ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ: Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, η Κοίμηση ή Μετάσταση της Θεοτόκου έγινε στην οικία του Ευαγγελιστή Ιωάννη όπου Αυτή διέμενε. Στο ίδιο σπίτι ζούσε ο αδελφός του Ιωάννη, Ιάκωβος και η μητέρα τους Σαλώμη. Αυτό, το είχε ζητήσει ο Χριστός από τον Σταυρό (Ιωάν. ιθ’ 27). Την επικείμενη Κοίμησή Της, η Θεοτόκος την πληροφορήθηκε τρεις μέρες νωρίτερα από άγγελο, που της έδωσε ένα κλαδί φοινικιάς. Πήγε πρώτα στο Όρος των Ελαιών όπου προσευχήθηκε.
Εκεί τα δέντρα έγειραν και τη χαιρέτησαν. Επέστρεψε στο σπίτι όπου ενημέρωσε συγγενείς και φίλους για το μήνυμα του αγγέλου. Παρηγορούσε όσους έκλαιγαν λέγοντάς τους πως δεν θα ξεχάσει τον κόσμο και έδωσε τους δύο χιτώνες της σε δύο χήρες γειτόνισσές της.
Όταν κοιμήθηκε η Παναγία και έκλεισαν τα μάτια της, οι Απόστολοι που με θαυματουργό τρόπο(ακούστηκε μια βροντή, σύννεφα σκέπασαν το σπίτι των Ιωάννη και Ιακώβου και ξαφνικά εμφανίστηκαν οι μαθητές του Ιησού) ,είχαν συγκεντρωθεί «εκ περάτων” στα Ιεροσόλυμα, σήκωσαν το νεκρικό κρεβάτι της και τη μετέφεραν στον κήπο της οικογένειάς της στη Γεθσημανή, όπου είχαν ταφεί οι γονείς της Ιωακείμ και Άννα.
Εκεί τάφηκε και η Θεοτόκος. Κατά τη μεταφορά του λειψάνου της Θεοτόκου για ενταφιασμό, φανατικοί Ιουδαίοι επιχείρησαν να ανατρέψουν το νεκρικό κρεβάτι αλλά τυφλώθηκαν μετά από θαύμα. Μόνο ένας κατόρθωσε να ακουμπήσει το νεκροκρέβατο αλλά άγγελος με αόρατη ρομφαία του έκοψε τα χέρια. Κατά τη λαϊκή παράδοση, η Παναγία λίγο πριν κλείσει τα μάτια της ζήτησε από τον αρχάγγελο Μιχαήλ να της δείξει τον κάτω κόσμο και τις τιμωρίες των αμαρτωλών στην Κόλαση.
Διαβάστε τη συνέχεια στο άρθρο:




































