Ο Γέροντας της Πάτμου, Αγιος Αμφιλόχιος Μακρής, είχε πνευματικό τον Αγιο Νεκτάριο και φίλο τον Οσιο Φιλόθεο Ζερβάκο.
Καταγγέλθηκε στους Ιταλούς κατακτητές ότι τονώνει το εθνικό φρόνημα και εξορίστηκε από το νησί. Εξομολόγησε και συγχώρεσε τον καταδότη του
Ένας από τους νέους αστέρες της Εκκλησίας είναι και ο μεγάλος γέροντας της Πάτμου, ο Άγιος Αμφιλόχιος Μακρής, τον οποίο πριν από λίγα χρόνια η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία ενέγραψε και επισήμως στα αγιολογικά της δίπτυχα, ορίζοντας η μνήμη του να τιμάται στις 16 Απριλίου, ημέρα της εις ουρανούς εκδημίας του.
Γεννημένος στα τουρκοκρατούμενα Δωδεκάνησα στις 13 Φεβρουαρίου 1889, γόνος ευσεβών γονέων, του Εμμανουήλ Μακρή και της Ειρήνης Γαλάνη, ανατράφηκε μαζί με τα άλλα τρία αδέλφια του εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Ο αδελφός του Νικόλαος πέθανε σε μικρή ηλικία. Οι δύο αδελφές του, Αικατερίνη και Καλλιόπη, ακολούθησαν κι εκείνες τον μοναχικό βίο, λαμβάνοντας τα ονόματα Μαγδαληνή και Μάρθα, αντίστοιχα. Ο μετέπειτα Αμφιλόχιος, κατά κόσμον Αθανάσιος, παιδιόθεν είχε την ίδια κλίση προς τον μοναχισμό. Αφού τελείωσε το σχολαρχείο και το ιεροδιδασκαλείο της Αποκαλύψεως, σε ηλικία 17 ετών έγινε δόκιμος μοναχός στην Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, τον οποίον από παιδί ευλαβείτο ιδιαίτερα, προσευχόταν σ’ αυτόν και λάμβανε απάντηση στις προσευχές του. Το 1911 στάλθηκε από τη Μονή στο Αγιον Ορος για να διδαχθεί την ξυλογλυπτική τέχνη από τους Δανιηλαίους. Εκεί γνώρισε τον Αγιο Δανιήλ τον Κατουνακιώτη, ο οποίος του μίλησε για τον Αγιο Νεκτάριο και του συνέστησε να τον επισκεφθεί και να τον γνωρίσει.
Το 1913 ξέσπασε ο ελληνοβουλγαρικός πόλεμος και ο νεαρός μοναχός επέστρεψε στην Πάτμο, που εν τω μεταξύ είχε περιέλθει μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην ιταλική κυριαρχία, από το 1912. Στη συνέχεια μετέβη στους Αγίους Τόπους και, επιστρέφοντας από κει, το 1914, αναγκάστηκε να έλθει στην Αθήνα για να νοσηλευτεί εξαιτίας κάποιου αναπνευστικού προβλήματος.
Μετά την ανάρρωσή του επισκέφθηκε την Αίγινα. Εκεί θα γνωριζόταν με τον Αγιο Νεκτάριο. Ηταν μια γνωριμία καθοριστική για όλη τη μετέπειτα ζωή του Αγίου Αμφιλοχίου, αφού συνδέθηκε με τον Αγιο Νεκτάριο με ισχυρούς πνευματικούς δεσμούς. Ο Αγιος Νεκτάριος έγινε ο πνευματικός του οδηγός και το πρότυπό του στην ταπεινοφροσύνη, στην άσκηση και σε όλη την εν Χριστώ ζωή του. Γνωρίστηκε επίσης και με άλλες οσιακές μορφές εγνωσμένης αγιότητας, μεταξύ των οποίων ο Οσιος γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος.
Επέστρεψε στην Πάτμο, στη Μονή της μετανοίας του, και το 1919 χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν πρεσβύτερος.
Στο μεταξύ, η ιταλική κυριαρχία στα Δωδεκάνησα, ενώ ως το 1920 ήταν μάλλον ήπια, μετά την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία έγινε ιδιαίτερα καταπιεστική για τους ορθόδοξους Ελληνες, προωθώντας αυταρχικά την αλλοίωση της εθνικής τους συνειδήσεως, τον εξιταλισμό τους και την απόσχιση της Εκκλησίας από τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την υπαγωγή της στο Βατικανό. Με άλλα λόγια, να γίνουν οι ορθόδοξοι υποχρεωτικά ουνίτες.
Φυσικά οι Έλληνες ορθόδοξοι αντιστάθηκαν σθεναρά. Και η επιχώρια Εκκλησία πρωτοστάτησε στην αντίσταση αυτή με πνευματικούς οδηγούς, πλην των επισκόπων της φυσικά, τους δυο μεγάλους Οσίους που διέλαμπαν στα Δωδεκάνησα εκείνη την περίοδο, μαθητές και οι δύο του Αγίου Νεκταρίου: τον Άγιο Σάββα στην Κάλυμνο και τον Άγιο Αμφιλόχιο στην Πάτμο. Και καθώς στην Πάτμο χτυπούσε η καρδιά της Ορθοδοξίας στα Δωδεκάνησα, μια και εκεί ήταν το Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και η Πατμιάδα, ο Άγιος Αμφιλόχιος, εκ των πραγμάτων, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του αγώνα.
