Σε μια βουνοκορφή, στα 1.000 μέτρα,στα σύνορα Μεσσηνίας και Λακωνίας, με πρόσβαση κι από τις δυο μεριές, συγκεντρώνει στη χάρη της στις 8 του Σεπτεμβρίου χιλιάδες προσκυνητές από όλη τη Μάνη μα κι από όλο τον κόσμο. Ήταν αδιανόητο όταν είμασταν παιδιά να μην ανέβουμε στη Γιάτρισσα. Το προσκύνημα σήμαινε και το τέλος των διακοπών. Κείνα τα χρόνια δεν υπήρχε και δρόμος απο τη δυτική πλευρά της μονής κι έτσι ο ποδαρόδρομος ήταν η μοναδική επιλογή. Δυο μονοπάτια οδηγούσαν στο μοναστήρι. Ένα από τη Φινάσια στο Καρυοβούνι κι ένα από τη Μηλιά. Της Μηλιάς συνήθως ήταν πιο καθαρό και πιο σύντομο γι αυτό πήγαιναν απο κει οι περισσότεροι προσκυνητές. Σήμερα μπορεί κάποιος να πάει μέσω Αιγών Γυθείου με άσφαλτο, μέσω Δάσους Βασιλικής, 30 χμ σε χωματόδρομο, διαδρομή άπειρης ομορφιάς μέσα στα έλατα από 800 ως 1600 μέτρα υψόμετρο. Η θέα στο Μεσσηνιακό κόλπο στην αρχή, στο Λακωνικό μετα, με τα Κύθηρα νωχελικά ξαπλωμένα, σε κάποιο σημείο και στους δυο κόλπους, κόβει την ανάσα. Οι ομίχλες συχνές. Πολλές φορές βροχές. Το βουνό έχει τις δικές του συνήθιες. Υπάρχει και τρίτος δρόμος επίσης χωματόδρομος απο Μηλιά τον οποίο τελευταία προτιμούν πολλοί. Ο δρόμος αυτός διανοίχτηκε πάνω στο παλιό μονοπάτι περίπου, κι έτσι πολλά μυθικά σημεία του παιδικού μας ποδαρόδρομου δεν τα συναντούμε πια. Που ναι το απολιθωμένο φίδι; τι γίνανε τα δίδυμα αδέρφια; Πέτρες ήταν όλα αυτά που ο θρύλος τις είχε ντύσει με φρικτές διηγήσεις αμαρτιών και τιμωρίας.

Οι γριές προσκυνήτριες αδιαλείπτως μυούσαν τους νεωτέρους στη σημειολογία του μονοπατιού σα να θέλανε να μας μεταδώσουν το φόβο στο θεό, όχι με τη χριστιανική σημασία του σεβασμού και της τιμής, αλλά με την αρχαία, αυτή του δέους και του τρόμου απέναντι σε ένα ζηλιάρη θεό που πρέπει να κατευνάσουμε.

Στα δίδυμα αδέρφια η αρχέγονη θρησκευτικότητα συναντά την ορθοδοξία.Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις η ορθοδοξία είναι ο χαμένος της υπόθεσης. Είναι τόσο σίγουρη η δεισιδαιμονία και τόσο άμεσα αποτελεσματική στο να πειθαρχεί η κοινωνία, που η ορθοδοξία μπορεί να περιμένει λίγο.

Στο κάτω κάτω κι η Παναγία της βουνοκορφής μανούλα είναι και κατανοεί το άγχος των μαμάδων και την υπερβολή των γιαγιάδων που είναι δυο φορές μαμάδες, να προστατεύσουν το παιδόγγονο τους. Και για λίγη ώρα οι φρικτές ιστορίες είχαν απήχηση. Και τα παιδιά πειθαρχούσαν για δέκα λεπτά. Μετά όμως η ορμή της νεότητας κάλυπτε τους θρύλους και τα παιδιά έτρεχαν στο βουνό αφήνοντας μανάδες και γιαγιάδες στον αργό ρυθμό τους και. Θα συναντιόνταν αρκετά αργότερα στην πηγή,στα 2/3 της διαδρομής, σε μια πηγούλα με κρύσταλλο νερό κάτω απο αιώνιες καρυδιές και έλατα.

Εκεί αναγκαστικά περίμεναν τα παιδιά για να φάνε τα παξιμάδια με λάδι ντομάτα και τυρί που οι γιαγιαδομαμάδες κουβαλούσαν, μαζί με τους πόνους και τους καημούς τους, τις προσευχές και τα τάματα τους. Η μια ξυπόλητη, έτσι είχε τάξει, η άλλη φορτωμένη με μια καρέκλα, μια κουβέρτα, μια εικόνα, ένα νυφικό, ένα αρνί, δώρο για το μοναστήρι για να εξυπηρετήσει τους άλλους προσκυνητές.

Γιατί αν και θεωρητικά νικούσε η δεισιδαιμονία, η πράξη ήταν μια βαθιά αγαπητική ορθοδοξία με νοιάσιμο για τον άλλο, τον όποιο άλλο, τον ξένο. Κι έβλεπες απο ψηλά μια ατελείωτη σειρά φορτωμένων γυναικών σα ναμαστε στην Πίνδο του 40 όπου κουβαλούσαν πολεμοφόδια. Κι αυτές τώρα πολεμοφόδια της πίστης και της αγάπης κουβαλούσαν, να αντέξει ο κόσμος τις δύσκολες ημέρες που θα έρχονταν…..

Επικεφαλής των γυναικών ήταν η Αγγέλω. Νταρντάνα εβδομηντάρα με αντοχές εφήβου. Αυτή ανέβαινε πρώτη, πολύ μακριά από τις άλλες, τις οποίες κορόιδευε και λοιδορούσε για την άργητα τους, κι όταν δεν κοροϊδευε ,τραγουδούσε πολύ ωραία και δυνατά. Μέχρι και τα παιδιά τη θαύμαζαν.

Μετά περίπου μια ώρα οδοιπορία των παιδιών που με τις μυθίες , τα παξιμάδια και την πηγή γινόταν ένα δίωρο, ενώ αντίστοιχα για τις γιαγιαδομαμάδες γινόταν ένα τετράωρο έφταναν στο μοναστήρι.

Και σήμερα που μοιάζει με κάστρο και τότε που σιγά σιγά κτιζόταν ,το μοναστήρι αποζημίωνε τον κόπο των προσκυνητών.

Η τοποθεσία, η θέα στο Λακωνικό και τα νωχελικά Κύθηρα, ο μοναστηριακός αέρας, η αισθητική του ναού που θυμίζει καράβι, ή μάλλον κιβωτό , κιβωτό σωτηρίας, οι προσκυνητές με τα σύνεργα της πίστης, λαμπάδες,λιβάνι, τάματα, άρτους, προσφορές και πάνω απ όλα η θαυματουργή παλαιά εικόνα με τη γέννηση της Θεοτόκου, όλα αυτά έδιναν άπειρη χαρά στον προσκυνητή, ξεκούραζαν τα πόδια κι ανάπαυαν τη ψυχή.Και φυσικά τα βιολιά έξω από το μοναστήρι στην αυτοσχέδια ψησταριά, έδιναν τον αναγκαίο τόνο χαράς, γιατί γεννήθηκε η χαρά μας , η Παναγία μας που ζήτησε απο τον υιό της να κάνει το νερό κρασί για να συνεχιστεί το γλέντι.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.