαχαίρας τήν νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν», ἀσφαλισμένοι μέ τή δύναμη καί τή χάρη τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, νά πορευθοῦμε ἀσφαλῶς καί αἰσίως πρός τήν ποθεινή πατρίδα.

Ὁ θεόπλαστος ἄνθρωπος, ἀδελφοί μου, στολισμένος μέ τήν θεοΰφαντη στολή καί ψυχωμένος μέ τό θεϊκό φύσιμα, ἄρχοντας ὅλων τῶν ὁρατῶν καί ὁμοδίαιτος τῶν ἀγγέλων, παρασυρθείς ἀπό τόν δόλιον ἄρχοντα τοῦ σκότους, ὑπέκυψε στήν συμβουλή του καί ἀπώλεσε τήν ὡραιότητα τοῦ θεόκτιστου κάλλους. Ἐνδυμένος μέ τούς δερμάτινους χιτῶνες καί μέ τά φύλλα συκῆς ἐκβλήθηκε τοῦ Παραδείσου. Ἡ ἀνυπακοή στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, τοῦ στέρησε τόν θεῖο φωτισμό καί περιπλανιόταν στά ἀφιλόξενα μέρη, ἀνίκανος νά ἐπιστρέψει στή χαμένη του πατρίδα, τήν Ἐδέμ,παρόλην τή νοσταλγία του γι᾿ αὐτήν. Οἱ ἐξόριστοι ἀπό τόν Παράδεισο γενάρχες τοῦ κληροδότησαν μαζί μ᾿ ἐτοῦτο τόν πόθο καί τή δυσβάστακτη κληρονομιά τῆς πεπτωκυίας τους φύσεως. Αὐτήν τή φύση προσέλαβε ὁ Χριστός καί τήν ἀπάλλαξε ἀπό κάθε δυσαρμονία. Ἔμεινε μόνο ἡ ροπή πρός τήν ἁμαρτία.

Καί αὐτή ἡ ἀκίνδυνη τάση γίνεται ἐπικίνδυνη ἀπό τή στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος θά συναινέσει στή μετατροπή τῆς ἁπλῆς ροπῆς σέ κινητήρια δύναμη γιά τή διάπραξη τῆς ἁμαρτίας. Τότε, εὔκολα σκοτίζεται ὁ νοῦς του, παγώνει ἡ καρδιά του καί κλυδωνιζεται «παντί ἀνέμῳ» τῶν ὠφελιμιστικῶν, εὐδαιμονιστικῶν καί ἡδονιστικῶν θεωριῶν. Ὁ κλυδωνισμός πάλι αὐτός τόν καθιστά ἄπληστο στήν ἀπόκτηση ὑλικῶν ἀγαθῶν καί δέν τόν ἀφήνει νά ἀντιληφθεῖ τόν ἐγκλωβισμό του στίς διαστάσεις τοῦ χωροχρόνου οὔτε καί τή στέρηση τῆς θέας τοῦ ἀπείρου Πλαστουργοῦ. Σ᾿ αὐτήν τήν ἔσχατη πλάνη, τή χειρότερη ἀπό ἐκείνην τῶν πρωτόπλαστων, ὑποκύψαμε καί ὑποκύπτουμε οἱ περισσότεροι.

Ἡ Ἐκκλησία μας μέ τήν εὐκαιρία τῆς εἰσόδου στή Μ.Τεσσαρακοστή «ἀνάμνησιν ποιουμένη τῆς ἐκ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τῶν πρωτοπλάστων», μᾶς καλεῖ νά ἀγωνιστοῦμε γιά τόν πνευματικό μας ἐπαναπατρισμό. Ἄλλωστε, μόνο σ᾿ αὐτόν οἱ ἐφέσεις τῆς ὑπάρξεώς μας θά βροῦν τό πλήρωμά τους.

