Γράφει ο π Χαράλαμπος Κοπανάκης.
Μου έγραψε προ ημερών μία γυναίκα την εμπειρία της, από έξοδο σε κεντρική καφετέρια της πόλης.
Μου είπε ότι έχω την άδεια της αν επιθυμώ, να δημοσιεύσω την εμπειρία της, εννοείται ανώνυμα.
Προσωπικά δεν μενω καθόλου στο γεγονός οτι η παρενόχληση συνέβη από άνδρα που τυγχάνει να είναι κληρικός.
Δεν θεωρώ ότι υπάρχουν κατηγορίες ανθρώπων υπεράνω υποψίας.
Απεναντίας, οι άνθρωποι που η κοινωνία μας αποδίδει κάποιο κύρος λόγω του κοινωνικού μας ρόλου, ίσως είναι πιθανότερο να ασκήσουμε παρενόχληση και δυνητικά κακοποίηση.
Αυτό στο οποίο στάθηκα στην κουβέντα που κάναμε με τη συγκεκριμένη κοπέλα, είναι η τελευταία παράγραφος του μηνύματος της.
“Δεν αισθάνθηκα φθηνή ή προκλητική, γιατί ξέρω τον εαυτό μου και δεν προκαλώ.”
Συνάνθρωποι μου, ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ.
Έχουμε εσωτερικεύσει την κουλτούρα της πατριαρχίας, που βγάζει “λάδι” τους θύτες και βάζει τα θύματα στη διαδικασία αναζήτησης προσωπικών ευθυνών, για την παρενόχληση ή την κακοποίηση που δέχτηκαν.
Προσπάθησα να εξηγήσω στην κοπέλα ότι ο συγκεκριμένος άνδρας, αυθαίρετα παραβίασε τα όρια της.
Το πώς μπορεί να είναι ντυμένη η ίδια, είναι υπόθεση της αισθητικής της και του γούστου της.
Η υπόθεση, “μήπως ήμουν προκλητική”, χρειάζεται να εκλείψει.
Κάθε άνθρωπος μπορεί να ντύνεται όπως αισθάνεται άνετα και καλά με τον εαυτό του.
Αν εγώ αναστατωθώ από μια παρουσία, αυτό επ’ ουδενί δεν σημαίνει ότι γι’ αυτό που μου συμβαίνει έχει ευθύνη ο άλλος και οφείλει να” φάει στα μουτρα” τα σκουπίδια της συμπεριφοράς μου.
Αισθάνεσαι ότι σε προκάλεσε κάποιος ή κάποια με το ντύσιμο του/της;
Εσένα αφορά η υπόθεση και όχι τον άλλο.
Πάρε το χρόνο σου, κάνε βαθιές ανάσες και πες, “Δεν είμαι τόσο ασυγκράτητος σεξουαλικά. Πιθανόν είμαι κοινωνικά ηλίθιος και χρειάζεται να το δουλέψω..”
Μετά συνέχισε τον καφέ σου, χωρίς να ενοχλείς.
Ακολουθεί τμήμα της εμπειρίας της γυναίκας, όπως το περιγράφει η ίδια.
“Την Περασμένη εβδομάδα ήμουν σε μια καφετερια στο κέντρο της πόλης, πρωινή ώρα με το παιδί μου ετών 10 και τον πρώην σύζυγο που καμία φορά βγαίνουμε για χάρη της κόρης μας. Φεύγοντας ο πρώην συζυγος, είδα ότι πίσω του καθόταν ένας «ιερέας» που μέχρι τότε δεν τον είχα δει γιατί τον έκρυβε.
Δεν πρόλαβε να αποχωρήσει από την καφετερια ο συνοδός μου, ας πούμε, γιατί ο ιερέας είδε μια γυναίκα, ένα παιδί και έναν άντρα, άρα φαινόταν ως άντρας μου, λογικά πάντα..! Τέλος πάντων, δεν πρόλαβε να αποχωρήσει και ο ιερέας με κοιτούσε επίμονα. Άρχισε να μου κάνει νοήματα και αισθανόμουν πάρα πολύ άσχημα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Σκέφτηκα να αρχίσω να μιλάω δυνατά αλλά φοβήθηκα ότι θα γίνω θέαμα και ίσως κάποιοι να βιντεοσκοπούσαν, ίσως κάποιοι να με κακολογουσαν ότι τα έβαλα με τον παπά.
Πήρα τηλ την αδερφή μου να της το πω.
Εκείνος συνέχιζε… Κάποια στιγμή του έκανα νοημα να σταματήσει και είπα τη λέξη «κομμένη». Για λιγα λεπτά σταμάτησε αλλά μετά συνέχισε. Με ανάγκασε να φύγω νωρίτερα από ο,τι επιθυμούσα.
Δεν αισθάνθηκα φθηνή ή προκλητική γιατί ξέρω τον εαυτό μου και δεν προκαλώ.
Είμαι μητέρα, εκπαιδευτικός και σέβομαι τον εαυτό μου πάνω από όλα.
Λυπάμαι για λογαριασμό του και που εκπροσωπεί τον Χριστό μας.”





