Το 1935 ο Όσιος Αμφιλόχιος εκλέγεται Ηγούμενος στην Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Η αγιότητά του έχει πλέον γίνει γνωστή στον λαό και πλήθη πιστών σπεύδουν να αποθέσουν τα βάρη της ζωής στο πετραχήλι του. Εκείνος τους παρηγορεί, τους εμψυχώνει, τους στηρίζει στην ορθόδοξη πίστη, αλλά και στο εθνικό τους φρόνημα, καθώς μέρα με τη μέρα τα σύννεφα του επερχόμενου πολέμου πυκνώνουν όλο και πιο απειλητικά πάνω από όλη την ανθρωπότητα – και φυσικά και την Ελλάδα.
Οι Ιταλοί κατακτητές, που εξαρχής δεν τον έβλεπαν με καλό μάτι, τον αντιμετωπίζουν όλο και πιο εχθρικά και τον κατηγορούν ότι υποκινεί σε εξέγερση τον λαό. Απτόητος ο γέροντας τους απαντά: «Εγώ διδάσκω την ειρήνη στις καρδιές των ανθρώπων και όχι τον πόλεμο». Το 1937 επανεκλέγεται Ηγούμενος. Η επανεκλογή του αυτή δεν γνωστοποιείται στις Αρχές κατοχής. Και τότε, κάποιος αδελφός, από φθόνο του διαβόλου κινούμενος, καταγγέλλει στις Αρχές ότι ο γέροντας περιέρχεται τα νησιά και με το πρόσχημα της εξομολογήσεως τονώνει το εθνικό φρόνημα των κατοίκων και τους στρέφει εναντίον του επιχειρούμενου αυτοκεφάλου της Εκκλησίας των Δωδεκανήσων. Ηταν η αφορμή που περίμεναν οι Ιταλοί. Οπως περιγράφει ο μακαριστός γέροντας Παύλος Νικηταράς, πνευματικό τέκνο και διάδοχος του Αγίου Αμφιλοχίου, ο Ιταλός γενικός διευθυντής της Αστυνομίας, ο φασίστας Γκρασίνι, συνοδευόμενος από τον διοικητή της Λέρου Μπερτονέλι και τέσσερις καραμπινιέρους, κατέλαβαν την αίθουσα του συνοδικού και υπό την απειλή των όπλων υποχρέωσαν την Αδελφότητα να ανατεθεί η ηγουμενία στον καταδότη, ενώ ο Αγιος Αμφιλόχιος καταδικαζόταν σε εξορία.
Η άρνησή του να παραδώσει στον φασίστα γενικό δ/ντή της Αστυνομίας την ηγουμενική του ράβδο, η επιστροφή στο νησί της Αποκάλυψης και η συγχωρητική ευχή στον καταδότη του
Αξίζει να σημειωθεί ότι, όταν έφτασε στην είσοδο του συνοδικού ο γέροντας, ο Γκρασίνι τον διέταξε να του παραδώσει την ηγουμενική του ράβδο. Εκείνος αρνήθηκε, λέγοντας ότι αυτό ήταν αντίθετο προς τον κανονισμό της μονής. Ο Γκρασίνι τον απείλησε ότι θα εξοριστεί, αλλά ο Αγιος Αμφιλόχιος του δηλώνει ευθαρσώς ότι η εξορία δεν τον πτοεί. Ο Γκρασίνι του λέει: «Πρώτη φορά μού αντιστέκεται κληρικός με αυτόν τον τρόπο». Για να λάβει την απάντηση που θυμίζει τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου στον έπαρχο Μόδεστο: «Ισως διότι πρώτη φορά συναντάτε ορθόδοξο μοναχό».
Ο γέροντας πήρε τον δρόμο της εξορίας αγόγγυστα. Ταυτοχρόνως οι Ιταλοί διέλυσαν και τη Μονή του Ευαγγελισμού, που είχε ανασυστήσει ως γυναικεία ο Αγιος, αφήνοντας εκεί μόνον τέσσερις μοναχές.
Δύο χρόνια αργότερα, όταν πια είχε ξεσπάσει ο πόλεμος, ο γέροντας επέστρεψε στην Πάτμο. Διετέλεσε εφημέριος στο Ιερό Προσκύνημα της Παναγίας Διασώζουσας και προϊστάμενος στο Ιερό Σπήλαιο της Αποκαλύψεως. Όπως γράφει ο μαθητής του, ο π. Παύλος, από τη θέση εκείνη έγινε «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα» στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής: Στάθηκε ο τροφέας των πεινώντων. Ο πατέρας των ορφανών, ο ξενοδόχος δύο χιλιάδων προσφύγων που κατέφυγαν από τη Λέρο στην Πάτμο λόγω των βομβαρδισμών στο νησί τους.