Ἡ ἀντίστοιχη εὐαγγελική περικοπή (Ματθ. στ΄, 14-21) στόν ἴδιο σκοπό ἀποβλέπει. Μᾶς ὁμιλεῖ ὁ Κύριος γιά τή νηστεία μέ τήν εὐρύτερή της ἔκφανση, τῆς ἐγκράτειας δηλ.ἀπό τή φιλοδοξία-κενοδοξία (συγχωρητικότητα καί ταπείνωση), ἀπό τή φιληδονία (νηστεία τροφῶν) καί τή φιλαργυρία (θησαυρισμός σέ ἀρετές καί ὄχι σέ ὑλικά ἀγαθά). Ἔτσι, μᾶς ἐξοπλίζει μέ τά ἀπαραίτητα μέσα γιά τήν ὑπερνίκηση τῶν ἐμποδίων στόν πνευματικό μας ἀγώνα. Τά ἐμπόδια αὐτά πού συνοψίζονται στά τρία παραπάνω πάθη, τά δημιουργεῖ ἡ φιλαυτία, γέννημα τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος τό ὁποῖο «ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ πνεύματος» (Γαλ. ε΄, 17) καί γεννᾶ τόν ὄλεθρο.

Ἐτοῦτο τό φρόνημα τιθασσεύεται καί δουλαγωγεῖται μόνο μέ τή νηστεία.

Οἱ Πατέρες ἀναπτύσσουν τό εὐρύ φάσμα αὐτῆς τῆς θεληματικῆς σωστικῆς ἀσκήσεως καί παρατηροῦν ὅτι «ἀληθής νηστεία ἡ τοῦ κακοῦ ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους καί ἐπιορκίας» (Μ. Βασίλειος). Δέν ἐντοπίζεται δηλαδή ἁπλῶς καί μόνο σέ μιά ἀποχή τροφῶν, ἀναγκαία ὁπωσδήποτε. Πηδαλιουχεῖ τό σκάφος τῆς ψυχῆς, δηλ. τό σῶμα ἀλλά διευθύνει καί τόν κυβερνήτη νοῦ, ὥστε νά ξεφύγει ἀπό τά τέλματα τῆς ὑλοφροσύνης καί τῆς ἐμπάθειας καί νά ξεκινήσει γιά τό ἀκύμαντο λιμάνι τῆς γαλήνης τῶν λογισμῶν, τῆς καρδιακῆς εἰρήνης καί τῆς ἀπάθειας.

Προπάντων δέν ἐπιβάλλεται σάν καταναγκαστική ὑποχρέωση, οὔτε καί σάν αὐτοσκοπός. Εἶναι μέσον πού τό χρησιμοποιεῖ ὁ πιστός μέ αὐτεξουσιότητα, ἀποδεχόμενος ἀβίαστα τό πρότυπο τοῦ Χριστοῦ καί τόν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας, γιά τήν τελείωσή του. Ἀποτελεῖ ἕνα ἀντίδοτο ὑπακοῆς τῆς ψυχοσωματικῆς του ὑπάρξεως στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀπέναντι στήν ἀκράτεια καί τήν ἀνυπακοή τῶν πρωτοπλάστων. Ἐκείνοι ξέπεσαν στήν ἔσχατη ἀνοησία μέ τή θέληση τους. Ὁ χριστιανός μέ τήν ἄσκηση στομώνει τή θέλησή του, γιά νά γίνει «ἑδραία ὡς ἄκμων τυπτόμενος» στίς προσβολές τοῦ πονηροῦ ὄφεως.

Μέ τήν ἐγκράτεια λοιπόν ἀποφεύγει τά κεράτια τῶν χοίρων, ὅ,τι δηλ. τροφοδοτεῖ τό ἔργο τοῦ πονηροῦ. Γιά νά ἐξοπλιστεῖ ὅμως μέ τή Χάρη τοῦ Πνεύματος χρειάζεται καί ἡ προσευχή, πού εἶναι «ἀρετῶν πηγή, χαρισμάτων πρόξενος, τροφή ψυχῆς, νοῦ φωτισμός» (ὅσ. Ἰωάννης Κλίμακος).

Ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή καθαρίζουν τήν καρδιά, τήν κάνουν εὐκατάνυκτη καί ταπεινή, καθώς ἐξορίζουν τά πάθη. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀσκεῖ τήν ὕψιστη φιλοσοφία (φίλος τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ) καί τηρεῖ μέ προθυμία τῖς θεῖες ἐντολές, οἱ ὁποῖες ὁριοθετοῦν τό δρόμο τῆς σωτηρίας καί ὁδηγοῦν στή χριστοποίηση, τή θεανθρωποίηση. Ἡ ζωή του ὑφαίνεται μέ τή σαΐτα τοῦ ἀληθινοῦ, τοῦ οὐράνιου προορισμοῦ του, μέ τό ὑφάδι τῶν ἀρετῶν πού ἀλληλοσυμπληρωμένες ἀπαρτίζουν τό ἀληθινό χριστιανικό ἦθος. Ἡ ψυχή του λαμπρύνεται ἀπό τό θησαυρισμό τῆς ζέουσας πίστεως, τῆς σωστικῆς ἐλπίδας καί τῆς θυσιαζόμενης ἀγάπης, πού ἡ καύση της, κατά τό Μέγα Βαρσανούφιο, ἀνυψώνει τόν ἄνθρωπο μέχρι τόν ἕβδομο οὐρανό.

