Συνεχίστηκε την Πέμπτη (18/6) η εκδίκασης της υπόθεσης που αφορά το οικονομικό σκέλος του σκανδάλου της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ, ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας.
Κατά τη σημερινή δικάσιμο ο συνήγορος υπεράσπισης του Νεκτάριου, Κωστής Ευσταθίου, εξέφρασε ξανά τη θέση για τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, ώστε να εξεταστεί η νομιμότητα της λήψης των τεκμηρίων, αφού υποστηρίζει ότι το μαρτυρικό υλικό περιήλθε στις ανακριτικές αρχές κατά παράβαση νομικών, συνταγματικών δικαιωμάτων και δικαιωμάτων που συνδέονται με τη δίκαιη δίκη, την ιδιωτική ζωή και την προστασία προσωπικών δεδομένων.
Από πλευράς της, η Κατηγορούσα Αρχή, διά του Δικηγόρου της Δημοκρατίας Α’, Βασίλη Μπίσσα, αντέκρουσε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων σε σχέση με την παραλαβή τεκμηρίων, υποστηρίζοντας ότι το ζήτημα της αποδεκτότητας των αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του κατά πόσον επηρεάζονται πράγματι δικαιώματα των ίδιων των κατηγορουμένων.
Αναφερόμενη ειδικότερα στο Τεκμήριο 1, σημείωσε ότι εντοπίστηκε στην οικία της Φ.Ζ. (μητέρα του Νεκτάριου),τονίζοντας ότι πουθενά στη μαρτυρία δεν προκύπτει πως στην εν λόγω κατοικία διέμεναν οι κατηγορούμενοι. Ως εκ τούτου, διερωτήθηκε με ποιο τρόπο μπορεί να γίνεται επίκληση παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων, αφού η έρευνα και η παραλαβή των τεκμηρίων αφορούσαν κατοικία τρίτου προσώπου και όχι δική τους.
Υποστήριξε ότι το γεγονός πως ενδεχομένως περιουσία κάποιου προσώπου βρίσκεται σε κατοικία άλλου δεν μεταβάλλει το νομικό ζήτημα, αφού η είσοδος των ανακριτικών αρχών έγινε σε οικία τρίτου και όχι σε χώρο που κατείχαν ή χρησιμοποιούσαν οι κατηγορούμενοι.
Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι ορισμένα από τα επίμαχα τεκμήρια παραλήφθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο από την 5η Μαρτίου 2024, ημερομηνία κατά την οποία η υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι σημειώθηκε η παράνομη είσοδος. Όπως λέχθηκε, ένα από τα τεκμήρια προήλθε από τη Μητρόπολη Ταμασού, ενώ μετά τις 6 Μαρτίου οι κατηγορούμενοι δεν διέμεναν πλέον στη Μονή Οσίου Αββακούμ.
Με βάση τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή έθεσε το ερώτημα με ποιο τρόπο η μεταγενέστερη παραλαβή τεκμηρίων θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβίασε νομικά ή συνταγματικά δικαιώματα των κατηγορουμένων, από τη στιγμή που οι ίδιοι δεν είχαν πλέον κατοχή ή διαμονή στους συγκεκριμένους χώρους.
Απαντώντας στις θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων, Κωστής Ευσταθίου, ανέφερε ότι η υπεράσπιση συμφωνεί ως προς το χρονικό πλαίσιο των γεγονότων, διαφωνεί όμως με τον ισχυρισμό ότι οι κατηγορούμενοι είχαν εγκαταλείψει οικειοθελώς τη Μονή Οσίου Αββακούμ.
Όπως υποστήριξε, οι κατηγορούμενοι εκδιώχθηκαν βίαια από τη Μονή, αναφέροντας ότι «κουκουλοφόροι» τους απομάκρυναν από τον χώρο, τους χτύπησαν, τους πέταξαν έξω και στη συνέχεια τους κλείδωσαν εκτός της Μονής, ενώ φρουροί τοποθετήθηκαν στις εισόδους και δεν τους επέτρεπαν να επιστρέψουν.
Η αναφορά αυτή προκάλεσε την παρέμβαση του Δικαστηρίου, με τον πρόεδρο να παρατηρεί ότι είναι η πρώτη φορά που τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου ισχυρισμός περί εκδίωξης των κατηγορουμένων από τη Μονή.
Ο κ. Ευσταθίου υποστήριξε περαιτέρω ότι το γεγονός πως ορισμένα αντικείμενα εντοπίστηκαν στην οικία της μητέρας ενός εκ των κατηγορουμένων δεν σημαίνει αυτομάτως ότι δεν υπήρξε παραβίαση δικαιωμάτων. Ανέφερε ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά ο χώρος όπου βρέθηκαν τα αντικείμενα, αλλά κατά πόσο παραβιάστηκαν θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα των κατηγορουμένων.