Μετά την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου οι μοναχοί διέγραψαν από την αδελφότητα εκείνον που είχε προδώσει και έγινε αιτία να εξοριστεί ο Ηγούμενός τους. Μετά από κάποια χρόνια, έμαθαν γι’ αυτόν ότι νοσηλευόταν σε κάποια ψυχιατρική κλινική με σοβαρό πρόβλημα νευρασθένειας.
Ο γέροντας, όταν το πληροφορήθηκε, «εθεώρησε καθήκον του να τον επισκεφθεί εκεί και να τον εναγκαλιστεί, όπως τον άσωτο ο σπλαχνικός πατέρας του, και να του αναγνώσει περίδακρυς την συγχωρητική ευχή», για να μεταφέρουμε ακριβώς τα λόγια του π. Παύλου Νικηταρά, στο βιβλίο του «Ο Γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής».
Και συνέχισε να δείχνει το αμέριστο ενδιαφέρον του γι’ αυτόν. Συντέλεσε μάλιστα στην επιστροφή του στη μονή της μετανοίας του, όπου διακόνησε ως ιεροψάλτης ως τον θάνατό του. Όπως μαρτυρεί ο π. Παύλος, ο αδελφός εκείνος εξομολογήθηκε με δάκρυα μετανοίας στον γέροντά του, τέλεσε όλα του τα χριστιανικά καθήκοντα και αναπαύθηκε ειρηνικά. Και ο φιλόστοργος πατέρας, ο Άγιος Αμφιλόχιος, έλεγε μετά στον μαθητή του: «Τι θα κερδίζαμε, Παύλε, αν τον αποσχηματίζαμε και τον καταδικάζαμε σαν προδότη μας; Δεν είναι καλύτερο που τον προετοιμάσαμε για το αιώνιο ταξίδι του στους ουρανούς»; Λόγια αληθινά Αγίου ανδρός…
«Ο Γέροντας υπήρξε ένας σύγχρονος Άγιος, γιατί είχε πίστη, υπομονή, ταπεινοφροσύνη, σωφροσύνη, πνευματική αγάπη και άλλες αρετές ίδιες των Αγίων» θα γράψει προλογίζοντας το βιογράφημα του π. Παύλου Νικηταρά ο νυν Οικουμενικός μας Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος είχε γνωρίσει προσωπικά τον γέροντα και είχε συνδεθεί πνευματικά μαζί του.
Ο βίος, οι παραινέσεις και τα θαύματα του Αγίου Αμφιλοχίου, ασφαλώς υπερβαίνουν απείρως αυτά που μπορούν να χωρέσουν στις αράδες ενός άρθρου. Αναφερθήκαμε κυρίως σε κάποιες πτυχές της δράσης του κατά τη δύσκολη περίοδο της ιταλικής κατοχής, έχοντας σαν κύρια πηγή όσα γράφει ο πνευματικός του γόνος, ο μακαριστός π. Παύλος, ο οποίος, ως γνήσιος μαθητής του Αγίου Αμφιλοχίου, είναι εκείνος που θα μπορούσε να σκιαγραφήσει με τον καλύτερο τρόπο το ήθος και την αρετή του δασκάλου και γέροντά του.
ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΟΣΑ ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΤΟΡΘΩΝΕ ΟΛΑΚΕΡΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ
Θα κλείσουμε λοιπόν με τα δικά του λόγια, σχετικά με την αντίσταση του Αγίου στους κατακτητές, στα πέτρινα εκείνα χρόνια: «Η αντίσταση του Αγίου ανδρός ήταν υποδειγματική, χωρίς φανατισμούς, μίση και όπλα. Ήταν ένας ειρηνικός πόλεμος με την ανωτερότητα του Ρωμιού και το υψηλό βίωμα του Ορθοδόξου Χριστιανισμού.
Κατόρθωσε όσα δεν θα κατόρθωνε ένας ολάκερος στρατός. Κράτησε ισορροπίες Βυζαντινού τρόπου αντιλήψεως για το έθνος, πράγμα που πρέπει να παραδειγματίσει εμάς τους Νεοέλληνες… Είναι ο διαφωτιστής της καθ’ ημάς Ανατολής, που παρηγόρησε κι ενδυνάμωσε τον λαό μας κατά την δουλεία. Είναι ο Πατριαρχικός πνευματικός που αγάπησε το Φανάρι, τη Μητέρα Εκκλησία, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ιστορικής μας υπάρξεως. Είναι ο αγαπητικός άνθρωπος του Θεού, που αγαπά και τους εχθρούς του, χωρίς να προδώσει ούτε το Γένος ούτε την Εκκλησία του: Είναι αυτός που διδάσκει τον τρόπο αντίστασης της Εκκλησίας ανά τους αιώνες, χωρίς αίματα και Σταυροφορίες».



