Ἀλλά τί ἐννοοῦμε, ὅταν λέμε οὐρανός ἤ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἤ οὐράνιο πολίτευμα; Δέν ἐννοοῦμε ἀσφαλῶς κάτι τό φυσικό, τοπογραφικό ἤ ἀστρονομικό, ἀλλά τήν ὑπερφυσική καί αἰωνική κατάσταση πού ἐγκαινιάστηκε μέ τήν Ἀνάληψη τοῦ Θεανθρώπου γιά ὅλους ὅσους «τά ἄνω ζητοῦσι, οὗ ὁ Χριστός ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος, τά ἄνω φρονοῦσι, οὐ τά ἐπί γῆς» (βλ. Κολ. γ΄, 1-2).Ἐκφράζει τήν τελείωση καί υἱοθεσία τῶν ἀνθρώπων, πού συντελεῖται μέ τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός διά τοῦ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Στήν Ἁγία Γραφή ὀνομάζεται καί κόλπος (ἀγκαλιά) τοῦ Ἀβραάμ, τόπος καταπαύσεως, ἁγία πόλη Ἱερουσαλήμ, τήν ὁποία περιφρουροῦν οἱ οὐράνιες Ταξιαρχίες τῶν φωτοειδῶν ἀγγέλων.

«Ἐκεῖνοι ὅμως πού φυλάγουν τίς πόρτες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἄν δέν δοῦν τό χριστιανό νά ἔχει ὁμοιότητα μέ τό Χριστό, ὅπως ὁ γιός μέ τόν πατέρα, δέν εἶναι δυνατόν νά τοῦ ἀνοίξουν γιά νά περάσει μέσα σ᾿ αὐτήν» (ὅσ. Συμεών ὁ νέος Θεολόγος). Ὁ Χριστός ἔγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ» (Φιλ. β΄, 8). Ὁ πιστός δουλαγωγεῖ ἑκούσια σῶμα καί ψυχή μέ τήν ἄσκηση, ὅπως τήν ὁρίζουν οἱ Πατέρες, γιά νά γίνει ὑπήκοος στό Θεό, ἀναγνωρίζοντας ὅτι μόνον ἔτσι ξεφεύγει ἀπό τά δεσμά τῆς ἀνομίας καί καταγράφεται στό βιβλίο τῆς ζωῆς σάν οὐρανοπολίτης. Μορφώνοντας μέσα του τήν εἰκόνα τοῦ ἐπουράνιου ἀνθρώπου (Α΄ Κορ. ιε΄, 49) θησαυρίζει στούς οὐρανούς τά πνευματικά ἀγαθά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, παίρνοντας ἤδη ἀπ᾿ αὐτόν τό βίο τόν ἀρραβώνα, δηλ. τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

***

Κάθε χρόνο τήν πρώτη Κυριακή τοῦ Μαρτίου τιμᾶται ἡ βίωση τῆς Μητρικῆς περί τήν Παιονία καί τήν Γουμένισσα στοργῆς τῆς Παναγίας μας. Ἱερόσυλοι τό ἀποτόλμησαν κι αὐτό κι ἔκλεψαν τήν ἱερή εἰκόνα τό 1975, ἀναταράχθηκαν οἱ πάντες στό ἄκουσμα, καθώς ἡ Παναγία μας ἦταν καί παραμένει καταφύγιο καί ἐπιστηριγμός, παράκληση στίς θλίψεις, εὐλογία στίς χαρές, ἔμπνευση στήν προσωπική καί κοινωνική ζωή. Προσευχές ἐκτενεῖς ἀπό κάθε καρδιά καί στόμα, παρακλήσεις, δεήσεις.

