Η Κριστίν ντε Πιζάν (Christine de Pizan, Βενετία, 1364 - 1430) ήταν Ιταλίδα συγγραφέας του ύστερου Μεσαίωνα. Υπηρέτησε ως αυλική συγγραφέας για αρκετούς δούκες (Λουδοβίκο Α' της Ορλεάνης, Φίλιππο Β' της Βουργουνδίας και Ιωάννη της Βουργουνδίας) και τη γαλλική βασιλική αυλή κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Καρόλου ΣΤ' της Γαλλίας. Θεωρείται η πρώτη Ευρωπαία επαγγελματίας λογοτέχνις. Την εποχή της ήταν πολύ γνωστή και είχε μεγάλη φήμη.
Γεννήθηκε στην Βενετία αλλά πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής της ηλικίας και της ενηλικιότητάς της στο Παρίσι και αποσύρθηκε μετά στο Αββαείο του Πουασύ. Παντρεύτηκε το 1380 και χήρεψε δέκα χρόνια αργότερα. Ώθηση να γράψει έδωσε το γεγονός ότι χρειαζόταν χρήματα για να θρέψει τον εαυτό της και τα τρία παιδιά της.
Γεννήθηκε το 1364 στην Βενετία. Ήταν κόρη του Τομάσο ντι Μπενβενούτο ντα Πιζάνο που ήταν γιατρός, αστρολόγος και σύμβουλος του Καρόλου Ε΄ της Γαλλίας. Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα της, η Κριστίν είχε την τύχη να μεγαλώσει μέσα σε ένα περιβάλλον με πολλά ερεθίσματα και με πρόσβαση στην γνώση, κάτι ιδιαίτερα σπάνιο για μία γυναίκα εκείνη την εποχή. Ο πατέρας της, που ήταν ένας μορφωμένος και πολυπράγμων άνθρωπος, φρόντισε να εκπαιδεύσει σφαιρικά την Κριστίν και της έδωσε πρόσβαση στην βιβλιοθήκη του παλατιού που περιλάμβανε βιβλία σχετικά με λογοτεχνία, ιστορία, αστρολογία, αλλά και επιστήμες, θρησκεία και φιλοσοφικά έργα. Η Κριστίν έμαθε να μιλάει διάφορες γλώσσες και εντρύφησε στον Ανθρωπισμό της πρώιμης Αναγέννησης. Παρά την εκτενή της μόρφωση δεν εργάστηκε γιατί αυτό ήταν κάτι σχεδόν αδύνατο για μία γυναίκα εκείνης της εποχής. Αντίθετα, έκανε εκείνο που θεωρούνταν επιβεβλημένο για μία γυναίκα και μοναδική διέξοδο καταξίωσης. Παντρεύτηκε σε ηλικία 15 ετών κάποιον αξιωματούχο του παλατιού και έκανε τρία παιδιά, ένα από τα οποία πέθανε πολύ μικρό.
Το 1389, όμως, ο άντρας της πέθανε από πανώλη και η Κριστίν έμεινε χήρα σε ηλικία 25 ετών με τρία παιδιά χωρίς καμία πηγή εισοδήματος. Επιπλέον, βρέθηκε με το δυσβάσταχτο βάρος των χρεών που είχε αφήσει ο σύζυγός της καθώς και με την υποχρέωση να φροντίζει την μητέρα της και την ανιψιά της. Αμέσως μετά τον θάνατο του συζύγου της προσπάθησε να εισπράξει κάποια χρήματα που άνηκαν σε εκείνον όπως και ορισμένους μισθούς που του οφείλονταν, αλλά η νομοθεσία της εποχής, που ήταν εξαιρετικά άδικη για τις γυναίκες, δεν προέβλεπε την είσπραξη χρημάτων από μία χήρα παρά το γεγονός ότι τα δικαιούνταν. Αντί να πάρει τα δεδουλευμένα του συζύγου της, λοιπόν, έμπλεξε σε μία σειρά από χρονοβόρες, πολύπλοκες και ψυχοφθόρες νομικές διαδικασίες μετά από τις μηνύσεις που δέχτηκε από τον αρχιεπίσκοπο του Σενς και τον βασιλικό σύμβουλο Φρανσουά Σαντεπρίμ που αρνούνταν να τις δώσουν τα χρήματα που της ανήκαν.
Προκειμένου, λοιπόν, να επιβιώσει εκείνη και η οικογένειά της, αναγκάστηκε να εργαστεί παρά το γεγονός ότι αυτό ήταν κάτι εξαιρετικά δύσκολο γα μία γυναίκα εκείνης της εποχής. Χρησιμοποίησε τις γνώσεις της, την μόρφωσή και τις εξαιρετικές λογοτεχνικές της ικανότητες για να βγάλει τα προς το ζην και έγινε μία από τους πρώτους επαγγελματίες συγγραφείς της Ευρώπης. Πλούσιοι ευγενείς άρχισαν να δείχνουν την προτίμησή τους σε αυτή την συγγραφέα που ήταν ταυτόχρονα εξωτική καθώς οι γυναίκες συγγραφείς ήταν κάτι εξαιρετικά σπάνιο, αλλά εξαιρετικά και ικανή και άρχισαν να της αναθέτουν ερωτικά ποιήματα και βιογραφίες. Οι ικανότητές της ήταν τέτοιες που πολύ σύντομα εξασφάλισε μία θέση στην αυλή της Ισαβέλας της Βαυαρίας, της βασίλισσας της Γαλλίας. Πολύ σύντομα απέκτησε πανευρωπαϊκή φήμη και συχνά την συνέκριναν με τον Βιργίλιο και τον Κικέρωνα λόγω των τεχνικών ικανοτήτων της αλλά και της ευφυίας που διαφαίνονταν μέσα από το έργο της.





