Από την πλευρά της, η Κατηγορούσα Αρχή διερωτήθηκε κατά πόσο αμφισβητείται ο τρόπος με τον οποίο οι κατηγορούμενοι αποχώρησαν από τη Μονή, υποστηρίζοντας ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της διαδικασίας για τη διεξαγωγή «δίκης εντός δίκης».
Αντιδρώντας, ο κ. Ευσταθίου ανέπτυξε τη θέση ότι η κατοικία ενός προσώπου δεν παύει να υφίσταται ως κατοικία επειδή το πρόσωπο εξαναγκάζεται να αποχωρήσει από αυτήν. Όπως ανέφερε, το συνταγματικά κατοχυρωμένο άσυλο προστατεύει την κατοικία ως χώρο ιδιωτικής ζωής και όχι απλώς το κτίσμα καθαυτό. Υποστήριξε ότι ακόμη και αν οι κατηγορούμενοι δεν μπορούσαν να διαμένουν στη Μονή λόγω της βίας που, κατά τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, ασκήθηκε εναντίον τους, το άσυλο της κατοικίας εξακολουθούσε να υφίσταται και να τους προστατεύει.
Καταλήγοντας, ο συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε ότι οι κατηγορούμενοι απώλεσαν τη φυσική τους παρουσία και διαμονή στη Μονή όχι από δική τους επιλογή, αλλά εξαιτίας των συνθηκών που, όπως ισχυρίζεται η υπεράσπιση, τους επιβλήθηκαν, γεγονός που, κατά τη θέση του, δεν αναιρεί τα δικαιώματα που απορρέουν από την προστασία της κατοικίας τους.
Συνεχίζοντας την επιχειρηματολογία της, η Κατηγορούσα Αρχή υποστήριξε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ολόκληρη η Μονή Οσίου Αββακούμ ως κατοικία των κατηγορουμένων. Όπως ανέφερε, οι χώροι που θα μπορούσαν ενδεχομένως να χαρακτηριστούν ως κατοικία τους ήταν αποκλειστικά τα κελιά στα οποία διέμεναν και όχι το σύνολο των εγκαταστάσεων της Μονής.
Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε ότι κανένα από τα επίμαχα τεκμήρια δεν παραλήφθηκε από τους χώρους των κελιών, αλλά από κοινόχρηστους χώρους της Μονής ή από άλλες τοποθεσίες. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής παρέπεμψε επίσης σε πρωτόδικη δικαστική απόφαση αναφορικά με τον ορισμό της κατοικίας, υποστηρίζοντας ότι η νομολογία δεν στηρίζει την προσέγγιση της υπεράσπισης.
Παράλληλα, επανέλαβε τη θέση ότι από τις 5 Μαρτίου και έπειτα οι κατηγορούμενοι δεν ήταν πλέον ένοικοι της Μονής και δεν διέμεναν στους χώρους της, γεγονός που, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, επηρεάζει καθοριστικά τους ισχυρισμούς περί παραβίασης του ασύλου της κατοικίας.
Από την πλευρά της υπεράσπισης, ο Ευστάθιος Ευσταθίου αντέτεινε ότι υπάρχει πλούσια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε σχέση με την έννοια της κατοικίας και την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Υποστήριξε ότι το ζήτημα δεν μπορεί να προσεγγίζεται στενά ή αποκλειστικά με βάση το αν οι κατηγορούμενοι διέμεναν σε συγκεκριμένο χώρο κατά τον επίμαχο χρόνο.
Αναφερόμενος στο Άρθρο 27 του Συντάγματος, σημείωσε ότι αυτό προβλέπει την έκδοση ενταλμάτων έρευνας για οποιονδήποτε χώρο και όχι μόνο για κατοικίες, υποστηρίζοντας ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η παραλαβή των αντικειμένων έγινε νόμιμα και κατά πόσο τα συγκεκριμένα αντικείμενα συνδέονται με την υπόθεση που εξετάζεται.
Ο κ. Ευσταθίου ανέφερε ακόμη ότι η συζήτηση δεν περιορίζεται στο αν ένας κατηγορούμενος διέμενε ή όχι στην οικία της μητέρας του, αλλά στο κατά πόσο τα κατασχεθέντα αντικείμενα σχετίζονται με την υπόθεση.
Καταλήγοντας, υποστήριξε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δεδομένο ή να νομιμοποιηθεί εκ των υστέρων ο ισχυρισμός ότι οι κατηγορούμενοι απομακρύνθηκαν νόμιμα από τη Μονή, επαναφέροντας τη θέση της υπεράσπισης ότι η αποχώρησή τους υπήρξε αποτέλεσμα παράνομης εκδίωξης και ότι το γεγονός αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση των ζητημάτων που εγείρονται ενώπιον του δικαστηρίου.





