Πραγματοποιήθηκαν ἐπίμονες ἔρευνες ἀπό τήν ἀστυνομία, καί ἡ εἰκόνα ἀνευρέθηκε τελικά ἀπό ἀστυνομικούς καθοδηγημένους νοερά ἀπό τήν Μητρική εὐσπλαχνία τῆς Παναγίας μας, πού ἀνταποκρίθηκε στόν πονεμένο συναγερμό τόσων καρδιῶν. Ἐπανενθρονίστηκε πανηγυρικά στό μοναστήρι-Ναό Της μέ προεξάρχοντα τόν τότε Μητροπολίτη Ἀμβρόσιο, τόν ἀπό Πολυανῆς & Κιλκισίου, μετέπειτα Παροναξίας (+). Κάθε χρόνο ἔκτοτε γινόταν λιτανεία μέ τούς ἀστυνομικούς φέροντες ἐπί τῶν ὤμων τό ἱερό θεομητορικό σέβασμα.

Λόγῳ τῶν δυσμενῶν καιρικῶν συνθηκῶν, πού καθιστοῦσαν ἀδύνατη τή λιτάνευση, τελέστηκε Δοξολογία ἐντός τοῦ ναοῦ καί ἀναπέμφθηκε Εὐχαριστήρια Δέηση καί Ἱκετήρια γιά τήν κατάπαυση τοῦ πολέμου καί τήν εἰρήνευση στήν Οὐκρανία. Μαζί μας καί ὁ ἱερός κλῆρος, οἱ ἀρχές τοῦ τόπου καί οἱ πιστοί πού προσέτρεξαν στή χάρη Της (μέ τήν ὑμνωδική ἀνάταση τῶν ψυχῶν μας πρός τήν Παναγία μας) ἀνεμνήσθημεν παλαιοτέρων ἡμερῶν, ἀλλά καί ζήσαμε ἐκ προοιμίου τό κλίμα τῶν Χαιρετισμῶν πού ἐγκαινιάζεται κι ἐφέτος ἀπό τήν ἀρχόμενη ἑβδομάδα. Τό κλίμα καί τό χρέος τῶν Χαιρετισμῶν πού εἶναι ἀπό τίς πιό εὐλαβικές προσευχές καί δεήσεις καί εὐχαριστήρια φιλοτιμίας καί εὐγνωμοσύνης καί ὁμολογίας, πού ἐφελκύουν καί προσπορίζουν τήν εὐσπλαχνία Της, τόσο ἀπαραίτητη ὅσο ποτέ ἄλλοτε στίς ταλαιπωρίες μας καί στήν ἀμηχανία τοῦ τρόμου τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου καί τῆς δικῆς μας ἀγωνίας γιά τόν τρόπο μιᾶς ἀποτελεσματικότερης ἀνθρωπιστικῆς (ἀνθρώπινης) θεάρεστης ἄμεσης βοήθειας: μέ συνεισφορά σέ ὀργανωμένες συλλογικές δράσεις συγκέντρωσης καί ἀποστολῆς ὑγειονομικοῦ ὑλικοῦ.

Πρός αὐτό ἀποβλέπων, ἐπισήμανα στό κήρυγμά μου τῆς Κυριακῆς καί τήν συναξαριακή ἀναφορά στήν εὕρεση τοῦ τιμίου Σταυροῦ καί τῶν τιμίων Ἥλων, ἀπό τήν ἁγία Ἑλένη τήν Ἰσαπόστολο, μέ ὑποδείξεις τοῦ ἁγίου Κυριακοῦ ἐπισκόπου Ἱεροσολύμων, ὁ ὁποῖος καί μαρτύρησε μαζί μέ τήν μητέρα του Ἄννα. Ἔτσι ἀπέδειξαν, ὅπως καί ἡ διά βίου ταλαιπωρία τῆς μακαρίας Ἑλένης, ὅτι ἡ χριστιανοσύνη ἐπάγεται θυσίες ὁμολογίας, πιστότητα ὁμολογίας, αὐτοπροσφορά καί λατρευτική αὐτοπαράδοση στό Θεό τῆς σωτηρίου σαρκώσεως καί σταυρώσεως, τόν Κύριο τοῦ παντός.

Καί μόνο μέσα στήν προοπτική τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐγκρατευτικῆς ὁλοτελοῦς νηστείας γιά τήν ὑποδοχή τῆς καθαρτικῆς καί φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ θείας χάριτος, μποροῦμε νά ξαναβροῦμε τό κλειδί τοῦ παραδείσου ἐπί γῆς, τήν πορεία μας γιά τόν παράδεισο ἐν οὐρανοῖς.

†Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.